Ολιβιέ Ντεκότ: Το Μουσείο Μπενάκη και τα δυνατά σημεία του

Ξεχώρισε ανάμεσα σε 82 υποψηφίους, «καθηγητές πανεπιστημίων, συντηρητές μουσείων, managers»,

Ξεχώρισε ανάμεσα σε 82 υποψηφίους, «καθηγητές πανεπιστημίων, συντηρητές μουσείων, managers», Ελληνες από όλον τον κόσμο αλλά και ξένους οι οποίοι διεκδίκησαν την επίζηλη θέση του διευθυντή του Μουσείου Μπενάκη όταν αποφάσισε να αποχωρήσει ο Αγγελος Δεληβορριάς. Η επιλογή του ήταν από πολλούς αναμενόμενη, δεδομένου ότι χάρη στις σπουδές του (Πολιτικές Επιστήμες, Ιστορία, Μουσικολογία) αλλά και την προϋπηρεσία του ως επικεφαλής σημαντικών πολιτιστικών οργανισμών, θα μπορούσε να εκτελέσει χρέη γενικού διευθυντή και να είναι παράλληλα σε θέση να δώσει μια ιδιοσυγκρασιακή καλλιτεχνική κατεύθυνση στο σπουδαίο μουσείο. Επιμείναμε πολύ για μια συνέντευξη μαζί του προκειμένου να δεχτεί να ανοίξει τα χαρτιά του. Τα καταφέραμε τελικά να βρεθούμε με τον 40χρονο διευθυντή ένα απόγευμα που ξεκίνησε με καύσωνα και τελείωσε με ένα ευχάριστο μπουρίνι. Ο Ολιβιέ Ντεκότ ήταν μόλις εννέα χρόνων όταν ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα και θυμάται ότι ανάμεσα στα αξιοθέατα της πόλης που είχε επισκεφθεί συμπεριλαμβανόταν το Αρχαιολογικό Μουσείο και το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. «Δεν με είχαν πάει στο Μουσείο Μπενάκη… Αυτό πρέπει να αλλάξει».
Πώς αισθάνεστε που διαδέχεστε τον Αγγελο Δεληβορριά, τον επί σαράντα περίπου χρόνια διευθυντή του μουσείου, μια προσωπικότητα που έγραψε ιστορία στο Μπενάκη;
«Κάθε μέρα αναλογίζομαι και συνειδητοποιώ πόσο πολλά χρωστάει το μουσείο στον Αγγελο Δεληβορριά. Τόσο το κεντρικό κτίριο, επί της οδού Κουμπάρη, το οποίο είναι αφιερωμένο στην Ιστορία του Ελληνισμού, αλλά και όλα τα παραρτήματα τα οποία έχτισε ο ίδιος το ένα μετά το άλλο. Ο Αγγελος ανήκει στην κατηγορία των αγωνιστών που δεν εφησυχάζουν, δεν έχασε ποτέ το όραμα και τη στόχευσή του. Αποτελεί μια μοναδική προσωπικότητα, το ειδικό βάρος της οποίας με εμπνέει και μου δίνει ένα κίνητρο για να συνεχίσω. Οι συμβουλές του μου είναι πολύτιμες».
Θα συνεχίσετε το έργο του ή θα προσπαθήσετε να επαναπροσδιορίσετε τη φυσιογνωμία του μουσείου;
«Πιστεύω ότι το πιο σημαντικό σήμερα είναι να εδραιωθεί η ιδιαίτερη κληρονομιά του μουσείου και να αναδειχθεί ο μοναδικός πλούτος των συλλογών του. Πρόκειται για ένα μουσείο το οποίο όχι μόνον οι Ελληνες αγαπούν ιδιαίτερα αλλά και οι ξένοι επισκέπτες εκτιμούν όταν έχουν την ευκαιρία να το επισκεφθούν. Αυτή είναι η προτεραιότητά μου. Αισθάνομαι τυχερός γιατί έχω αρωγούς στο έργο μου τους ανθρώπους του μουσείου, τη Διοικητική Επιτροπή και τους εργαζομένους που με πλαισιώνουν με τον ενθουσιασμό τους, με την τεχνογνωσία και την εμπειρία τους. Το μουσείο, όμως, πρέπει να αντιμετωπίσει τις μεγάλες προκλήσεις που αφορούν κυρίως την οικονομική του κατάσταση στα χρόνια της κρίσης. Παράλληλα, επειδή προέρχομαι από μια διαφορετική γενιά, όπως είναι φυσικό, θα ήθελα να αναπτύξω επιπλέον κάποια καινούργια πρότζεκτ».

Είναι ένα τέτοιο πρότζεκτ η έκθεση «Κεραμική από την Κίνα»;
«Είναι παλαιότερο. Η έκθεση κινεζικής κεραμικής παρουσιάζει στο κοινό για πρώτη φορά έπειτα από 35 χρόνια τη μοναδική συλλογή του Γιώργου Ευμορφόπουλου. Είναι ιδιαίτερα σημαντική η ανάδειξη των διεθνών συλλογών του Μουσείου Μπενάκη. Αξίζει να αναφερθεί ότι το μουσείο διαθέτει δύο ενδιαφέρουσες συλλογές προκολομβιανής και αφρικανικής τέχνης. Πιστεύω ότι τέτοιου τύπου εκθέσεις μπορούν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον ενός διευρυμένου κοινού. Είναι εξίσου σημαντικό όμως το μουσείο να διατηρεί και το ελληνικό του πνεύμα. Κυρίως αυτό. Θα συνεχίσουμε λοιπόν τη διοργάνωση εκθέσεων με ελληνική θεματική καθώς και μεγάλων αναδρομικών ελλήνων καλλιτεχνών του 20ού αιώνα. Πρόσφατα, λάβαμε μια σημαντική δωρεά με έργα του Νίκου Αλεξίου που σκοπεύουμε να εκθέσουμε στο μέλλον. Επίσης, σχεδιάζουμε τη διοργάνωση του δεύτερου μέρους της ιδιαίτερα επιτυχημένης έκθεσης με έργα Τσαρούχη στο κτίριο της οδού Πειραιώς».

Στα καθήκοντα του διευθυντή εντάσσεται «η προώθηση της εξωστρέφειας του μουσείου». Με ποιους τρόπους σκοπεύετε να προβάλετε τη μουσειακή δραστηριότητα σε διεθνές επίπεδο;
«Νομίζω ότι το δυνατό σημείο του μουσείου είναι η αφήγηση της συνέχειας της ελληνικής τέχνης. Αυτό έχει ήδη επιτρέψει στο μουσείο να διοργανώνει εκθέσεις στο εξωτερικό, όπως στην Αυστραλία, στις ΗΠΑ ή στη Ρωσία, για παράδειγμα. Η συνεργασία με το Ελληνικό Μουσείο της Μελβούρνης θα διαρκέσει δέκα χρόνια, ως το 2024. Αυτό αποτελεί ένα εγχείρημα που επιθυμώ να ενισχύσω και να επεκτείνω. Εργάζομαι επί του παρόντος στην κατεύθυνση αυτή για να πετύχουμε ένα άνοιγμα και σε άλλες αγγλοσαξονικές χώρες όπου είναι έντονη η παρουσία της ελληνικής διασποράς. Παράλληλα συνεχίζονται οι κλασικές συνεργασίες, όπως ο πρόσφατος δανεισμός έξι κοσμημάτων στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης για την έκθεση «Πέργαμος και τα Ελληνιστικά Βασίλεια του αρχαίου κόσμου». Επιπλέον, μεριμνώ ιδιαίτερα ώστε να καλλιεργηθούν σχέσεις με τη Ρωσία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Αγγλία και την Ιαπωνία, προκειμένου να προταθούν εκθέσεις από τις συλλογές του μουσείου. Θα συνεργαστούμε με το Βρετανικό Μουσείο και το Ιδρυμα Λεβέντη για να συνδιοργανώσουμε μια έκθεση στο προσεχές μέλλον και δρομολογούμε μια συνεργασία με το Μουσείο Πικάσο στο Παρίσι η οποία θα μπορεί να αποφέρει καρπούς το 2019, καθώς και με άλλα ιδρύματα, κυρίως στην Ιταλία».
Θέλετε να γίνετε πιο συγκεκριμένος;
«Το Μουσείο Μπενάκη κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο συμμετέχοντας σε τέσσερις εκθέσεις στη Ρωσία αυτό τον καιρό. Η πρώτη λαμβάνει χώρα ήδη στο Μουσείο Πούσκιν σε συνεργασία με το ΚΙΚΠΕ, μια υπέροχη έκθεση νομισματικής συλλογής από την αρχαιότητα ως τους νεότερους χρόνους με θέμα την ανθρώπινη μορφή. Οι υπόλοιπες θα πραγματοποιηθούν από τον Οκτώβριο και μετά. Η δεύτερη έκθεση διοργανώνεται στο Μουσείο Ρουμπλιόφ σε συνεργασία με το Ιδρυμα Τεχνολογίας και Ερευνας και το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο στην οποία θα ξεδιπλωθεί η ιστορία των ρωσικών εικόνων που ήρθαν στην Ελλάδα. Η τρίτη έκθεση θα γίνει στην Πινακοθήκη Τρετιακόφ όπου το μουσείο θα συμμετάσχει με έργα βυζαντινής τέχνης. Για το τέλος του χρόνου έχουμε δρομολογήσει από κοινού με το ΚΙΚΠΕ μια άλλη συνεργασία, καθώς ήθελα να παρουσιαστεί ένας σύγχρονος έλληνας καλλιτέχνης στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Μόσχας (ΜΜΟΜΑ). Πρόκειται για τον Χρήστο Μποκόρο, έναν σημαντικό καλλιτέχνη που έχει ήδη εκθέσει στο Μουσείο Μπενάκη, στο έργο του οποίου είναι διάχυτη η πνευματική συγγένεια με τον Malevich αλλά, πιστεύω, και με τον Ρουμπλιόφ».
Υπάρχει για εσάς κάποιο πρότζεκτ το οποίο πιστεύετε ότι χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και βαρύτητας;
«Από τη στιγμή που ανέλαβα, είχα την επιθυμία να δώσω μεγάλο βάρος στην επέτειο των διακοσίων χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Κινητοποίησα τους συνεργάτες μου στα διάφορα τμήματα του μουσείου για να διοργανώσουμε μια μεγάλη έκθεση που θα απλωθεί σε όλους τους χώρους της Πειραιώς. Η κεντρική της ιδέα θα περιστρέφεται γύρω από τις ρίζες, την απαρχή του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και τον φιλελληνισμό. Στις συλλογές του Μπενάκη υπάρχουν μοναδικά χειρόγραφα, βιβλία, αρχεία και τα οποία συνδέονται στενά με το θέμα αυτό. Επιπλέον, μια έκθεση με τη συγκεκριμένη ιστορική θεματική μπορούμε να την εξαγάγουμε στο εξωτερικό, στις πόλεις όπου άρχισε να οργανώνεται ο αγώνας για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Γι’ αυτόν τον λόγο, θέλω να ξεκινήσουμε από τώρα να δουλεύουμε πάνω σε αυτήν, δεδομένου ότι τα μεγάλα μουσεία κλείνουν πολύ νωρίς τον προγραμματισμό τους».
Το Μπενάκη έχει πολλά ανοιχτά μέτωπα όσον αφορά τις δωρεές κτιρίων και συλλογών που διαχειρίζεται. Σκοπεύετε να αξιοποιήσετε κάποιες από αυτές;
«Το Μουσείο των Παιχνιδιών στο μέγαρο Κουλούρα στο Παλαιό Φάληρο θα ανοίξει σε λίγους μήνες. Στη συλλογή περιέχονται 20.000 αντικείμενα, όμως δεν μπορούμε να τα δείξουμε όλα, δεν υπάρχει τόσος χώρος. Στο μουσείο θα εκτεθούν παιχνίδια από την αρχαιότητα ως τη σύγχρονη εποχή σε επιμέλεια της Μαρίας Αργυριάδη, η οποία δώρισε τη συλλογή στο μουσείο. Θα υπάρχει επίσης ένα ωραίο πωλητήριο όπου θα δίνεται έμφαση στα παιχνίδια με παιδαγωγικό χαρακτήρα. Πρόκειται για ένα μικρό μουσείο-κόσμημα. Στο προσεχές μέλλον θα αξιοποιηθεί και το σπίτι του Πάτρικ Λι Φέρμορ στην Καρδαμύλη. Χρειάζεται να γίνουν κάποιες εργασίες αποκατάστασης προκειμένου να μπορούν να διεξαχθούν εκεί σεμινάρια και παραμονές συγγραφέων, ερευνητών και καλλιτεχνών. Προσωπικά, έχω ήδη δεθεί με όλους τους «δορυφόρους» του Μουσείου Μπενάκη γιατί ο καθένας έχει τη δική του ξεχωριστή ιστορία και φέρει τη δική του σφραγίδα: την Πειραιώς και την οικία Δέλτα –όπου και διατηρούμε τα ιστορικά, φωτογραφικά και αρχιτεκτονικά μας αρχεία -, την Πινακοθήκη Χατζηκυριάκου-Γκίκα, το Ισλαμικό Μουσείο, το εργαστήριο του Γιάννη Παππά, τη Νηματουργία Μέντη».
Στα καθήκοντά σας περιλαμβάνονται ο «διαχειριστικός εκσυγχρονισμός, η ανάπτυξη και η οικονομική ευρωστία του Ιδρύματος». Πού θα αναζητήσετε τους πόρους για να υλοποιήσετε και να συντηρήσετε όλα αυτά τα σχέδια;
«Είναι πρωταρχικό για εμένα ως γενικό και καλλιτεχνικό διευθυντή, να μπορώ να διασφαλίζω ότι το Μουσείο Μπενάκη θα εμπνέει εμπιστοσύνη. Διαρκώς γίνεται μια δωρεά στο μουσείο, είτε πρόκειται για χρηματικά ποσά είτε για ακίνητα είτε για έργα τέχνης. Αυτά όμως δεν αρκούν και είναι απαραίτητο να βρεθούν επιπλέον χρήματα μέσα από στρατηγικές συγκέντρωσης πόρων. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί και εκτός των συνόρων, και συγκεκριμένα στις ΗΠΑ, μέσα από το fundraising. Υπάρχει μια ολόκληρη ομάδα στο μουσείο που ασχολείται επί μονίμου βάσεως με το πρόγραμμα συγκέντρωσης πόρων, κάτι το οποίο είναι ουσιώδες για την ανάπτυξη του μουσείου και αποτελεί ιδιαιτερότητα για την Ελλάδα. Επίσης υπάρχει το πρόγραμμα στήριξης του μουσείου από τα μέλη του μέσα από το οποίο τους δίνεται η δυνατότητα να παρακολουθούν στενά τις δραστηριότητές του. Είναι, τέλος, σημαντικό να καταφέρουμε να αυξήσουμε το κοινό και τα εισιτήρια».
Προφανώς θα βασιστείτε και στα πωλητήριά σας…
«Τα τρία –και σύντομα τέσσερα –πωλητήρια του Μπενάκη είναι ένα μεγάλο success story. Τα αντικείμενα προς πώληση εμπλουτίζονται συνεχώς, συμπεριλάβαμε για παράδειγμα κεραμικά και κοσμήματα εμπνευσμένα από την κινεζική συλλογή. Επίσης τα προϊόντα μπορούν να προωθηθούν σε διεθνές επίπεδο. Στη Μελβούρνη ενδεικτικά έχουν σταλεί αντικείμενα από το πωλητήριό μας. Δουλεύουμε επισταμένα πάνω στον άξονα αυτόν προκειμένου να επεκταθούμε σε νέες κατευθύνσεις».
Θα συνεχίσετε τη συνεργασία με ιδιωτικούς οργανισμούς και ιδρύματα όπως το ΔΕΣΤΕ και το ΝΕΟΝ;
«Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια πολύ ευάλωτη κατάσταση και πιστεύω ότι θα κερδίσει πολλά από τη συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Το Μουσείο Μπενάκη είναι ένα Ιδρυμα Ιδιωτικού Δικαίου που αποτελεί δημόσιο αγαθό και το οποίο χρηματοδοτείται εν μέρει από το κράτος, αν και όχι αρκετά κατά τη γνώμη μου. Σκεφτείτε ότι η μείωση της χρηματοδότησης εξαιτίας της κρίσης είναι της τάξης του 70%… Οπότε, ήταν πολύ σημαντική η συνεργασία μας με το ΝΕΟΝ για την Αμπράμοβιτς, καθώς είχαμε περισσότερους από 50.000 επισκέπτες, πολλοί εκ των οποίων δεν γνώριζαν τους χώρους μας. Τώρα πραγματοποιείται η εξαιρετική έκθεση «Οι εξισορροπιστές» που παρουσιάζει τη νέα γενιά ελλήνων και κυπρίων καλλιτεχνών σε συνεργασία με το ΔΕΣΤΕ και το New Museum της Νέας Υόρκης. Την επόμενη χρονιά σκοπεύουμε να διοργανώσουμε μια έκθεση σε συνεργασία εκ νέου με το ΔΕΣΤΕ και το Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, η οποία θα τρέχει παράλληλα με την Ντοκουμέντα. Θα συνεργαστούμε επίσης με ιδιωτικά ιδρύματα τέχνης και ιδρύματα τραπεζών καθώς επίσης και με δημόσιους και ιδιωτικούς πολιτιστικούς οργανισμούς, όπως το Εθνικό Θέατρο, η ΚΟΑ, το Θέατρο Τέχνης. Πρόκειται για συμπράξεις ιδιαίτερης σημασίας».
Το μουσείο θα συμβάλει με κάποιον τρόπο στη διεξαγωγή της Ντοκουμέντα;
«Συνάντησα πριν από έναν μήνα τον Ανταμ Σίμτσικ και αποφασίσαμε να συνεργαστούμε. Οι πόρτες του μουσείου είναι λοιπόν ανοιχτές και περιμένουν τους καλλιτέχνες που θα επιλέξει η καλλιτεχνική διεύθυνση της Ντοκουμέντα. Αυτό που εύχομαι εγώ είναι να αξιοποιήσουν πολλές και διαφορετικές από τις αυτόνομες δορυφορικές μονάδες του μουσείου».
«Στόχος μας η ανανέωση των επισκεπτών»

Πάντως, παρά το άνοιγμα στις συνέργειες και με την εξαίρεση της Αμπράμοβιτς, οι εκθέσεις του Μουσείου Μπενάκη δεν έχουν κερδίσει τον κόσμο. Τι σκοπεύετε να κάνετε για αυτό;

«Δεν έχετε δίκιο σε αυτό. Ορισμένες εκθέσεις, όπως η τελευταία του Τσαρούχη, εκείνες του Τάσου Βρεττού και του Tony Cragg ή οι «Νύφες», σημείωσαν μεγάλη επιτυχία. Είναι αλήθεια όμως ότι η πολιτιστική πολιτική που θα ακολουθήσω θα έχει ως στόχο την ανανέωση και τη διεύρυνση των επισκεπτών του μουσείου. Αυτή όμως είναι μια πρόκληση για τα μουσεία σε όλον τον κόσμο. Προσωπικά, πιστεύω πολύ στη δύναμη των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Το Μπενάκη ήταν το πρώτο μουσείο που ξεκίνησε αυτά τα προγράμματα και υπάρχουν πέντε άτομα που δουλεύουν σε μόνιμη βάση προκειμένου να έρθουν οι νέοι Ελληνες σε επαφή με την τέχνη από την αρχαιότητα ως σήμερα. Είναι πολύ σημαντικό να προσεγγίσουμε το κοινό μέσα από τέτοια προγράμματα που χτίζουν σχέσεις διάρκειας μαζί του και να δουλέψουμε σε βάθος με καλλιτέχνες για την ενδιαφέρουσα πραγμάτωσή τους».

Αλήθεια, ποιο από τα παραρτήματα του Μουσείου αγαπάτε περισσότερο;
«Αγαπώ το Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης. Τα εκθέματα, το κτίριο, την τοποθεσία του. Η συλλογή του είναι μία από τις πρώτες συλλογές ισλαμικής τέχνης στον κόσμο. Η έκθεση «Thomas Hope. Σχέδια της Οθωμανικής Κωνσταντινούπολης» θα παρουσιαστεί στο Εμιράτο της Σάρζα το 2017. Εφέτος συμμετέχουμε στη μεγάλη έκθεση «Sheikh Zayed: Faith and Life» που θα διεξαχθεί στο Αμπου Ντάμπι τον ερχόμενο Δεκέμβριο, όπου και θα δανείσουμε πολλά έργα μας. Ωστόσο, θεωρώ ότι είναι κρίμα που δεν το γνωρίζουν αρκετά οι Ελληνες και θα κάνω ό,τι μπορώ για να το προωθήσω. Ο Αλέξανδρος Γεωργίου, ένας σύγχρονος εικαστικός ταξιδευτής που μου αρέσει πολύ, θα παρουσιάσει δουλειά του σε όλο το Ισλαμικό μουσείο το φθινόπωρο».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.