Η Λούλα Αναγνωστάκη εκ βαθέων

Ηταν η πρώτη φορά που είδα τη θεατρική συγγραφέα Λούλα Αναγνωστάκη χωρίς γυαλιά. Ισα που πρόλαβα, δηλαδή, αφού συγχρόνως με τον βεβιασμένο χαιρετισμό της,

Ηταν η πρώτη φορά που είδα τη θεατρική συγγραφέα Λούλα Αναγνωστάκη χωρίς γυαλιά. Ισα που πρόλαβα, δηλαδή, αφού συγχρόνως με τον βεβιασμένο χαιρετισμό της, τα ζητούσε επίμονα από την κυρία που τη φροντίζει. Τα φόρεσε και η ευκαιρία για μια συνέντευξη χωρίς γυαλιά χάθηκε. Εστρωσε με τα λεπτά της δάχτυλα τα μαλλιά της και έκλεισε και την πορφυρόχρωμη βελουδένια ρόμπα της που λίγο είχε ανοίξει, καθώς ήταν καθισμένη στην πολυθρόνα της, απέναντι από την τηλεόραση.
Η Λούλα Αναγνωστάκη ίσως να μη χρειάζεται συστάσεις. Μοιάζει με θρύλο. Πενήντα χρόνια πέρασαν από τότε που πήγε στο Θέατρο Τέχνης –ή στο «υπόγειο», όπως συνηθίζαμε να το λέμε –και παρέδωσε δύο μονόπρακτά της στον Κάρολο Κουν. Εκείνος της είπε ότι ναι μεν του άρεσαν, αλλά έπρεπε να γράψει ένα επιπλέον για να συγκροτήσουν μια παράσταση. Γύρισε σπίτι και ξενύχτισε· και την επομένη το πρωί το είχε έτοιμο. Σε μια νύχτα, ένα ακόμη μονόπρακτο, «Η παρέλαση», εμπνευσμένο και από τη φυλάκιση του αδελφού της, του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, στο Γεντί Κουλέ, ο οποίος καταδικάστηκε σε θάνατο και απελευθερώθηκε το 1951 με τη γενική αμνηστία. Αυτά δεν τα ξεχνάει, καθώς λάτρευε τον αδελφό της. Οπως δεν ξεχνά όμως –και το χαίρεται ακόμη, χαμογελώντας με μια χαριτωμένη πονηριά –και το γεγονός ότι τότε, πριν από 50 χρόνια, κατόρθωσε να γράψει ένα έργο μέσα σε μια νύχτα. Γιατί έτσι άρχισε η θριαμβευτική είσοδός της στα θεατρικά πράγματα της χώρας.
Η Λούλα Αναγνωστάκη είναι η μόνη γυναίκα θεατρική συγγραφέας της μεταπολεμικής περιόδου που έγινε τόσο γνωστή. Οι θεατρόφιλοι δεν ήθελαν να χάσουν έργο της, γιατί συγκινούνταν από την αμεσότητα του λόγου της, την καθαρότητά του, τις αναφορές σε συλλογικές μνήμες, που δονούσαν κάποιο δικό τους κρυφό κομμάτι, και από την ψυχολογική προσέγγιση των ηρώων της. Τα κείμενά της ήταν εμμέσως πολιτικά και πολύ ανθρώπινα. Τα θέατρα γέμιζαν. Οι επιτυχίες διαδέχονταν η μία την άλλη. Εκείνη κρυβόταν πίσω από τα μαύρα γυαλιά της.
Συνέτρεξαν και άλλα, εκτός της γραφής, για να γίνει θρύλος. Λεπτή, κομψή και αέρινη, κυκλοφορούσε στους δρόμους της Αθήνας, και κυρίως του Κολωνακίου, χωρίς κανείς να βλέπει τα μάτια της. Ωστόσο, πίσω από τα γυαλιά της ήταν πάντα χαμογελαστή, πρόθυμη για συζήτηση, διακριτική, ευγενική, και αν όλα αυτά τα στοιχεία μοιάζουν κοινότοπα, εκείνη έμοιαζε να τα φέρνει από έναν άλλον κόσμο.
Ισως να ήταν ο κόσμος της με τον Γιώργο Χειμωνά, έρωτας κεραυνοβόλος, ένα coup de foudre όπως της αρέσει να λέει, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ενόσω ήταν παντρεμένη με τον κριτικό θεάτρου και ηθοποιό Μηνά Χρηστίδη. Γάμος δεύτερος, λοιπόν, με τον Χειμωνά, ψυχίατρο και πεζογράφο, ιδιαίτερα γοητευτικό διανοούμενο, προσωπικότητα ισχυρή, με βαθιά γνώση όχι μόνο της ψυχής, αλλά και της ελληνικής γλώσσας, άξιο μεταφραστή αρχαίων κειμένων. Μαζί έφτιαχναν ένα εκκεντρικό ζευγάρι μέσα σε μια πολυτάραχη και πολυσυζητημένη ζωή, που συχνά έμοιαζε με εναλλασσόμενο θεατρικό ρεπερτόριο. Μαζί έκαναν κι ένα αγόρι, τον Θανάση, που πλέον είναι συγγραφέας και ασχολείται και με την πολιτική.
Μετά τον πρόωρο θάνατο του Χειμωνά, που συνέβη ξαφνικά, το 2000, στο Παρίσι, η Λούλα Αναγνωστάκη άρχισε να κλείνει, όπως κλείνουν ένα ένα τα ανθοπέταλα μέσα στο σούρουπο. Ζει μόνη της, στο διαμέρισμα όπου έστησε το αφήγημά της· μόνη, αφού πλέον μέσα από τις σελίδες του ξεπετάχτηκε ο κακός λύκος. Για καλή της τύχη, όμως, ο γιος της την έχει από κοντά.
Η Λούλα Αναγνωστάκη έγραψε 12 έργα που σκηνοθετήθηκαν και ερμηνεύτηκαν από εξαιρετικούς καλλιτέχνες. Πιττακή, Ζαβιτσιάνου, Κονιόρδου, Λαζαρίδου, Αρμένης, Τζώρτζογλου είναι μερικά από τα ονόματα που έδωσαν πνοή σε ρόλους της, και Κουν, Βογιατζής, Τριβιζάς, Παπαβασιλείου, Κουγιουμτζής, Αρδίττης, κάποιοι από τους σκηνοθέτες τους. Τα έργα της ανέβηκαν και σε πολλές ευρωπαϊκές σκηνές, και στο Παρίσι, σκηνοθέτης ήταν ο Αντουάν Βιτέζ. Εγραψε και κείμενα για το θέατρο και τη ζωή της, τα οποία συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο «Ο ήχος της ζωής» (εκδ. Καστανιώτη).
Τον περασμένο Δεκέμβριο ο ηθοποιός Μάνος Καρατζογιάννης οργάνωσε ένα μεγάλο αφιέρωμα στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης για τα 50 χρόνια της θεατρικής πορείας της. Περιελάμβανε ημερίδες, προβολές παραστάσεων σε σκηνοθεσία του Κουν, ζωντανή μουσική από τα έργα της. Ο Καρατζογιάννης, ο οποίος σκηνοθέτησε στο πλαίσιο του αφιερώματος και το έργο της «Σ’ εσάς που με ακούτε», ετοιμάζει τη διατριβή του στο Πανεπιστήμιο του Γουίντσεστερ επάνω στη δραματουργία της θαυμάσιας συγγραφέως.
Η Λούλα Αναγνωστάκη με δέχτηκε στο σπίτι της. Στην πλατεία Κολωνακίου. Η πρώτη σεκάνς, όπως ήδη σας το ανέφερα, ήταν προτού προλάβει να φορέσει τα γυαλιά. Στη δεύτερη σεκάνς, με τα γυαλιά πλέον, ζήτησε συγγνώμη που δεν σηκώθηκε να με υποδεχτεί και ξεκίνησε η συζήτησή μας.
Είστε πάντα μια γοητευτική γυναίκα, κυρία Αναγνωστάκη. «Οχι, είμαι μια ηλικιωμένη γυναίκα. Τι μου λέτε τώρα; Τα χρόνια περνάνε. Μας αλλάζουν. Ηταν και αυτή η αρρώστια μου… Ξέρετε, θα σας βασανίσω με τη συνέντευξη. Μιλάω αργά».
Δεν πειράζει που μιλάτε αργά. Ομορφος είναι ο χώρος σας… «Είναι και πολλές φωτογραφίες… Κι εδώ. Κι εκεί, απέναντι… Ο Γιώργος… Ο Θανάσης… Ο Μανόλης… Εδώ είμαι εγώ. Αυτή απέναντι είναι η αφίσα. Την έφτιαξε ο Κραουνάκης και μου την έφερε. Εκαναν κάτι για μένα· ένα αφιέρωμα. Η φωτογραφία μου είναι από τα παλιά… Αλήθεια λέτε ότι σας αρέσει ο χώρος;».
Ναι. Και επειδή έτσι ήρθαν τα πράγματα και σας βρήκα χωρίς γυαλιά, θα τολμήσω να σας ρωτήσω, γιατί τα φοράτε πάντα; Θέλετε να είστε ινκόγκνιτο; «Ινκόγκνιτο, ναι, αλλά όχι από ιδιοτροπία. Ετσι το έκανα κάποιες φορές και μετά έμεινε».
Ησασταν πάντα κομψή. «Δεν ξέρω αν ήμουν κομψή, αλλά μ’ ενδιέφερε πάρα πολύ η εμφάνισή μου. Τώρα δεν μ’ ενδιαφέρει. Τώρα προτιμώ να μη με βλέπουν».
Διαλέγατε πολύ ωραία ρούχα. «Είχα πάντα ένα ή δύο πολύ ωραία, που τα πρόσεχα πάρα πολύ. Αυτά ήταν εξαιρετικά. Τα υπόλοιπα ήταν πρόχειρα. Αλλά όλα ήταν απλά».

Τα χρώματά τους; «Μπλε ρουά, μπλε σκούρα. Μαύρα. Γκρίζα».

Φορούσατε και καπέλα; «Ναι, στο ίδιο χρώμα».
Ποια υφάσματα σας αρέσουν; «Τα βελούδα και τα καλά μεταξωτά· τα σουά σοβάζ, τα βελούρ σιφόν… Ολο τέτοια ήταν τα φορέματά μου».
Εχετε κρατήσει αυτά που αγαπούσατε; «Ναι».
Η εμφάνισή σας είχε μια θεατρικότητα. «Η ζωή μου είχε μια θεατρικότητα· αλλά δεν τη σκηνοθετούσα. Ετσι ήταν».
Ανήκετε στην αστική τάξη της Αθήνας που φέρει τα στοιχεία μιας παλιάς αριστοκρατικότητας. «Δεν ξέρω πώς το εννοείτε αυτό».
Οτι έχετε μια φινέτσα, ευγένεια, καλούς τρόπους… «Αυτό είναι δικό σας. Να το γράψετε αυτό, παρακαλώ. Οτι είναι δικό σας».
Εχετε αντίρρηση; Ετσι δεν είστε; «Φυσικά. Προσπαθώ να είμαι έτσι πάντα. Καλύτερα να πούμε άλλα… Είδατε τι ωραία που είναι έξω; Η πλατεία… Βγείτε στο μπαλκόνι να δείτε. Το καφενείο απέναντι, εκεί που καθίσαμε, παλιά. Τι λέγαμε τότε;».
Μου είχατε πει να μην κουβεντιάζω με τον αγαπημένο μου δύσκολα θέματα ψυχής. Μόνο τα ανάλαφρα να του λέω… «Εγώ σας τα είπα αυτά; Εντύπωση μου κάνει· δεν τα θυμάμαι… Σας αρέσουν τα τριαντάφυλλά μου;».

Ναι. Η ζωή σας σε ένα σπίτι με πολλά λουλούδια. «Ναι, τότε πάντα με λουλούδια. Τριαντάφυλλα».
Τότε; Ο Χειμωνάς σάς τα πρόσφερε; «Ναι, τριαντάφυλλα κόκκινα».

Γι’ αυτό τα αγαπάτε; «Μάλλον μου τα πρόσφερε επειδή τα αγαπούσα εγώ. Μου αρέσει το κόκκινο, αλλά να είναι φιλοσοφημένο. Να είναι βαθύ, να λέει πράγματα. Οχι το οποιοδήποτε κόκκινο».
Τώρα τα αγοράζετε εσείς; «Τώρα μου τα φέρνουν, μου τα στέλνουν, δεν παίρνω τίποτα πια, δεν βγαίνω από το σπίτι, δεν θέλω καθόλου».
Γιατί δεν βγαίνετε από το σπίτι; «Δεν θέλω. Καμιά βόλτα μόνο με αυτοκίνητο. Αλλοτε έβγαινα πολύ. Κάθε μέρα. Δεν έχω όρεξη για τίποτα».
Σκέπτομαι, όμως, ότι θα πρέπει να νιώθετε μεγάλη ικανοποίηση για όσα έχετε ζήσει. «Μπα, δεν βαριέσαι, όχι».
Γιατί; Είναι μια ζωή γεμάτη αγάπη, έρωτα… «Καθημερινότης».
Ο έρωτας είναι καθημερινότητα; «Οταν δεν έχει ένταση…».
Και στην αρχή; «Αυτό είναι άλλο».
Καθημερινότητα δύσκολη, φαντάζομαι, με τον Χειμωνά. «Αυτό είναι τρομερά δύσκολο».
Αλλά και πολύ γοητευτικό; «Πολύ».
Εχετε ζήσει πράγματα που άλλοι ούτε τα έχουν σκεφτεί. «Ναι, αυτό είναι αλήθεια».
Δυνατές στιγμές και έντονες καταστάσεις; «Ναι, αλλά δεν θέλω να μιλήσω. Αρκούσε και μόνο να ζει κανείς με τον Χειμωνά. Αυτό τα λέει όλα. Ο Γιώργος είχε πάντα μεγάλη ένταση».
Ακούγατε μαζί μουσική; «Ναι, ροκ».
Ποια συγκροτήματα; «Beatles… Pink Floyd…».
Χορεύατε; «Σαν τρελοί. Αλλά οι δυο μας. Στο σπίτι. Πολύ ωραία ήταν».

Εσείς με το μεταξωτό σας φόρεμα κι εκείνος ντυμένος στα μαύρα; «Και στα άσπρα. Και είχε τρομερό ρυθμό».
Σε πάρτι φίλων πηγαίνατε; «Βέβαια! Και εκεί χορεύαμε».
Εχετε κάποιο παράπονο από τη ζωή σας; «Πολλά, πάρα πολλά, αν τα αρχίσουμε δεν τελειώνουμε, είναι άλλη συνέντευξη».

Τι είδους παράπονα; «Τα παράπονα είναι από τον Χειμωνά και είναι και προς τον Χειμωνά».
Για ποιο πράγμα; «Για τη σχέση μας».
Είναι και που εκείνος έφυγε από τη ζωή; «Οχι, αυτό είναι κοινό».
Ο Χειμωνάς είχε παράπονα από εσάς; «Ηταν τόσο ψεύτης που δεν ξέρω».
Εχουν μια γοητεία οι άνδρες που λένε ψέματα; «Οχι. Οταν λένε ψέματα, τους καταλαβαίνεις. Ο Γιώργος δεν ήταν έτσι. Δεν έλεγε ψέματα. Είναι άλλο να λες ψέματα και άλλο να είσαι ψεύτης. Ο Γιώργος ήταν ψεύτης. Ηταν έτσι φτιαγμένος. Αυτό έχει μια γοητεία».
Νομίζω ότι σας αγαπούσε υπερβολικά. «Δεν ξέρω. Υπερβολικά ή καθόλου».
Σας απήγγελλε και ποιήματα; «Ναι, πολύ ωραία ποιήματα. Δεν μπορείτε να φανταστείτε και πόσο ωραία τα διάβαζε. Καταπληκτικά!».
Η εικόνα που έχω είναι ενός ερμητικά κλειστού ανθρώπου, που ήταν συγχρόνως ανεμοστρόβιλος. Και σας είχε πάρει μέσα. Σωστή είναι; «Ναι, ναι. Σωστή. Ηταν ανεμοστρόβιλος».
Αυτό λίγο τυφλώνει; «Ναι, αλλά όταν είναι πολλά χρόνια… Κάποια στιγμή, ανοίγεις τα μάτια και βλέπεις».
Εχετε ενοχές για κάτι; «Οχι, δεν έχω ενοχές. Είχα πριν από χρόνια πολλές, μετά το σκέφτηκα καλά, και δεν έχω».
Ησασταν όλοι όμορφοι στην οικογένεια. «Ναι. Αλλά πιο όμορφη οικογένεια ήταν αυτή του Χειμωνά. Και η αδελφή του… Πιο μεγάλη από όλους μας».
Από τη Θεσσαλονίκη φύγατε πολύ νέα; «Οριστικά, στα 38 μου».

Ποια πόλη αγαπήσατε πιο πολύ; «Την Αθήνα. Τη Θεσσαλονίκη καθόλου. Εχω να πάω χρόνια. Για καμιά δουλειά μόνο… Τι ερωτική πόλη λένε ότι είναι, αυτά είναι σαχλαμάρες».
Εκεί όμως μεγαλώσατε. «Εκεί μεγάλωσα, εκεί πήγα σχολείο και πανεπιστήμιο. Και η Μαρία, η αδελφή μου, εκεί. Πέθανε, όμως. Εχω μεγάλα ανίψια από τη Μαρία».
Και ο αδελφός σας, ο Μανόλης; «Εκεί. Σπούδασε γιατρός. Οπως και η Μαρία».
Γιατί ήρθατε στην Αθήνα; «Γιατί πάντα τους άνδρες ακολουθούσα. Τότε ακολούθησα τον προηγούμενο άνδρα μου. Θα ερχόμουν οπωσδήποτε πάντως».
Εσείς ήρθατε με τον έρωτα. Ο αδελφός σας; Η αδελφή σας; «Ολοι με τον έρωτα ήρθαμε».
Σημαίνει ότι ακολουθήσατε την καρδιά σας. «Βέβαια. Το συναίσθημα έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο στη ζωή μου».
Και τι σας όρισε; Η παρόρμηση; «Μάλλον».

Ωραίο είναι να αψηφά κανείς τη λογική; «Ωραίο είναι. Η πραγματικότητα δεν έλεγε τίποτα για μένα, ποτέ. Αν δεν υπάρχει ένταση ερωτική…».
Μια ζωή μέσα στον έρωτα. Με τον Χειμωνά, πιο πολύ; «Με τον Χειμωνά, πάρα πολύ».
Σας έχει λείψει τελικά ο έρωτάς του; «Βέβαια. Πώς να μη μου έχει λείψει; Το θέμα, όμως, είναι πως εκείνος έχασε τη ζωή του».
Του γιου σας του άρεσε αυτό το σκηνικό; «Δεν είχε καμία σχέση. Ολα κλειστά. Ο Θανάσης ήταν κλειστός. Ποτέ δεν μιλούσαμε για αυτό. Ο Θανάσης δεν μιλάει».
Η δική σας σχέση με τον Θανάση, πώς είναι; «Πολύ καλή. Παιχνιδιάρικη».

Είναι δικαίωση; «Ναι».
Είναι ευχαριστημένος με όσα κάνει; «Ναι, αλλά είναι δύσκολοι καιροί».

Γιατί, κυρία Αναγνωστάκη, μερικές φορές, πολύ σοβαρά θέματα της ζωής μας μοιάζει να μη θέλουμε να τα αναγνωρίσουμε;
«Αναπτύσσουμε άμυνες. Εγώ έλεγα τα πάντα· δεν έκρυβα. Ολα τα έβγαζα από μέσα μου. Τα πέπλα, όμως… Εμείς είχαμε πολλά πέπλα ανάμεσά μας…».
Τι εννοείτε; Ποια πέπλα; «Με τον Χειμωνά λέω. Τώρα προχώρησα περισσότερο την κουβέντα, δεν πρέπει, και δεν θέλω οι άλλοι να σκέπτονται αυτό που σκέπτομαι εγώ. Δεν θέλω να καταλαβαίνουν. Την κρύβω τη σκέψη μου».
Συμφωνώ, γιατί πρόκειται για συνέντευξη. Αλλά δεν θέλετε με μια καλή σας φίλη να μοιραστείτε πράγματα; «Απαπα! Είναι καλές φίλες, αλλά μακριά».
Αρα έχετε έναν κόσμο μυστικό. «Ναι, τελείως δικό μου, όχι ότι είναι τίποτα σπουδαίος, αλλά δεν αφήνω κανέναν να μπει. Να το γράψετε κι αυτό, παρακαλώ· ότι δεν είναι σπουδαίος κόσμος…».
Αλληλογραφούσατε με φίλους σας, όπως τώρα στέλνουμε ο ένας στον άλλον μηνύματα; Εχετε κρατήσει επιστολές; «Δεν έγραφα ούτε παλιά ούτε τώρα. Τώρα γράφω μόνο από ανάγκη, αν θέλω κάτι να πω. Κι έχω κρατήσει ορισμένα γράμματα μόνο. Κάποια».
Ερωτικές επιστολές στον Χειμωνά γράφατε; «Ναι, αλλά αυτό είναι άλλο. Και όταν θύμωνα, τις έγραφα και μετά τις έσκιζα και του τις άφηνα σκισμένες. Τις έσκιζα με οργή. Αυτό μοιάζει να είναι αστείο, αλλά είναι αλήθεια».
Μου αρέσει που είμαστε μαζί. «Κι εμένα μου αρέσει».
Και είναι και τιμή μου. «Δεν είναι τιμή. Σας δέχτηκα επειδή πάντα σας εκτιμούσα. Πάρτε ένα σοκολατάκι! Τα σοκολατάκια είναι τα αγαπημένα μου, γιατί είναι μικρά. Μπορώ να τα φάω όλα αυτά έως το βράδυ».
Ευχαριστώ. Παλιά δεν θέλατε να δώσετε συνεντεύξεις. «Δεν έδινα, γιατί ρωτούσαν πολλά, έπρεπε να πω πολλά, να απαντήσω σε ορισμένα πράγματα που δεν ήθελα. Ενώ τώρα, όταν δεν θέλω να πω κάτι, το ρίχνω αλλού, απαντάω άλλα σε αυτά που με ρωτάνε και είμαι εντάξει. Βρίσκω δικαιολογίες».
Από το θέατρο τι σας συγκινούσε; «Από αυτά που έχω ζήσει εγώ; Υπήρξαν τέτοιες στιγμές, αλλά τελείωσαν. Δεν θυμάμαι».
Αποκλείεται να μη θυμάστε κάτι… «Θα σας πω. Οσες φορές τραγουδούσα τον «Ουρανό κατακόκκινο» (σ.σ.: Την Τρίτη Διεθνή, με την οποία έκλεινε το έργο). Με συγκινούσε πάρα πολύ αυτό το τραγούδι, και το τραγουδούσα σπίτι. Μόνη μου, σαν να ήμουν μπροστά σε κόσμο· και μετά συγκινιόμουν. Δεν τολμούσα, όμως, να το τραγουδήσω στο θέατρο. Μου έλεγαν να το πω, αλλά ντρεπόμουν. Εχω ζήσει ωραίες στιγμές με το θέατρο, αλλά όχι μέσα στο υπόγειο του Κουν. Τις έζησα έξω, με ηθοποιούς που έκανα παρέα και καταλάβαιναν πολύ αυτό το τραγούδι που σας λέω. Ο Κουν έλεγε «Τι τα βάζεις τώρα τα τραγούδια;» –δεν τα ήθελε καθόλου, κυρίως τα επαναστατικά. Μετά, σιγά σιγά, δέχτηκε να τα βάζω. Τον έπεισα».
Είχατε μπλέξει με δύσκολους· Χειμωνά, Κουν… «Πολύ. Δεν θέλεις τίποτ’ άλλο».
Παρακολουθούσατε τις πρόβες; «Στον Κουν πάντα. Και πολλές φορές όλη τη διαδικασία παραγωγής, από την αρχή έως το τέλος. Ηταν μεγάλο το ενδιαφέρον. Αν κάτι έβλεπα που ήθελα να το πω, το έλεγα στον Κουν, χωρίς να είναι μπροστά οι ηθοποιοί. Τους σκεπτόμουν πολύ έτσι όπως πάλευαν. Και ο Κουν φώναζε».
Κάνατε ωραίες φιλίες μέσα από το θέατρο λοιπόν. «Ναι, και έρχονται ακόμη και με βλέπουν πολύ συχνά».
Ποιες ήταν οι αγαπημένες σας φιλενάδες; «Η Μαρίκα Τζιραλίδου, η Βέρα Ζαβιτσιάνου, η Ρένη Πιττακή. Και άλλες, όμως, με τις οποίες μετά χαθήκαμε».
Ποιο ήταν το καλύτερο παιδί του Θεάτρου Τέχνης; «Για μένα, ο Μίμης Κουγιουμτζής, επειδή ήταν φίλος μου. Από εκεί και πέρα, για τους άλλους δεν ξέρω τι ήταν ο Μίμης. Μπορεί να διαφωνούν».
Το τελευταίο έργο σας ήταν για τον Γιώργο Χειμωνά και είχε τίτλο «Ο Γιώργος ως Αμλετ». Το ανέβασε ο Θοδωρής Γκόνης. Η Ρένη Πιττακή έκανε τον δικό σας ρόλο. Ηταν σαν να του μιλούσατε. «Τι έγραψα; Δεν το θυμάμαι. Οχι ότι δεν έγινε, αφού το λέτε θα έγινε, αλλά δεν θυμάμαι. Είμαστε πολύ φίλες με τη Ρένη. Την αγαπώ πάρα πολύ».
Ησασταν πολύ δεμένοι με τον αδελφό σας, τον Μανόλη; «Πάρα πολύ, πάρα πολύ. Μου στοίχισε πολύ αυτός ο χωρισμός. Κοιτάξτε εδώ. Δεν μοιάζουμε σε αυτή τη φωτογραφία; Πολύ, έτσι δεν είναι; Ο Μανόλης έκανε κι ένα παιδί, τον Ανέστη. Γράφει κι αυτός».
Κάνατε παρέα με τον Χειμωνά και τον αδελφό σας μαζί; «Πώς, κάναμε. Είχαν κοινά ενδιαφέροντα ο Μανόλης με τον Γιώργο. Ηταν καλά μαζί. Υπήρχε εκτίμηση».
Ταξιδεύατε συχνά; «Προτού παντρευτώ, πολύ συχνά. Μετά πιο αραιά, αλλά πάντα με αεροπλάνο, γιατί πάνε γρήγορα, από τη μια στιγμή στην άλλη βρίσκεσαι σε άλλη χώρα. Πηγαίναμε σε πολλά ταξίδια επαγγελματικά. Παρίσι, Ρώμη, Λονδίνο… Μια φορά, για λίγο, και στην Αμερική. Δεν θυμάμαι όμως πού».
Ποια πόλη σάς άρεσε περισσότερο; «Δεν θυμάμαι».
Γιατί κάθεστε απέναντι από την τηλεόραση; Τι παρακολουθείτε; «Ειδήσεις. Πολύ. Συνέχεια. Ολα τα παρακολουθώ. Θέλω να είμαι εντός των πυλών».
Είστε λίγο ανήσυχη με όσα συμβαίνουν; «Ας γίνει ό,τι γίνει. Ετσι ή αλλιώς θα πεθάνουμε…».
Να σας αφήσω τώρα για να ξεκουραστείτε; «Οπως θέλετε. Και όποτε θέλετε να ξανάρθετε».
Σας ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία και για όσα μου είπατε. «Κι εγώ σας ευχαριστώ!».

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 10 Απριλίου 2016

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.