Τραμπ, τρόμος και γοητεία

Η άνοδος του δισεκατομμυριούχου Ντόναλντ Τραμπ στην κούρσα για το προεδρικό

ΤΟ ΒΗΜΑ – The Project Syndicate
Η άνοδος του δισεκατομμυριούχου Ντόναλντ Τραμπ στην κούρσα για το προεδρικό χρίσμα στις ΗΠΑ έχει προκαλέσει ένα μείγμα τρόμου και γοητείας. Καθώς η εκστρατεία του, που κάποτε αντιμετωπιζόταν με χλευασμό, συνεχίζει να γνωρίζει επιτυχίες, οι ειδικοί αναζητούν κάποια ιστορική ή ξένη αναλογία που μπορεί να ρίξει φως σε αυτό το φαινόμενο.
Και ενώ καμμία σύγκριση δεν είναι τέλεια, η πιο εύστοχη είναι με τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, τον Ιταλό μεγιστάνα των ΜΜΕ που υπηρέτησε τρεις θητείες ως πρωθυπουργός της χώρας του. Δεν είναι μία καθησυχαστική αναλογία.

Φυσικά, ο Μπερλουσκόνι και ο Τραμπ μοιράζονται κάποιες επιφανειακές ομοιότητες, συμπεριλαμβανομένων των πολλών γάμων και ενός γενικά χυδαίου ύφους. Αλλά η πιο σημαντική – και η πιο ανησυχητική – ιδιότητα που μοιράζονται είναι μια δυνατότητα να υποκαθιστούν την ουσία με το μάρκετινγκ, μια προθυμία να λένε κατάφωρα ψέματα αναζητώντας την δημοσιότητα και το πλεονέκτημα, και μια προθυμία να εκφοβίζουν τους επικριτές τους ώστε να τους αναγκάσουν να σωπάσουν.

Η συνοχή έλειπε πάντα από το πολιτικό πρόγραμμα του Μπερλουσκόνι, ακόμα και από την θεμελιώδη ιδεολογία του. Μοναδική ατζέντα του ήταν να προστατεύει ή να προωθεί τα δικά του επιχειρηματικά συμφέροντα.

Μέχρι στιγμής, ο Τράμπ έχει ακολουθήσει κατά μεγάλο μέρος την ίδια στρατηγική, λέγοντας τα πάντα προκειμένου να αρπάξει άλλη μία ψήφο. Το ερώτημα είναι τι θα συμβεί αν μπει στον Λευκό Οίκο. Το σύστημα ελέγχων και ισορροπιών στο Σύνταγμα των ΗΠΑ έχει μια απαράμιλλη ικανότητα να αποτρέπει κάθε κλάδο εξουσίας από το να γίνεται ανεξέλεγκτη. Αλλά, η χειραγώγηση της κοινής γνώμης είναι ένα ισχυρό όπλο σε οποιαδήποτε δημοκρατία, και αυτό είναι ένα όπλο που ο Τραμπ, όπως και ο Μπερλουσκόνι, ξέρει να το χειρίζεται καλύτερα από τους περισσότερους.

Ο Μπερλουσκόνι κατάφερε να εφησυχάσει με κάποιο τρόπο τους Ιταλούς και να τους κάνει να πιστέψουν ότι όλα ήταν καλά στην οικονομία και στην κοινωνία τους, ακόμη και στον απόηχο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 2008, όταν απλά δεν ήταν. Υπό την ηγεσία του, η Ιταλία έχασε πολλά χρόνια όταν η κυβέρνησή της θα έπρεπε να είχε επιδιώξει κρίσιμες μεταρρυθμίσεις.

Πώς το κατάφερε αυτό ο Μπερλουσκόνι; Κατά το μεγαλύτερο μέρος, χρησιμοποίησε το αστείο, το ψέμα, και το χαμόγελο. Οταν αυτό δεν λειτουργούσε, κατέφευγε στον εκφοβισμό, μεταξύ άλλων μέσω αγωγών για συκοφαντική δυσφήμιση.

Στην πραγματικότητα, λίγοι μεγιστάνες μέσων ενημέρωσης – ο Μπερλουσκόνι κατέχει μεγάλα εμπορικά τηλεοπτικά κανάλια της Ιταλίας και πολλές ημερήσιες εφημερίδες (είτε απευθείας είτε μέσω της οικογένειάς του) – χρησιμοποίησαν ποτέ τόσο αθρόα τις δικαστικές αγωγές δυσφήμισης για να φιμώσουν δημοσιογράφους και άλλους επικριτές τους.

Ολες αυτές οι τακτικές περιλαμβάνονται και στο οπλοστάσιο του Τραμπ. Είναι επιθετικός με τους αντιπάλους του, ειδικά στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αν κερδίσει την προεδρία, ο ίδιος έχει πει ότι θα επιδιώξει να ελέγξει την κριτική των μέσων ενημέρωσης. Και όμως, το ουσιαστικό μήνυμά του είναι αισιόδοξο, και το μεταδίδει με αστεία και μεγάλα χαμόγελα. Οπως έχει δείξει ο Μπερλουσκόνι, όταν ο κόσμος είναι απογοητευμένος, όπως συμβαίνει σήμερα σε ένα μεγάλο μέρος της Αμερικής, αυτή η προσέγγιση μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική – και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.

Τόσο ο Τραμπ όσο και ο Μπερλουσκόνι είναι αδίστακτοι και πρόθυμοι να καταφύγουν σε κάθε μέσο για την επίτευξη των (ιδιοτελών) σκοπών τους. Με δεδομένο αυτό, το να υποτιμήσουμε τον Τραμπ θα ήταν ένα τεράστιο λάθος: θα αποδεικνύεται πάντα πιο ισχυρός, πιο ολισθηρός και πιο ανθεκτικός από ό,τι αναμενόταν. Ο μόνος τρόπος για να αποφύγουμε μια καταστροφή επιπέδου Μπερλουσκόνι – ή ακόμα χειρότερη – είναι να συνεχίσουμε να τον επικρίνουμε, εκθέτοντας τα ψέματά του, και αναγκάζοντάς τον να λογοδοτήσει για τα λόγια και για τις πράξεις του, ανεξάρτητα από τις προσβολές ή τις απειλές που θα εκτοξεύει.

Πάρα πολλοί Ιταλοί σήκωσαν τους ώμους τους αδιάφορα στα ψέματα και στις αποτυχίες του Μπερλουσκόνι, υπολογίζοντας ότι σύντομα θα φύγει, χωρίς να έχει κάνει μεγάλη ζημιά. Αλλά δεν έφυγε, και έκανε αρκετό κακό. Οι ΗΠΑ δεν έχουν την πολυτέλεια να κάνουν το ίδιο λάθος. Το τίμημα της ελευθερίας, λένε οι Αμερικανοί, είναι η αιώνια επαγρύπνηση. Στην αντιμετώπιση του Τραμπ, δεν μπορεί να υπάρξει καμμία έκπτωση σε αυτή την επαγρύπνηση.


Ο Μπιλ Εμοτ είναι πρώην διευθυντής του περιοδικού The Economist.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.