Eίναι ο πρώτος που είχε ετοιμάσει τον (μακροσκελή, σχετικά) λόγο του, ώστε να είναι έτοιμος σε περίπτωση που κερδίσει, όπως είναι και ο πρώτος που ανακοίνωσε ότι προσφέρει το ποσό των 3.000 ευρώ σε εκείνους που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη (πρόσφυγες και παιδιά): ο Αργύρης Πανταζάρας που ανέβηκε στην σκηνή, την περασμένη Δευτέρα, να παραλάβει το Βραβείο Δημήτρης Χορν και να φορέσει στον λαιμό του τον σταυρό του σπουδαίου έλληνα ηθοποιού, είναι ο 16ος στη σειρά νικητής αυτής της θεατρικής σκυταλοδρομίας.
Με σαφές πολιτικό, κοινωνικό και ανθρωπιστικό μήνυμα, με καλλιτεχνικές όσο και προσωπικές αναφορές, ο 28χρονος ηθοποιός κέρδισε σχεδόν παμψηφεί (έλαβε μία ψήφο λιγότερη από το άριστα) τη διάκριση για τρεις ερμηνείες: τον μονόλογο «ΑΩ» βασισμένο στον «Ακατονόμαστο» του Μπέκετ σε διασκευή και σκηνοθεσία δική του, τον Τρελό του Σαίξπηρ στον «Βασιλιά Ληρ», σε σκηνοθεσία Τομάζ Παντούρ, και τον Εκτορα στον «Ρήσο» του Ευριπίδη, από την Κατερίνα Ευαγγελάτου. Εφέτος, σε σκηνοθεσία της τελευταίας, ήταν ο Μεφιστοφελής στον «Φάουστ» του Γκαίτε, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, πλάι στον Νίκο Κουρή.
Ο Αργύρης Πανταζάρας μεγάλωσε στον Βόλο, μέσα σε μια οικογένεια που αγαπούσε την τέχνη. Αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και σύντομα βγήκε στο θέατρο δουλεύοντας με σημαντικούς σκηνοθέτες: Μαρμαρινός, Πατεράκη, Χουβαρδάς, Καραθάνος, Κονιόρδου καθώς και νεότεροι –Καραντζάς, Χάρης Φραγκούλης, με τον οποίο έφτιαξαν και την ομάδα Kursk. Συνεργάστηκε με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου ενώ είχε επιλεγεί από τον Λευτέρη Βογιατζή να παίξει τον Οιδίποδα στην παράσταση που δεν ανέβηκε ποτέ. Είχε ήδη παίξει στο «Θερμοκήπιο». Η γνωριμία του με τον Βογιατζή ήταν καθοριστική, γι’ αυτό και του αφιέρωσε το βραβείο –εξ ημισείας με τη φίλη του, την Ελλη.
«Αυτό το βραβείο είναι μια ενθάρρυνση» είπε, τονίζοντας ότι «δεν ανήκει σε κανέναν».
Με μια αγάπη στη ζωγραφική και μια αίσθηση του συνολικού χώρου επέλεξε το θέατρο θέλοντας να παντρέψει όλες τις μορφές τέχνης –όπως ένας κλόουν. Και είναι αλήθεια ότι ο ίδιος παραπέμπει σε αυτή την πολυπρισματική περσόνα, καθώς εκτός από υποκριτικό ταλέντο διαθέτει και ένα καλογυμνασμένο και εύπλαστο σώμα, σαν ακροβάτης.
«Νομίζω πως έγινα ηθοποιός», λέει στο «Βήμα» με τον σταυρό του Χορν πλέον στον λαιμό του, «για να ανακαλύπτω κάθε μέρα τους λόγους. Πραγματικά δεν ξεκίνησα με αυτή την επιθυμία, ούτε με αυτό το όραμα, ή τουλάχιστον δεν με αφήνω να το παραδεχθώ. Το να είσαι ηθοποιός δεν είναι εύκολη υπόθεση, όπως δεν είναι εύκολη υπόθεση και να το επιθυμείς». Και προσθέτει: «Ισως είμαι ηθοποιός, γιατί είναι κάτι που με γειώνει, αλλά μου επιτρέπει και να δραπετεύω. Με εναρμονίζει με το παρόν, αλλά μου δίνει και τη δύναμη να ταξιδεύω στον χρόνο. Να έχω την ευθύνη απέναντι στους προγόνους μου, τη σημερινή κοινωνία και τους απογόνους μου».
Οσο για τη δική του εξήγηση στην επιτυχία (του) λέει: «Επιτυχία είναι να νιώθεις δημιουργικός και να κάνεις τα πάντα για να νιώθουν και οι άλλοι δίπλα σου. Αυτό είναι το πρώτο στάδιο μιας “επιτυχίας”.Μετά μαθαίνεις να το μοιράζεσαι με όσο περισσότερους μπορείς και αν σου πουν ένα “ευχαριστώ” τότε έγινε επιτυχία». Και καταλήγει: «Ο Δημήτρης Χορν είναι ένας πρόγονός μου, ένας συγγενής και συνταξιδιώτης του χρόνου, μοιραζόμαστε το ίδιο πάθος».
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
