Πέτρος Θέμελης: «Η Μεσσήνη είναι ένα πάθος, μια αγάπη τρελή. Και ας μην με πληρώνει κανείς»

Ηρεμος, με χαμηλή φωνή, αλλά με γέλιο αυθόρμητο και δυνατό, ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας Πέτρος Θέμελης, ο άνθρωπος που έχει επωμισθεί την ανασκαφή μιας ολόκληρης αρχαίας πόλης, της Μεσσήνης,

Ηρεμος, με χαμηλή φωνή, αλλά με γέλιο αυθόρμητο και δυνατό, ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας Πέτρος Θέμελης, ο άνθρωπος που έχει επωμισθεί την ανασκαφή μιας ολόκληρης αρχαίας πόλης, της Μεσσήνης, με δέχτηκε στο γραφείο του στην Αθήνα. Η ημέρα ήταν ηλιόλουστη και λαμπερή, αν και χειμερινή, ο χώρος γεμάτος βιβλία, πίνακες ζωγραφικής, ωραία γλυπτά που καμία σχέση δεν έχουν με την αρχαιότητα –«δεν μου αρέσουν τα γραφεία που είναι γεμάτα αντίγραφα μνημείων» λέει -, το χριστουγεννιάτικο δέντρο στεκόταν στολισμένο δίπλα στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα, από όπου και η απαράμιλλη θέα: ο αρχαιολογικός χώρος του Κεραμεικού και η Ακρόπολη.
Ο Πέτρος Θέμελης που γράφει ιστορία με τις συστηματικές πολύχρονες ανασκαφές του και την αποκάλυψη μιας ολόκληρης πόλης, που την ξαναστήνει όπως ήταν, που έχει αποδειχθεί και εξαιρετικός μάνατζερ, που τον συναρπάζουν οι επιγραφές, τα αρχαία κείμενα, τα σπασμένα αγάλματα, τα χώματα, οι λάσπες, οι ουρανοί, οι θάλασσες και όλα τα ζωντανά, είναι ένα από τα εξέχοντα πρόσωπα του τόπου, τα τελευταία χρόνια.
Θεσσαλονικιός στην καταγωγή, μεγαλωμένος ανάμεσα σε λογοτέχνες και ζωγράφους που ήταν ο κύκλος του πατέρα του, καθώς και εκείνος υπηρετούσε και τις δύο τέχνες, ορφανός πολύ νωρίς από μητέρα και μεγαλωμένος από τη θεία του Ελισάβετ, κάθεται στο γραφείο του απέναντί μου και περιμένει. Αναρωτιέμαι δυνατά τι άλλο ή διαφορετικό θα είχε να πει αυτός ο δυναμικός επιστήμονας στο ΒΗΜΑgazino αφού έχει δώσει τόσες συνεντεύξεις, και εκείνος, χαμογελώντας πάντα, απαντά ότι «αυτό εξαρτάται κάθε φορά από το ποιον έχεις απέναντί σου, τι σε ρωτάει και πώς αισθάνεσαι».
Κύριε καθηγητά, πώς βρεθήκατε στη Μεσσήνη; «Είχαν περάσει δέκα χρόνια αφότου είχε πεθάνει ο Αναστάσιος Ορλάνδος που ήταν γραμματέας της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας και είχε ανασκάψει στη Μεσσήνη, όταν το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας ανέθεσε τη συνέχιση του έργου σε εμένα. Είχε μεσολαβήσει ένας άλλος γραμματέας, ο Γεώργιος Μυλωνάς. Ανέλαβα καθήκοντα το 1986. Η Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, αν δεν το ξέρετε, είναι ιδιωτικό σωματείο εποπτευόμενο από το κράτος –ιδρύθηκε το 1837 -, με μεγάλη δράση στον χώρο της αρχαιολογικής μέριμνας και έχει δικαιώματα σε μερικές ανασκαφές στην Ελλάδα».

Οταν φτάσατε στη Μεσσήνη, τι βρήκατε; «Μια περιοχή με λιόδεντρα και αμπέλια. Ο Ορλάνδος είχε αγοράσει μόνο ένα μικρό κομμάτι γης και είχε φέρει στο φως ένα μέρος του Ασκληπιείου, αλλά για να φτάσεις εκεί έπρεπε να περπατήσεις μέσα από δρομάκια ιδιωτικά. Ο ίδιος ερχόταν με ένα γαϊδουράκι από τον σταθμό του τρένου της Βαλύρας. Ρομαντικές εποχές, έφερνε μαζί του το φαΐ που του έφτιαχνε η αδελφή του, και έσκαβε δυο-τρεις εβδομάδες τον χρόνο. Εμείς δουλεύουμε δέκα μήνες τον χρόνο, γι’ αυτό και απέδωσε το έργο μας».
Και το πρώτο που κάνατε ήταν να αγοράσετε τη γη από τους κατοίκους της. Σας την πούλησαν εύκολα; «Μας παρακαλούσαν να την αγοράσουμε. Πήραμε 400 στρέμματα, αρχίσαμε τις ανασκαφές και τώρα πια έχουμε βρει όλον τον δημόσιο χώρο με την Αγορά του. Εχει απομείνει μόνο να ψάξουμε για ακόμη δύο ναούς που περιγράφει ο Παυσανίας. Εχουμε εντοπίσει και τα ιδιωτικά σπίτια εκατέρωθεν της Αγοράς με ηλεκτρομαγνητικές διασκοπήσεις, οι οποίες δείχνουν πώς διαγράφονται τα οικοδομικά τετράγωνα κάτω από την επιφάνεια της γης».

Θα τα αποκαλύψετε και αυτά;
«Δεν έχει νόημα. Θέλεις πολλά χρόνια και πολλά λεφτά για να τα φέρεις στο φως και να τα συντηρήσεις. Είναι αχανής ο χώρος. Η αρχαία Μεσσήνη ήταν από τις μεγαλύτερες πόλεις της Ελλάδας, μεγαλύτερη και από την αρχαία Αθήνα».
Πόσο πληθυσμό είχε; «Δέκα χιλιάδες είναι ένα μάξιμουμ νούμερο για όλη την επικράτειά της, δηλαδή μαζί με τα χωριά. Εμείς βγάζουμε τα συμπεράσματα από τους καταλόγους εφήβων και όχι από τη χωρητικότητα των θεάτρων, όπως γίνεται συνήθως. Τα θέατρα ούτως ή άλλως είναι κολοσσιαία, επειδή συνέρρεαν σε αυτά άνθρωποι από την περιφέρειά τους για να συμμετέχουν σε συγκεντρώσεις πολιτικές και σε πανηγύρια».
Βρήκατε και το νεκροταφείο; «Βέβαια. Και σκελετούς πάρα πολλούς, που τους καθαρίζουμε, τους τυλίγουμε σε χαρτοβάμβακα, τους βάζουμε σε χαρτοκιβώτια ώσπου να έρθει κάποιος ανθρωπολόγος να τους εξετάσει. Εχει γραφεί και ένα βιβλίο για τους ανθρώπους της αρχαίας Μεσσήνης».
Με τι χρήματα αγοράσατε τα 400 στρέμματα; «Με ιδιωτικά χρήματα. Από τη νομαρχία, τον ΕΟΤ, την Αρχαιολογική Εταιρεία, από χορηγούς».
Και τα έργα που κάνετε τόσα χρόνια, με τι κονδύλια γίνονται; «Μας τα δίνει το κράτος από τα ευρωπαϊκά προγράμματα, και οι χορηγοί που μας εμπιστεύονται. Αυτά τα προγράμματα μας έδωσαν μεγάλη ώθηση, περάσαμε μια 15ετία πάρα πολύ καλή, με έργα υποδομών πολύ σημαντικά. Τώρα περιμένουμε τα χρήματα από το πέμπτο πρόγραμμα του ΕΣΠΑ, αλλά δεν έχει προκηρυχτεί το έργο ακόμη. Δεν ξέρω τι θα γίνει. Και τον Νοέμβριο που μας πέρασε τελείωσε το τέταρτο πρόγραμμα, απολύθηκε δυστυχώς το προσωπικό, 31 άτομα, αρχαιολόγοι, εργατοτεχνίτες, συντηρητές…».
Θα ξανάρθουν, όμως; «Δεν είναι σίγουρο, γιατί πρέπει μέσω ΑΣΕΠ να υποβάλουν ξανά τα δικαιολογητικά τους. Και έχει τύχει να έρθουν άλλοι άσχετοι επειδή ήταν παιδιά πολυτέκνων και είχαν μόρια. Αν και αυτοί που δουλεύουν στη Μεσσήνη εδώ και 30 χρόνια είναι οι ίδιοι, επειδή έχουν τα προσόντα. Η διαδικασία, όμως, είναι χρονοβόρα. Ξέρετε τι τραβάμε με αυτά;».
Οπότε, αν πάτε τώρα εκεί, δεν θα βρείτε κανέναν; «Μόνο τους φύλακες, που είναι κρατικοί υπάλληλοι. Ολα νεκρά είναι. Εγώ θα πάω όταν φτιάξει ο καιρός και θα δουλέψω. Και αν μέχρι τον Μάρτιο δεν γίνει η προκήρυξη, θα υπολειτουργώ με μερικά χρήματα που έχω από χορηγούς».
Το κράτος δεν πρέπει κάτι να κάνει; «Το κράτος πρέπει εσαεί να συντηρεί τις αρχαιότητες και να καθαρίζει τον χώρο από τα ξερά χόρτα. Αλλιώς θα ρημάξουν, θα εξαφανιστούν μέσα στη φύση, γιατί η φύση ορμά και καλύπτει το χαμένο έδαφος που της αφαίρεσες. Δυστυχώς, όμως, κανένας αρχαιολογικός τόπος δεν συντηρείται».
Νοιάζεστε για το παραπέρα; «Είναι η μόνιμη έγνοια μου. Το τι θα γίνει μετά. Δεν λέω μετά από εμένα, γιατί είναι εγωιστικό, λέω μετά. Θα μπορέσει το κράτος να τα βγάλει πέρα με μια ολόκληρη πόλη; Κινητοποιώ την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τους κατοίκους, τις κοινότητες, επειδή όλοι έχουν οικονομικό όφελος. Αλλά η Αυτοδιοίκηση κωφεύει, παρά τις επίμονες προσπάθειές μου».
Εσείς, κύριε καθηγητά, από ποιον φορέα αμείβεστε; «Από κανέναν. Τα χρήματα του ΕΣΠΑ δεν προβλέπουν μισθό για εμένα. Εγώ είμαι ένα είδος εθελοντή –ας το πούμε έτσι. Ζω από τη σύνταξή μου. Ο μόνος χώρος από τον οποίο έχω κερδίσει κάτι χρήματα είναι οι αρχαιολογικοί οδηγοί που είχα γράψει τη δεκαετία του ’70-’80, τότε που ο τουρισμός ανθούσε και οι εκδότες έδιναν ένα εφάπαξ, χωρίς ποσοστά».

Σύνταξη από πού παίρνετε; «Δούλευα 21 χρόνια στην αρχαιολογική υπηρεσία ως έφορος αρχαιοτήτων, και άλλα 20 ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Πρόλαβα και πήρα το εφάπαξ. Η γυναίκα μου είναι και εκείνη καθηγήτρια, έχει τη δική της σύνταξη. Με αυτά τα χρήματα πορευόμαστε. Εχουμε και έναν γιο, οικονομολόγο. Ευτυχώς, δουλεύει. Εχουμε και δύο εγγόνια. Τον Πετράκη και τη Σοφία».
Και η Μεσσήνη τι σας είναι; «Η Μεσσήνη είναι ένα πάθος, μια αγάπη τρελή που με κρατά ζωντανό, που δεν την αφήνω με τίποτα. Και ας μη με πληρώνει κανένας· και καλύτερα, επειδή, αν με πλήρωναν, δεν θα ήμουν ανεξάρτητος».
Γιατί είναι μια αγάπη τρελή; «Επειδή η αρχαιολογία είναι δημιουργία, κυρίως όταν ξαναζωντανεύεις μια πόλη. Πασχίζεις να τη φέρεις πίσω στον ήλιο, να της δώσεις νέα ζωή, να ζήσει το παρόν. Και τώρα που τη βλέπω έτσι όρθια να στέκεται, νιώθω ευτυχισμένος. Αλλά δεν σταματάω· δεν τελειώνουν αυτά τα έργα. Και επιπλέον θέλω να γίνει ένας τόπος που να έρχονται οι άνθρωποι και να ψυχαγωγούνται. Να γίνονται εκθέσεις, παραστάσεις…».
Πείτε μου για την πολύ ωραία Κρήνη της Αρσινόης που βλέπουμε καθώς μπαίνουμε στον χώρο. «Ετσι την ονομάζει ο Παυσανίας. Η Αρσινόη ήταν κόρη του γενάρχη της Μεσσήνης, Λεύκιππου, και μητέρα του Ασκληπιού, μυθικού βασιλέα του τόπου. Η κρήνη ήταν χώρος αναψυχής, είχε αγάλματα, συνέρρεε κόσμος, ήταν ένα νυμφαίο. Δίπλα είχε μια στοά μήκους 200 μ., που επίσης ήταν στοά αναψυχής, και μετά ο κόσμος κατηφόριζε προς την Αγορά για να συζητήσει, να χαζέψει τα έργα τέχνης ή να παρακολουθήσει μιαν εκδήλωση».

Ποια ονόματα ξεχωρίζουμε στην Ιστορία της Μεσσήνης; «Στα ιστορικά χρόνια έχουμε τον Αριστομένη, τον Αριστόδημο και άλλους που πήραν μέρος στους Μεσσηνιακούς Πολέμους. Ο Αριστόδημος έσφαξε την κόρη του, τη θυσίασε στους θεούς, για να νικήσει τους Σπαρτιάτες που είχαν εισβάλει στη Μεσσηνία. Επί 300 χρόνια πολεμούσαν και έχασαν. Ελευθερώθηκαν από τους Θηβαίους χάρη στον Επαμεινώνδα. Αυτός ίδρυσε το 369 π.Χ., με βάση το μεγαλειώδες ιπποδάμειο πολεοδομικό σύστημα, τη Μεσσήνη και τη Μεγαλόπολη ως αντίπαλα δέη της Σπάρτης».

Η Σπάρτη δεν έχει ανασκαφτεί. «Η αρχαία Σπάρτη δυστυχώς βρίσκεται κάτω από πολλά μέτρα χώμα και πάνω της είναι κτισμένη η νέα πόλη από τους Βαυαρούς. Το ίδιο έκαναν οι Βαυαροί και στην Ερέτρια και στην Αθήνα. Εγκλημα είναι…».

Τον πρώτο καιρό που ήσασταν στη Μεσσήνη, πώς σας φέρονταν οι κάτοικοι; «Οι κάτοικοι ήταν μια μικρή ομάδα ηλικιωμένων που μου φέρονταν πολύ ζεστά. Στο σπίτι του Μπαλόπουλου κοιμόμουν και έτρωγα, και όταν ήρθε η πρώτη ομάδα φοιτητών και αρχαιολόγων μάς μαγείρευε η Κουντούραινα. Ο άνδρας της σιγά σιγά έκανε το σπίτι τους εστιατόριο, και τώρα είναι το καλύτερο της περιοχής».
Στην ανάπτυξη που επήλθε στην περιοχή από την ανάδειξη της αρχαίας πόλης, οι ντόπιοι πώς ανταποκρίνονται; «Διαπιστώνω ένα είδος νεοπλουτισμού που τον έχω συναντήσει και στην Ολυμπία και στους Δελφούς. Οι άνθρωποι αυτοκαταστρέφονται. Δεν σέβονται ούτε το περιβάλλον ούτε την εγγύτητα των οικισμών με τους αρχαιολογικούς χώρους. Ξαφνικά κερδίζουν πολλά χρήματα, παρανομούν και ελλείψει αισθητικής παιδείας, το αποτέλεσμα είναι ανυπόφορο. Γι’ αυτό και οι επισκέπτες, αφού δουν τις αρχαιότητες, φεύγουν για οικισμούς που κρατάνε ένα χρώμα. Αυτή είναι η τιμωρία των κατοίκων. Στη Μεσσήνη τούς το λέω όσο είναι ακόμη καιρός: Οτι βασικό στοιχείο της επιβίωσής τους είναι να διαφυλάξουν τον ρυθμό των σπιτιών και το περιβάλλον. Δεν με ακούν όλοι. Και αισθάνομαι τύψεις καμιά φορά και σκέπτομαι «Τι έκανα εδώ;». Αλλά ξέρετε; Είναι και οι πολιτικοί υπεύθυνοι, επειδή έχουν απολέσει και αυτοί την αισθητική τους».
Τώρα, όταν βρίσκεστε εκεί, πού μένετε; «Μέσα στον αρχαιολογικό χώρο, κάτω από το Μουσείο. Εχω κήπο δικό μου, το κομπιούτερ μου, μερικά βιβλία. Περνάω καλά».

Είχατε πει κάποια στιγμή «Εδώ θέλω να αφήσω την τελευταία μου πνοή». «Ωχ, είναι τραγικό που το είπα».
Γιατί; Εχει μιαν αύρα ρομαντισμού. «Συγκίνησε πολύ, όμως, τον κόσμο εκεί, και άρχισε να κλαίει. Πώς να το κάνουμε; Είναι μια δεύτερη πατρίδα μου».

Τι ήταν το πρώτο αρχαίο αντικείμενο που βρήκατε μόνος σας; «Οταν πρωτοπήγα στο Γυμνάσιο του Σταδίου, βρήκα πεσμένο ένα άγαλμα σπασμένο με τα μέλη του διάσπαρτα έναν γύρο. Αυτή η αποκάλυψη και στη συνέχεια η διαδικασία της ανασύστασής του ήταν για εμένα κάτι το συναρπαστικό. Εχουν περάσει πολλά χρόνια και έχει ξεθυμάνει το συναίσθημα, δεν μπορώ να το ανακαλέσω· μόνο το θυμάμαι. Βλέπετε, έρχονται τόσο πολλά συνεχώς στο φως…».

Η συγκίνηση αυτή ήταν ίδια με εκείνη που νιώσατε όταν, πολύ νέος ακόμη, βοηθήσατε σε μιαν ανασκαφή στη Βεργίνα; «Οχι. Η Βεργίνα με ενθουσίασε ως έφηβο τότε, γιατί βγήκα στο ύπαιθρο, έπαιζα με τα χώματα, αγάπησα τα ευρήματα, κάποια διάσπαρτα πήλινα, και όλα αυτά με βοήθησαν να βρω τον εαυτό μου. Αυτό με καθόρισε από τότε. Και δεν θέλω τίποτε άλλο».
Κύριε καθηγητά, ζωγραφίζετε κιόλας. Ετσι δεν είναι; «Ναι. Αισθάνομαι πολύ ωραία όταν αφήνω τα αρχαιολογικά γραφτά και καταπιάνομαι με κάτι άλλο. Και διαβάζω. Διαβάζω τα πάντα. Παλιά και τωρινά συγγράμματα, φιλοσοφία, λογοτεχνία».
Με αδυναμία σε κάποιους λογοτέχνες; «Δεν θα το έλεγα. Μου χαρίζουν τις συλλογές τους νέοι ποιητές, τις θεωρώ κοινότοπες. Εχω διαβάσει και γυναίκες συγγραφείς, κάποιες είναι καλές, αλλά δεν ξαναγυρίζεις στα κείμενά τους. Πιστεύω ότι η λογοτεχνική γραφή πρέπει να είναι αφαιρετική και συγχρόνως συμπυκνωμένη. Να διαβάζεις και να εισχωρείς. Ισως να έχω επηρεαστεί από την υπερρεαλιστική γραφή του Πεντζίκη και άλλων της περιόδου εκείνης».

Γράφετε και εσείς ποίηση. «Ναι, τώρα στα γεράματα, γράφω ποιήματα. Μια ποίηση απλοϊκή, βάζω τα λόγια σε ένα χαρτί και το ακουμπώ στην άκρη. Επειτα τα ξαναδιαβάζω και λέω «Τι χάλια είναι αυτά;». Οχι, δεν αισθάνομαι ακόμη ποιητής. Προσπαθώ να δουλέψω τον λόγο μου».

Θα έχουμε τη χαρά και την τιμή να μας διαβάσετε κάτι δικό σας; «Να σας διαβάσω…; Νομίζω ότι είναι πρόωρο κάτι τέτοιο…». (σ.σ.: Ο κ. Θέμελης επείσθη και δημοσιεύουμε απόσπασμα από ένα «ευρύτερο ποίημα για τη Μεσσήνη που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί», καθώς λέει ο ίδιος: «Mάντεψε δόξες / τείχη θεόρατα / πλατείες αχανείς / αγάλματα και κρήνες / θέατρα και στοές / απέραντες, ναούς, / οργίστηκε ο θεός / έστειλε την ερήμωση, / άφησε τους σπονδύλους / του δωρικού τέρατος / να κείτονται αιώνια / ανάμεσα στα λουλούδια / της άνοιξης, / πνιγμένους / στα νερά της Κλεψύδρας, / πληγωμένους βαθιά / απ’ τ’ άροτρα / των βαρβάρων».)
Εχετε και έναν αδελφό μουσικολόγο; «Ο Δημήτρης είναι συνθέτης κλασικής μουσικής. Μελοποιεί ποιήματα σύγχρονων ποιητών, τους δίνει τη χροιά μιας άριας. Εμένα δεν μου αρέσει αυτό. Θα ήθελα να τα μελοποιεί σαν τα τραγούδια που λένε η Γαλάνη και η Πρωτοψάλτη. Ο Βάρναλης μελοποιημένος δεν ακούγεται. Ή ο Καβάφης… Η ατμόσφαιρα που εκπέμπει ένα ποίημα δεν αποδίδεται. Το ακούς με μουσική, λες «Τι είναι αυτό;». Βέβαια, μερικά είναι καλά. Οπως του Θεοδωράκη. Και ο Γκάτσος είναι πολύ καλός, αλλά οι στίχοι του είναι επίτηδες γραμμένοι για να μελοποιηθούν. Και ο Κουγιουμτζής έχει μελοποιήσει ωραία. Με συγκινεί και το μοντέρνο τραγούδι και τα γαλλικά, τα πάντα μου αρέσουν».
Σας αρέσει να γλεντάτε; «Καθόλου, βαριέμαι».
Δεν πηγαίνετε σε ταβερνάκια; «Παλιά το έκανα. Τώρα με κουράζει. Βγαίνουμε, βέβαια, με φίλους, διαλέγουμε απλά φαγάδικα… Πρέπει να προσέχω και τη δίαιτά μου, λόγω ηλικίας. Δεν αντέχω και τον πολύ κόσμο και την κάπνα και τη βαβούρα, είναι και χάσιμο χρόνου όταν θέλεις να γράψεις ή να διαβάσεις. Δεν μπορείς να τα κάνεις όλα».

Αφού είστε κοινωνικός! «Αναγκάζομαι να γίνομαι· είμαι κλειστός άνθρωπος. Δεν έχω μεγάλο κύκλο. Ούτε σινεμά ούτε θέατρο πάω. Είμαι στον χώρο μου με τα βιβλία μου, με τα γραπτά μου, με τη μουσική μου, με τις δικές μου διαφυγές από την καταπίεση ενός επιστημονικού γραπτού. Πρέπει να απομονώνεται κανείς, αλλιώς δεν μπορεί να δημιουργήσει. Η απομόνωση κάνει καλό. Μερικοί φίλοι δεν το καταλαβαίνουν, νομίζουν ότι είμαι σνομπ, θεωρούν ότι τους αποφεύγω, και έχω χάσει μερικούς, χωρίς να το θέλω».

Δεν έχετε φίλους καρδιάς από τα νεανικά χρόνια; «Εχω. Σιγά σιγά, όμως, εκλείπουν. Φεύγουν από τη ζωή. Ισως εγώ είμαι πιο ανθεκτικός…».
Τι είναι οι φίλοι σας; «Καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες, πολιτικοί…».

Και η σύζυγός σας;
«Εκείνη έχει τον δικό της κύκλο με τον οποίο πλέον δεν συμπλέουμε. Εχει άλλα ενδιαφέροντα, φιλοσοφικά, με παλιές συμμαθήτριές της. Κι εγώ ευκαιριακά κάνω παρέα μαζί τους».
Είστε πολύ συναισθηματικός άνθρωπος; «Ναι, είμαι».

Και ντροπαλός; «Μικρός ήμουν αγοραφοβικός. Και εξακολουθώ να είμαι λίγο συνεσταλμένος. Αλλά όχι και πολύ. Οσο μεγαλώνω, βέβαια, γίνομαι πιο συναισθηματικός. Οι γέροι κλαίνε εύκολα. Είναι και θέμα νευρώνων του εγκεφάλου. Και το ζώδιο παίζει ρόλο, αν και δεν πιστεύω στα ζώδια».

Τι ζώδιο είστε; «Καρκίνος. Είναι συναισθηματικός, ε;».
Και πολύ της οικογένειας, λένε. «Εγώ δεν είμαι της οικογένειας. Οχι ότι κάνω εξωοικογενειακές σχέσεις, αλλά μου αρέσει να φεύγω, να ταξιδεύω –εντός Ελλάδος πάντα -, να νιώθω τη φύση. Στην Πελοπόννησο έχω πάει χιλιάδες φορές και, ταξιδεύοντας για εκεί, απολαμβάνω τα σύννεφα, το χιόνι, τη βροχή, τον αέρα, το κρύο. Με ανανεώνει η επαφή με τη φύση».
Μιλάτε στα λουλούδια, στα δέντρα… «Ναι, και εδώ στο γραφείο μου βγαίνω στο μπαλκόνι και βλέπω τις αιωνόβιες χελώνες που κυκλοφορούν στον Κεραμεικό· χαζεύω. Τώρα τον χειμώνα κρύβονται, αλλά βγαίνουν όταν έχει ήλιο. Ανατρέπουν τον κανόνα».
Στη Μεσσήνη, έχει άγρια πανίδα; «Α, ναι. Φίδια, σκορπιούς πάρα πολλούς, κάργιες, κοράκια που είναι πανέξυπνα και παίρνουν τα καρύδια, ανεβαίνουν ψηλά, τα πετάνε και τα σπάνε και μετά κατεβαίνουν και τα τρώνε. Μέχρι και αγριογούρουνα έχει γεμίσει η Πελοπόννησος. Είναι και μάστιγα γιατί καταστρέφουν τα σπαρτά. Εχει αλεπούδες, τσακάλια… Μέσα στον αρχαιολογικό χώρο όλα αυτά βρίσκουν καταφύγιο και μου αρέσει η συνύπαρξη της άγριας φύσης με την αρχαία πόλη».

Εχετε πει ότι γίνονταν εκεί και θηριομαχίες.
«Ναι, στα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια. Αγρια ζώα. Τα έφερναν περιοδεύοντες θίασοι, όπως είναι σήμερα το τσίρκο Μεντράνο…».
Ο Ηρόδοτος γράφει ότι στη Μακεδονία, στη Θέρμη, είχε λιοντάρια. Στη Μεσσήνη, είχε; «Fiction είναι αυτά!».
Fiction, o Ηρόδοτος; «Μα δεν έχουν βρεθεί οστά για να το επιβεβαιώσουν, και ο Αλέξανδρος δεν κυνήγησε λιοντάρια στη Μακεδονία, αλλά στους παραδείσους της Περσίας».
Οταν βρίσκεστε στην Αθήνα, τι κάνετε; «Στην Αθήνα καταπίπτω. Και είναι κομμάτι της δικής μου επιθυμίας η επικοινωνία και η επαφή με τα νέα παιδιά, γι’ αυτό και έρχονται σχολεία εδώ και μιλάμε. Και στα σχολεία της Μεσσήνης πήγαινα παλαιότερα συχνά. Τώρα, όμως, κουράζομαι γιατί είναι μεγάλο το δόσιμο. Σε αναλώνει. Και μεγάλωσα πια. Δεν νομίζετε;».

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.