Συναγερμός από την κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου

Συχνά μια οικονομία οι εξαγωγές της οποίας εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από ένα προϊόν είναι όμηρος του προϊόντος αυτού

Συναγερμός από την κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου
Συχνά μια οικονομία οι εξαγωγές της οποίας εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από ένα προϊόν είναι όμηρος του προϊόντος αυτού, υπό την έννοια ότι όταν οι τιμές του αυξάνονται η οικονομία ευημερεί και όταν πέφτουν δυστυχεί. Συχνά συμβαίνει αυτό, όχι πάντα. Διότι ενίοτε οι κυβερνώντες φροντίζουν ώστε στους καθοδικούς οικονομικούς κύκλους να αντισταθμίζουν τη ζημιά με τις επενδύσεις που κάνουν τις περιόδους των ανοδικών κύκλων. Η Σαουδική Αραβία, που εξαρτάται κατά 90% από τις εξαγωγές πετρελαίου, βρίσκεται ενώπιον μιας βαθιάς και ίσως μακροχρόνιας οικονομικής κρίσης, με προεκτάσεις εξόχως επικίνδυνες για την παγκόσμια ασφάλεια και πρωτίστως για τις δυτικές κοινωνίες.
Οι εξελίξεις στις διεθνείς αγορές πετρελαίου είναι γνωστές. Οι τιμές έχουν υποχωρήσει κατά 40% το τελευταίο 12μηνο και κατά 60% το τελευταίο 18μηνο –διότι από τον Ιούνιο του 2014 ξεκίνησε η κατρακύλα. Η παρατεταμένη αυτή περίοδος διολίσθησης των τιμών σε συνδυασμό με πολιτικούς εσωτερικούς παράγοντες (μικροπολιτικούς ακριβέστερα…), με έναν πόλεμο εν εξελίξει (στην Υεμένη) και με τακτικές χορηγίες οικονομικής βοήθειας στην Αίγυπτο έχουν φέρει σε δεινή θέση την οικονομία της μεγαλύτερης πετρελαιοπαραγωγικής και πετρελαιοεξαγωγικής χώρας στον πλανήτη. Τον Οκτώβριο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο είχε προειδοποιήσει για τις αλγεινές προοπτικές που θα έχει η σαουδαραβική οικονομία αν η κυβέρνηση του Ριάντ συνεχίσει ανέμελα να σκορπά δισεκατομμύρια πετροδολάρια για μισθολογικές αυξήσεις και μπόνους στους δημοσίους υπαλλήλους και για κάθε είδους κοινωνικές παροχές δεξιά κι αριστερά –είναι τα μικροπολιτικά μπαξίσια που μοίραζε αφειδώς ο νέος βασιλιάς Σαλμάν μπιν Αμπντουλαζίζ αλ Σαούντ από τον Ιανουάριο που διαδέχθηκε τον εκλιπόντα ετεροθαλή αδελφό του Αμπντάλα.
Μακροβούτι στο έλλειμμα


Τον Νοέμβριο ο Σαλμάν έδειξε να ακούει τον συναγερμό που χτύπησε το ΔΝΤ για το αβυσσαλέο έλλειμμα του σαουδαραβικού προϋπολογισμού, που αναμένεται να φθάσει στο… 21,6% στα τέλη της χρονιάς αυτής. Σημειωτέον ότι το Ταμείο, με τις γνωστές… προβολές στο μέλλον που πραγματοποιεί, υπολόγισε ότι το έτος 2020 και έπειτα από τη λήψη των κατάλληλων μέτρων το έλλειμμα θα έχει περιοριστεί μόλις στο 15%! Είναι χαρακτηριστικό ότι η κυβέρνηση του Ριάντ προβλέπει αύξηση του χρέους από τα 17,5 δισ. δολάρια, που ήταν το 2014, στα 39 δισ. δολάρια εφέτος. Αλλά το ΔΝΤ θεωρεί ότι θα φθάσει τα 130 δισ. δολ. και θα ξεπεράσει σε ποσοστό το 20% του σαουδαραβικού ΑΕΠ.
Εν πάση περιπτώσει, ο 80χρονος σαουδάραβας μονάρχης προανήγγειλε μια δέσμη μέτρων περιορισμού των δημοσίων δαπανών. Συγκεκριμένα, σχεδιάζει να περιορίσει τις κρατικές επιχορηγήσεις, να παγώσει τις προσλήψεις και την υπογραφή νέων κρατικών συμβάσεων και επίσης να παγώσει τις αγορές αυτοκινήτων και… επίπλων για λογαριασμό του σαουδαραβικού Δημοσίου και των λειτουργών του. Επίσης, ο Σαλμάν διέταξε τους υπουργούς του να δημιουργήσουν κίνητρα για την προώθηση της επιχειρηματικότητας με απώτερο στόχο τη «διαφοροποίηση» της σαουδαραβικής οικονομίας και τον περιορισμό της εξάρτησής της από το πετρέλαιο.
Υποβάθμιση από S&P


Το ζήτημα ωστόσο είναι ότι για λόγους άτεγκτης εφαρμογής του ισλαμικού νόμου η Σαουδική Αραβία δεν πρόκειται να γίνει ποτέ… Ντουμπάι. Δεν πρόκειται να αναπτύξει, δηλαδή, τον τουρισμό και τις υπηρεσίες και να αντισταθμίσει έτσι τις μειωμένες εισροές πετροδολαρίων. Υπενθυμίζεται ότι το σκανδαλιστικά φιλελεύθερο για το Ριάντ Ντουμπάι είναι το μοναδικό από τα επτά Εμιράτα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων που δεν έχει πετρελαϊκή παραγωγή.
Το εξαγγελθέν πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης δεν έπεισε πάντως τις διεθνείς αγορές –ο οίκος S&P υποβάθμισε το σαουδαραβικό χρέος από το ΑΑ- στο Α+ καθιστώντας δαπανηρότερη την εξυπηρέτησή του. Η νέα πρακτική του Ριάντ να αποσύρει επενδύσεις σε μεγάλα funds των ΗΠΑ, όπως το Aberdeen Asset Management, το Northern Trust και το Franklin Resources (αποσύρθηκαν 19 δισ. δολάρια το τρίτο τρίμηνο, όπως αποκάλυψαν οι «Financial Times») για να χρηματοδοτήσει την οικονομία και να καλύψει τα ελλείμματα, δεν αποτελεί ασφαλώς λύση στο πρόβλημα. Είναι προφανές ότι όλα αυτά θα έμοιαζαν εξωτικά και εν πολλοίς αδιάφορα για την επιμελώς στρεφόμενη σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας Δύση αν η αμφισβήτηση της οικονομικής ευημερίας των Σαουδαράβων δεν έτρεφε τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό και τη μισαλλοδοξία.


REUTERS
Χαμηλότερες τιμές προβλέπουν για το 2016 οι αγορές

Η αναπάντεχη για τις αγορές (αλλά ανέλπιστη για τους καταναλωτές) απόφαση που έλαβε ο OPEC στην εξαμηνιαία σύνοδο της 4ης Δεκεμβρίου να ανεβάσει το ανώτατο όριο παραγωγής του από τα 30 στα 31,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως ισοδυναμεί με μια οιονεί βεβαίωση της παράτασης της εποχής του φθηνού πετρελαίου. Ως εκ τούτου –και με δεδομένη την εξάρτηση της Σαουδικής Αραβίας από το πετρέλαιο –οι ελπίδες της κυβέρνησης της Ριάντ να αναστρέψει την πορεία επιδείνωσης των δημοσίων οικονομικών και της οικονομίας εν γένει της χώρας μοιάζουν μηδαμινές. Και αυτό επειδή, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, για να ισοσκελίσει η Σαουδική Αραβία τον προϋπολογισμό της θα έπρεπε να κλείσει η τιμή του βαρελιού στα 105,6 δολάρια εφέτος και στα 95,8 δολάρια το 2016.
Προτού ακόμη ανακοινωθεί η αύξηση του πλαφόν παραγωγής από τον OPEC (για να νομιμοποιηθούν οι παραβιάσεις του, αφού η πραγματική ημερήσια παραγωγή τους τελευταίους μήνες είχε φθάσει στα 31,4 εκατ. βαρέλια) οι ειδικοί περί τα πετρελαϊκά που συμμετείχαν τον Δεκέμβριο σε έρευνα του Reuters προέβλεπαν ότι η μέση τιμή του πετρελαίου Βόρειας Θάλασσας (Brent) θα διαμορφωθεί το 2016 στα 57,95 δολάρια το βαρέλι. Πρόκειται για τιμή κατά 57 σεντς χαμηλότερη από εκείνη που είχαν προβλέψει οι ίδιοι αναλυτές τον Νοέμβριο.
Παρατηρεί κανείς ότι οι αναλυτές του Reuters (εκπροσωπούν ως επί το πλείστον μεγάλες τράπεζες, χρηματιστηριακές εταιρείες και δεξαμενές σκέψης) γίνονται όλο και πιο μετριοπαθείς στις προβλέψεις τους για το μέλλον της πετρελαϊκής αγοράς. Προ έξι μηνών προέβλεπαν ότι η μέση τιμή του Brent το 2016 θα είναι 70,90 δολάρια το βαρέλι και σταδιακά κατέβασαν τον πήχη κατά 13 δολάρια ή 18,3%. Η μεταστροφή τους αυτή δεν οφείλεται μόνο στην πολιτική ευλαβικής διατήρησης των μεριδίων παραγωγής που ακολουθεί ο OPEC. Οφείλεται και στην πρόβλεψη ότι η αύξηση της παγκόσμιας πετρελαϊκής ζήτησης θα είναι περιορισμένη την επόμενη χρονιά.
«Ο φθίνων ρυθμός αύξησης της ζήτησης θα διατηρήσει τα παγκόσμια πετρελαϊκά διαθέσιμα σε πολύ υψηλά επίπεδα και θα παρατείνει την ήδη μακρά χρονική περίοδο που πασχίζει η βιομηχανία να τα απορροφήσει» δήλωσε την περασμένη Δευτέρα ο Γιώργος Μπελέρης, ειδικός της Thomson Reuters σε θέματα Ερευνας και Προβλέψεων της πετρελαϊκής αγοράς.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version