«Οταν oι νέοι ακούν έναν άνθρωπο της δικής μου ηλικίας σκέφτονται “μήπως έχει έρθει στιγμή να πάει σπίτι του και να δώσει χώρο στη δική μας γενιά;”. Και ίσως να μην έχουν άδικο…» Τάδε έφη Ζέλιμιρ Ζίλνικ. Σέρβος σκηνοθέτης ετών 72, άγνωστος στην χώρα μας παρά το πλούσιο έργο του και ένα από τα τιμώμενα πρόσωπα της εφετινής διοργάνωσης που προβάλλει το σύνολο του έργου του στο τμήμα Ματιές Στα Βαλκάνια.
Δύσκολο να φανταστεί κανείς έναν δάσκαλο του σινεμά να προβαίνει σε μια δήλωση όπως η παραπάνω, όμως όπως φάνηκε τόσο στο masterclass που παραχώρησε την Δευτέρα 4 Νοεμβρίου όσο και στην συνέντευξη Τύπου λίγο αργότερα, ο Ζιλνικ δεν έχει τέτοια προβλήματα. Οπως είπε άλλωστε και ο ίδιος, «κινηματογράφο μαθαίνεις να κάνεις μόνον από τα λάθη σου. Γι’ αυτό μην ακολουθήσετε τίποτε από αυτά που θα ακούσετε από μένα.»
Μεγαλύτερη επιρροή του ο Ζέλιμρ Ζίλνικ υπήρξε σπουδαίος ρώσος σκηνοθέτης της εποχής του Σεργκέι Αϊζενστάιν, ο Αλεξάντρ Μεντβέντκιν, ο οποίος ήταν και ο πρώτος που λογοκρίθηκε στην χώρα του, όταν ακόμα ήταν εν ζωή ο Λ. Τρότσκι και ο Β. Λένιν. Ο Σέρβος σκηνοθέτης μνημόνευσε την ταινία του Μεντβέντκιν «Ευτυχία», που απαγορεύτηκε και άρχισε να προβάλλεται μόνο σε πειρατικές προβολές. Τοιουτοτρόπως, ο Ζίλνικ είχε την εμπειρία της απαγόρευσης και μάλιστα με την πρώτη ταινία του «Πρώιμα έργα».
Εμπνευσμένη από τα γραπτά του Καρλ Μαρξ, η ταινία «Πρώιμα έργα» άνοιξε στον Ζίλνικ την πόρτα του δύσκολου χώρο του κινηματογράφου το 1968. «Ήταν μια εποχή αναταραχής, αλλά και αισιοδοξίας και ελπίδας» είπε. Η σκέψη να δώσει κινηματογραφική εικόνα στο κοινωνικό πλαίσιο εκείνων των ταραγμένων ετών που έμελλε να αλλάξουν το πρόσωπο όχι μόνον της Ευρώπης αλλά ολόκληρου του κόσμου ωρίμασε μέσα του όταν τα στρατεύματα των Σοβιετικών κατέλαβαν μέρος της Τσεχοσλοβακίας που ήθελε να ακολουθήσει ένα νέο μοντέλο ανεξάρτητης σοσιαλιστικής φόρμας, με τη Γιουγκοσλαβία να είναι αντιμέτωπη με τον πόλεμο και την κατοχή.
Ο Ζίλνικ (που παρεμπιπτόντως γεννήθηκε το 1942 σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Νις της Σερβίας) βρέθηκε στα χαρακώματα μαζί με άλλους φοιτητές και νέους που προσπάθησαν να εποδίσουν την επέλαση των αρμάτων στα βόρεια σύνορα της χώρας με την Ουγγαρία. «Εκεί είδα μπροστά μου την ιδέα για τα “Πρώιμα έργα”, σχεδόν είκοσι χρόνια πριν την κατάρρευση του Τείχους του Βερολίνου». Η ταινία παίχθηκε για δυο μήνες στην Γιουγκοσλαβία αλλά αργότερα απαγορεύτηκε χωρίς ωστόσο να πάψει να απασχολεί τον κύκλο των διεθνών φεστιβάλ, γεγονός που της έφερε τελικά την Χρυσή Αρκτο στο φεστιβάλ του Βερολίνου.
Αντί να του δώσει καταξίωση το βραβείο δημιούργησε τεράστια διαμάχη που οδήγησε στην αποπομπή των ανεξάρτητων ταινιών της περιόδου από το καθεστώς με τον Ζίλνικ να καταφεύγει στη Γερμανία. Η επιστροφή του στην Γιουγκοσλαβία έγινε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και η ταινία του «Έτσι δενότανε το ατσάλι» (1988), με οδηγό έναν μεταλλουργό που ονειρεύεται μια καλύτερη ζωή, αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα καυστικής κωμωδίας και ταυτόχρονα ένα αιχμηρό σχόλιο πάνω στην κατάρρευση του σοσιαλισμού. Το 1995 γύρισε το «Πισινός από μάρμαρο» μια κριτική ματιά πάνω στην προπαγάνδα του πολέμου και τα πατριαρχικά χαρακτηριστικά του συστήματος, η οποία μιλά ανοιχτά για θέματα σεξουαλικής ταυτότητας σε μια φοβισμένη και συντηρητική κοινωνία, ενώ στο δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ «Ευρώπη φρούριο» (2000), ασκεί έντονη κριτική στη μεταναστευτική πολιτική της Ευρώπης.
«Σήμερα δεν κυριαρχεί ούτε καπιταλισμός, ούτε κομμουνισμός, ούτε μετα-σοσιαλισμός» είπε ο Ζίλνικ σχολιάζοντας τους καιρούς μας. «Ακόμη κι αν υπάρξει σύσφιξη σχέσεων, θα συνεχίσει να επικρατεί μια πολιτική σύγχυση και επιπλέον, σε ότι αφορά τις τέχνες, ο πολιτισμός απαξιώνεται και όλα είναι προσανατολισμένα στην διασκέδαση.» Παρ’ όλ’ αυτά φάνηκε αισιόδοξος σε ότι αφορά την Ελλάδα την οποία επισκέφθηκε για πρώτη φορά εφέτος. Αν και δεν γνωρίζει πολλά για την σημερινή πολιτική κατάσταση θεωρεί βέβαιο πως «αφού έχει επιβιώσει 3.000 χρόνια στο παρελθόν θα επιβιώσει και 3000 χρόνια στο μέλλον.»
