O Ντεπαρντιέ, ο Ολάντ και ο Μαζόχ

Η νουβέλα του αυστριακού συγγραφέα Λεοπόλδου φον Μαζόχ-Ζάχερ «Η Αφροδίτη με τη γούνα» περιγράφει μια σχέση στην οποία ο αρσενικός κύριος χαρακτήρας ενθαρρύνει τη σύντροφό του να τον κακομεταχειριστεί

ΤΟ ΒΗΜΑ

Η νουβέλα του αυστριακού συγγραφέα Λεοπόλδου φον Μαζόχ-Ζάχερ «Η Αφροδίτη με τη γούνα» περιγράφει μια σχέση στην οποία ο αρσενικός κύριος χαρακτήρας ενθαρρύνει τη σύντροφό του να τον κακομεταχειριστεί. Αυτή η ενθάρρυνση στην κακομεταχείριση και η επιδίωξη του μαρτυρίου όπως περιγράφεται στη νουβέλα ονομάστηκε από τον αυστριακό ψυχίατρο βαρόνο Ρίχαρντ φον Κραφτ-Εμπινγκ ως «μαζοχισμός» (βλ. Psychopathia Sexualis).

Ο γάλλος ηθοποιός Ζεράρ Ντεπαρντιέ και ο επικεφαλής του οίκου μόδας Louis Vuitton, Μπερνάρ Αρνό, δεν είναι μαζοχιστές – τουλάχιστον δεν είναι στο σημείο τού να απολαμβάνουν την κακομεταχείρισή τους από το γαλλικό κράτος. Δεν δέχθηκαν το μαρτύριο που τους επιφύλασσε ο Φρανσουά Ολάντ με την ιδιαίτερης εμπνεύσεως φορολογική πολιτική του και ως εκ τούτου είπαν au revoir (και όχι αντίο) στη γαλλική υπηκοότητα, προκειμένου να μη φορολογηθούν παράλογα για τα εισοδήματά τους που ξεπερνούν ετησίως το 1 εκατομμύριο ευρώ. Καθώς και τα δύο αυτά πρόσωπα είναι διάσημα διεθνώς, η άρνησή τους να υπερφορολογηθούν από το γαλλικό Δημόσιο – με τρόπο που κρίθηκε αντισυνταγματικός από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο της Γαλλίας – έτυχε ευρείας δημοσιότητας.

Το ζήτημα των Ντεπαρντιέ και Αρνό τροφοδότησε διεθνώς τον διάλογο για την ηθική της αποποίησης της υπηκοότητας για φορολογικούς λόγους. Αν και πολλοί εστίασαν στον καιροσκοπισμό των γάλλων διασήμων, πολύ λιγότεροι εστίασαν στη σοσιαλιστική εμμονή της υπερφορολόγησης του Φρανσουά Ολάντ που κατέστησε φοροπρόσφυγες τους δύο επιφανείς. Η πραγματικότητα είναι ότι κανένας σκληρά εργαζόμενος, αυτοδημιούργητος και μη, που έχει καταφέρει να κερδίζει αρκετά χρήματα και να συσσωρεύει προσωπικό πλούτο δεν θα δεχόταν να του αφαιρούνται τα 75 ευρώ από κάθε 100 ευρώ προσωπικής προσπάθειας.

Στην περίπτωση της «φορολογικής προσφυγιάς» των Ντεπαρντιέ και Αρνό το ζήτημα είναι χαρακτηριστικό. Ως το 2012, στη Γαλλία ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής ήταν 41% και επιβαλλόταν σε εισοδήματα άνω των 70.830 ευρώ. Η κυβέρνηση Ολάντ με τις αμφισβητούμενης εμπνεύσεως αποφάσεις της σχεδόν διπλασίασε το φορολογικό βάρος και προχώρησε στην επιβολή ανώτατου συντελεστή 75% για τα εισοδήματα που ξεπερνούν το 1 εκατομμύριο ευρώ. Ετσι, ουσιαστικά «εκδίωξε» τους πλούσιους γάλλους φορολογουμένους και τους οδήγησε να ζητήσουν υπηκοότητα από το γειτονικό Βέλγιο ή τη Ρωσία.

Στο Βέλγιο ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής είναι 50% και επιβάλλεται σε εισοδήματα άνω των 35.060 ευρώ. Δηλαδή ο Αρνό, που μέχρι και χθες φορολογούνταν με ανώτατο συντελεστή 41% για τα εισοδήματά του άνω των 70.830 ευρώ, επέλεξε να γίνει υπήκοος ενός κράτους που θα τον φορολογεί βαρύτερα από ό,τι φορολογούνταν στη Γαλλία τα τελευταία χρόνια. Στα Σκόπια ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής είναι μόλις 10%, στη Σερβία 15%, στη Σλοβακία 19% και στην Αλβανία 10%. Τουλάχιστον ο Αρνό δεν θέλησε να γίνει αλβανός υπήκοος (!). Από την πλευρά του, ο Ντεπαρντιέ αρκέστηκε να γίνει Ρώσος (στη Ρωσία ο ανώτατος συντελεστής είναι 13%).

Το ζήτημα είναι πώς και υπό ποιες προϋποθέσεις κάποιος αναγκάζεται να γίνει φοροπρόσφυγας. Την απάντηση την έχει δώσει από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 ο γνωστός θεωρητικός των οικονομικών της προσφοράς Αρθουρ Λάφερ, ο οποίος με τη γνωστή «Καμπύλη του Λάφερ» (Laffer curve) κατέδειξε πως υπάρχει ένα βέλτιστο ύψος του φορολογικού συντελεστή, πέραν του οποίου τα δημόσια έσοδα μειώνονται. Και αυτό επειδή όταν η φορολογία είναι πάρα πολύ υψηλή στερεί τα κίνητρα παραγωγής.

Σχηματικά, η «Καμπύλη του Λάφερ» υποστηρίζει πως τα δημόσια έσοδα αυξάνονται καθώς αυξάνεται η φορολογική κλίμακα, αλλά υπάρχει ένα σημείο «T» μετά το οποίο οι φορολογικές εισπράξεις μειώνονται ανεξάρτητα από την αύξηση των φορολογικών συντελεστών. Η θεωρία του Λάφερ, η οποία επιβεβαιώνεται στην πράξη και αφορά και τη γαλλική περίπτωση, ουσιαστικά υποστηρίζει ότι καθώς αυξάνονται οι φόροι ολοένα και λιγότεροι θα θελήσουν να εργαστούν και να αναλάβουν επιχειρηματικό κίνδυνο, με αποτέλεσμα, όταν το κράτος φθάσει να φορολογεί το 100% των κερδών, τα φορολογικά έσοδα να είναι μηδενικά.

Οι Ντεπαρντιέ και Αρνό, ως δημιουργικοί άνθρωποι, πραγματικά παραγωγικοί και εργασιομανείς, επέλεξαν να αλλάξουν υπηκοότητα παρά να επιτρέψουν στον εαυτό τους και στις επιχειρήσεις τους να ατροφήσουν μέσα στο πλαίσιο που «οραματίστηκε» για τη Γαλλία ο Ολάντ. Το παράδειγμά τους θα μπορούσε να αποτελέσει δίδαγμα και για τους κυβερνώντες στην Ελλάδα, οι οποίοι οφείλουν να συνειδητοποιήσουν ότι η μαζοχιστική απόλαυση της φορολογικής κακομεταχείρισης έχει φτάσει στα όριά της… l

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version