Ενας πυρήνας ανήσυχων γυναικών της αστικής αθηναϊκής κοινωνίας με πρωτεργάτρια και εμψυχωτή την Καλλιρρόη Παρρέν, πρωτοπόρο του γυναικείου κινήματος στην Ελλάδα, ήταν η αρχή. Η Παρρέν, που αρκετά νωρίς συνέλαβε ως εθνική αξία την «πνευματική και ψυχική ισότητα των δύο φύλων», είχε επί μία τουλάχιστον εικοσαετία σημειώσει σημαντική δράση ως «αρχηγός και απόστολος του σεμνού ελληνικού φεμινισμού», όπως την αποκαλούσε ο πεζογράφος της εποχής Γρηγόριος Ξενόπουλος. Με το ψευδώνυμο Εύα Πρενάρ είχε εκδώσει το 1887 το πρώτο φύλλο της «Εφημερίδας των Κυριών» και είχε συμμετάσχει σε μια σειρά διεθνή συνέδρια με θέμα τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία της εποχής. Με την έκρηξη άλλωστε της βιομηχανικής επανάστασης, το ζήτημα της γυναικείας χειραφέτησης, της συμμετοχής των γυναικών στην εκπαίδευση και του δικαιώματος στην εργασία είχε αποκτήσει μείζονα σημασία για τις προηγμένες κοινωνίες της εποχής. Στην Ελλάδα βεβαίως τα μηνύματα αυτά έφθαναν πάντοτε με μικρή καθυστέρηση. Παρ΄ όλα αυτά η ίδρυση το 1896 από την Παρρέν της Ενώσεως των Ελληνίδων, έναν χρόνο ακριβώς πριν από τον ατυχή πόλεμο του 1897, στη διάρκεια του οποίου η ενεργός δράση των γυναικών νομιμοποίησε την παρουσία τους στον δημόσιο χώρο, σήμανε το έναυσμα για μια σειρά συσπειρώσεις γυναικών της εποχής, όπως του Εθνικού Συνδέσμου Ελληνίδων, στον οποίο προσχώρησε η Ενωσις Ελληνίδων της Παρρέν, η οποία ως πρόεδρος του νομοθετικού της τμήματος συνέβαλε στη σύνταξη νομοσχεδίων για την προστασία των γυναικών και των παιδιών.
Στο μεταξύ δύο σημαντικά γεγονότα, η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων το 1896 στην Αθήνα και οι Μεσοολυμπιακοί του 1906, ενίσχυσαν το αίσθημα ανωτερότητας περί ελληνικού πολιτισμού που ήταν διάχυτο σε έναν κύκλο διανοουμένων της εποχής, μεταξύ αυτών και της Παρρέν. Με όραμα λοιπόν μια Ελλάδα «αναβαπτιζομένη εις τα νάματα των ωραίων εθνικών μας παραδόσεων», που σήμαινε πλην άλλων συλλογή, διαφύλαξη και συνέχιση του λαϊκού πολιτισμού της (δημοτικά τραγούδια, εθνικές ενδυμασίες κτλ.), η Παρρέν ίδρυσε το Λύκειο το 1911. Πρώτη εκδήλωση ήταν εκείνη της συμμετοχής του στα Ανθεστήρια της Πρωτομαγιάς το 1911, για να ακολουθήσουν έκτοτε πολλές άλλες, αναδεικνύοντας το Λύκειο σημαντικό φορέα προώθησης του ελληνικού πολιτισμού, και όχι μόνο, αφού η δράση του επεκτάθηκε τόσο στον εκπαιδευτικό (με την ίδρυση σχολών θηλέων, βιβλιοθηκών, παιδικού κινηματογράφου κτλ.) όσο και στον κοινωνικό τομέα, ιδιαίτερα στη διάρκεια της Κατοχής και του Εμφυλίου, με ειδικά προγράμματα υπέρ της μέριμνας απόρων οικογενειών, τραυματιών που παρέμεναν στα νοσοκομεία κ.ά.
Από τους φακέλους του Διπλωματι κού και Ιστορικού Αρχείου ανιχνεύονται δύο χαρακτηριστικές δράσεις του Λυκείου στο εξωτερικό. Η πρώτη αφορούσε μακράς διάρκειας περιοδεία στη Μέση Ανατολή το 1961 και η δεύτερη τη συμμετοχή στο φεστιβάλ της Αχρίδας στα Σκόπια τον Αύγουστο του 1965 και της πολιτικής εκμετάλλευσης της παρουσίας του εκεί, την οποία ήδη από τότε επιχειρούσαν μεθοδικά και συστηματικά οι βόρειοι γείτονες της χώρας μας.
Οπως σήμερα, το ίδιο και τότε, μείζον θέμα για τις εκδηλώσεις, και δη στο εξωτερικό, με τη μετακίνηση μάλιστα μεγάλου αριθμού ατόμων (χορευτικά και μουσικά σύνολα) με αποσκευές δεκάδων εθνικών ενδυμασιών, ήταν το οικονομικό. Ωστόσο από τον Ιανουάριο ήδη του 1961 οι δύο πρέσβεις Κ. Τρανός και Δ. Λάμπρος, από τη Λευκωσία και το Κάιρο, αντίστοιχα, όπως και ο γενικός πρόξενος Ι. Γιαννακάκης, σε στενή επαφή με τα σωματεία και τις ελληνικές κοινότητες επεδίωκαν τη συγκέντρωση χρημάτων, καθ΄ όσον, «…παρά την παρά της Ελληνικής κυβερνήσεως συμβολήν εις τας οικονομικάς υποχρεώσεις και σημαντικήν διευκόλυνσιν της μεταφοράς» (σημειωτέον ότι είχαν διατεθεί δύο αεροσκάφη Dacota της ΕΑΒ, με αριθμό 640 και 637, και ένα εφεδρικό με αριθμό 624), τα έξοδα παρέμεναν εν πολλοίς ακάλυπτα. Και αυτό παρά το γεγονός ότι «…το Λύκειον, περιορίσαν τας δαπάνας του εις το ακρότατον όριον και προσφερόμενον να αναλάβη αφιλοκερδώς την εργώδη προσπάθειαν σειράς παραστάσεων, απνευστί, δεν δύναται να περιορίσει περαιτέρω τα υποδειχθέντα παρ΄ αυτού ως άνω ποσά» (ΑΠ Μ3322- ΙΙ, Διεύθυνση Αποδήμου Ελληνισμού και Μορφωτικών Σχέσεων, Σύμβουλος Α΄, Α. Βεϊνόγλου, 27 Ιαν. 1961).
Η περιοδεία στη Μέση Ανατολή προέβλεπε πρόγραμμα 16 ημερών, αρχίζοντας από τη Βηρυτό και συνεχίζοντας στο Κάιρο και στην Αλεξάνδρεια, με τελευταίο σταθμό την Κύπρο, όπου είχε σχεδιασθεί ώστε να συμπέσει με την 25η Μαρτίου η παράσταση στη Λευκωσία και κάπου εκεί γύρω σε Λεμεσό, Πάφο και Αμμόχωστο. Οπως δε σημείωνε ο Τρανός από τη Λευκωσία, συνηγορούντος του καλού καιρού, «κατά τα μέσα του μηνός Μαρτίου κατά πάσαν πιθανότητα θα ήτο δυνατή η οργάνωσις των παραστάσεων εις ανοικτόν χώρον,επιτρέπουσα την αθρόαν προσέλευσιν του κοινού,η δ΄ εγγύτης προς την ημέραν εορτασμού της Εθνικής Εορτής θα απετέλει πρόσθετον παράγοντα εξασφαλίσεως της επιτυχίας της» (ΑΠ 1055, Λευκωσία, 17 Ιαν. 1961).
Πρόβλημα ωστόσο δημιουργήθηκε με τη συμμετοχή του Λυκείου στη «Συνάντηση Αλληλεγγύης» στην Αχρίδα. Εγραφε σχετικά ο πρόξενος Β. Ελευθεριάδης στις 5 Αυγούστου 1965 (ΑΠ Κ1054/6): «Εχω την τιμήν να γνωρίσω εις υμάς ότι κατά την εδώ παράστασιν του χορευτικού ομίλου του Λυκείου των Ελληνίδωντο εν Σκοπίοις Β. Γενικόν Προξενείον της Ελλάδος είχε προβή εγκαίρως εις την μετάφρασιν του προγράμματος των χορών,μέρος του οποίου περιελάμβανε “χορούς της Ελληνικής Μακεδονίας”. Πλην όμως ο από σκηνής εκφωνητής των Σκοπίων,ασφαλώς κατόπιν διαταγής,παρέλειψε το “Ελληνικής” και επρόφερεν υποτονθορύζων (sic) και εν τάχει την υπόλοιπον φράσιν. Ούτω, διά μίαν ακόμη φοράν οι αρμόδιοι των Σκοπίων υπέφυγον να αναγνωρίσουν τον όρον “Ελληνική Μακεδονία”, απαρνούμενοι την ελληνικήν κυριαρχίαν εις την περιοχήν αυτήν, θεωρούντες ότι “μία, ενιαία και αδιαίρετος είναι η Μακεδονία, είναι δε σλαβική”».
Παρ΄ όλα αυτά ο σκοπιανός Τύπος, με πρώτη τη ναυαρχίδα της κομματικής ηγεσίας του, τη «Νόβα Μακεντόνια» , ήταν πλήρης διθυραμβικών σχολίων με… ολίγη δόση, προφανώς, πολιτικής, όταν έκανε λόγο για «λαογραφικάς αποδημίας και πολύ αμοιβαίας διεισδύσεις ενός και του αυτού άσματος,το “χασάπικον” το ιδικόν των και το “Κάσαπσκο”το ιδικόν μας», τελειώνοντας ως εξής: «…Υπάρχουν πάμπολλαι λεπτομέρειαι και επί της ουσίας του πυκνού και αναμίκτου (sic) υλικού που ονομάζεται λαογραφία των βαλκανικών λαών».
Η κυρία Φωτεινή Τομαή είναι ιστορικός, πρεσβευτής σύμβουλος Α’ στο υπουργείο Εξωτερικών.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
