Η τρικυμία που προέκυψε στις σχέσεις μεταξύ κυβέρνησης και δήμων για τη μείωση του τέλους παρεπιδημούντων μπορεί να φαίνεται αδιάφορη στους μη εμπλεκομένους, έχει όμως παραμέτρους πολύ διδακτικές για την ισορροπία μεταξύ κράτους και τοπικής αυτοδιοίκησης.
Μικρή γεύση για την ένταση ανάμεσα στους δύο διοικητικούς πόλους, με φυσιολογική αιχμή την επιδίωξη των δήμων να εξασφαλίσουν περισσότερα έσοδα, πήραμε ήδη από τον διάλογο για την τωρινή πέτρα του σκανδάλου. Η κυβέρνηση επιδιώκει τη μείωση του τέλους παρεπιδημούντων με την αιτιολογία ότι έτσι θα ελαφρυνθούν οι τουριστικές επιχειρήσεις, που καλούνται να μειώσουν τις τελικές τιμές τους για την προσέλκυση παραθεριστών. Οι δήμοι αντιτείνουν ότι το όφελος για τις επιχειρήσεις θα είναι πολύ μικρό, ενώ αντίθετα εκείνοι θα χάσουν σημαντικά έσοδα, τα οποία το Δημόσιο πρέπει να αναπληρώσει.
Επ΄ αυτού του τελευταίου ο κ. Αλογοσκούφης είχε μια κρίσιμη παρατήρηση. Η απώλεια εσόδων των δήμων, είπε, έχει αναπληρωθεί εκ των προτέρων. Τα τέλη κυκλοφορίας των αυτοκινήτων αυξήθηκαν και διπλασιάστηκε το μερίδιο που αποδίδεται στους δήμους ακριβώς επειδή είχε προαποφασισθεί η μείωση του τέλους παρεπιδημούντων. Αν είναι όντως έτσι, τότε οι δήμοι αποδεικνύονται μπερμπάντηδες με πατέντα. Με τον μπεζαχτά των τελών κυκλοφορίας στο χέρι, κάνουν το αμερικανάκι για να κρατήσουν και το τέλος παρεπιδημούντων. Αντί αναπλήρωσης απωλειών, καθαρό κέρδος.
Το ότι δεν είναι δυνατόν να προεξοφληθεί αν τα πράγματα έχουν ακριβώς έτσι προδίδει το επίπεδο του πολιτικού λόγου στη χώρα. Το «λέω και ξελέω» ανθεί τόσο ώστε όχι μόνο να μη συγκλίνουν κυβέρνηση και δήμοι στο τι συμφώνησαν αλλά και να μην είναι κανείς βέβαιος ποιος ενδεχομένως ψεύδεται. Ωστόσο, και αν δεν είναι ξεκάθαρο τι είχε συμφωνηθεί για το τέλος παρεπιδημούντων, οι… παροικούντες γνωρίζουν ότι οι δήμοι επιδιώκουν συστηματικά την αύξηση των εσόδων τους χωρίς ανάλογη συζήτηση για το πώς τα διαθέτουν. Στο τελευταίο αυτό ζήτημα, που είναι και το κρισιμότερο, η γενική συλλογιστική του νυν υπουργού Οικονομίας κ. Παπαθανασίου υπήρξε ευστοχότερη από εκείνη του προκατόχου του. Πράγματι, ενώ ο κ. Αλογοσκούφης είπε πως, αν η κυβέρνηση επιθυμεί να δώσει περισσότερα στους δήμους, θα είναι ο τελευταίος που θα φέρει αντίρρηση, ο διάδοχός του στο υπουργείο άφησε να νοηθεί πως δεν είναι λογικό να εξαιρεθούν οι δήμοι από τη γενική προσπάθεια αντιμετώπισης των οικονομικών προβλημάτων.
Το τελευταίο- και ευρύτερα μάλισταείναι και το σωστό. Αν το κράτος, που έχει την ευθύνη της οικονομίας και καίριων τομέων όπως η δημόσια περίθαλψη και εκπαίδευση, πρέπει να «μαζευτεί» ή να αναδιατάξει τις προτεραιότητές του, η τοπική αυτοδιοίκηση, της οποίας οι επιλογές και οι δαπάνες υπόκεινται σε πολύ μικρότερο έλεγχο από άποψη δημοκρατικής νομιμοποίησης αλλά και νομιμότητας, δεν έχει την προνομία να διατηρεί αλώβητες τις πολυέξοδες συνήθειές της. Αν όλοι καλούνται να κάνουν οικονομία, πρέπει να κάνουν και οι δήμοι. Και αν κάποιες δαπάνες κρίνονται αναγκαίες για την αναθέρμανση της αγοράς, αυτές είναι εύλογο να τις προσδιορίσει το κράτος που έχει τη γενική εποπτεία και ευθύνη, όχι οι δημοτικοί άρχοντες.
Το συμπέρασμα αυτό μπορεί να αντιβαίνει στη γενική μας τάση να θεωρούμε την τοπική αυτοδιοίκηση προτιμότερη διαχειρίστρια από το γραφειοκρατικό «κεντρικό» κράτος. Δεν παύει όμως να συνάδει προς την πολιτική λογική της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Τα κρίσιμα τα αποφασίζει το σύνολο, όχι οι επί μέρους ομάδες. Οσο για την εμπιστοσύνη μας στην αυτοδιοίκηση, η εμπειρία φροντίζει δυστυχώς να τη διαψεύδει καθώς αυξάνονται οι ενδείξεις σπατάλης και διαφθοράς. Αν το κράτος σφίγγει το ζωνάρι, δεν βλέπει κανείς για ποιον λόγο δεν θα ανοίξουν μια τρύπα παραπάνω στη ζώνη τους και οι δήμοι.
