Η διαρκής επιστροφή της δημόσιας συζήτησης γύρω από ζητήματα κυβερνητικών συνεργασιών, και μάλιστα μεταξύ των δύο κομμάτων εξουσίας, δεν είναι τυχαία. Αυτή η συζήτηση δεν προκύπτει μόνο ως σταθερό δημοσκοπικό αποτέλεσμα, δηλαδή απλώς από μια αδυναμία κατάκτησης της αυτοδυναμίας από τα εν λόγω κόμματα. Αλλά αποτελεί και προϊόν μιας ουσιαστικής δικομματικής σύγκλισης σε μια σειρά κορυφαίων πολιτικών κατευθύνσεων εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής: από τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις και την ευρωπαϊκή ενοποίηση ως την οικονομία και την Παιδεία, οι διαφορές είναι περισσότερο υφολογικές παρά πολιτικές.
Χωρίς, προφανώς, να ισοπεδώνονται οι διαφορετικές προσεγγίσεις, ούτε και να παραγνωρίζονται οι ιστορικές κληρονομιές, τα κομματικά προτάγματα ΝΔ και ΠαΣοΚ μοιάζουν επί της ουσίας σαν δύο σταγόνες νερό. Τα δύο κόμματα χρησιμοποιούν την ίδια γλώσσα περί της αναγκαιότητας των ποικίλων «μεταρρυθμίσεων» (ως μεθόδου σωτηρίας), ο αμοιβαίος ανταγωνισμός τους διεξάγεται σχεδόν αποκλειστικά μέσα στο πεδίο της «προόδου». Εξ ου και μια ορισμένη ρητορική σκληρότητα στη μεταξύ τους αντιπαράθεση. Η δικομματική οξύτητα αρκετές φορές είναι αποτέλεσμα της διεκδίκησης ενός και του αυτού ιδεολογικοπολιτικού αλλά και κοινωνικού χώρου, και όχι, όπως συνήθως πιστεύουν ορισμένοι, αποτέλεσμα μιας αυξανόμενης διαφοροποίησης. Η κοινωνική διεύρυνση του νεοδημοκρατικού λόγου («κοινωνικός φιλελευθερισμός») συναντά την αύξουσα ιδεολογική ευρυχωρία του πασοκικού λόγου («αξιακός φιλελευθερισμός»), και οι δύο από κοινού συμπίπτουν, παρά τις αποχρώσεις τους, στο θεωρούμενο σκληρό, το «πραγματικό» έδαφος της οικονομίας. Φαίνεται ότι στον μεταξύ τους μιμητικό ανταγωνισμό τίποτε δεν είναι πλέον ξένο για τα δύο κόμματα εξουσίας. Η περίπτωση του πλάσματος του «μεσαίου χώρου» είναι επ’ αυτού ιδιαίτερα εύγλωττη, μία επιπλέον ένδειξη κεντρομόλου σύγκλισης, όποιο πρόσημο και αν αυτή λαμβάνει κάθε φορά στις κομματικές γλώσσες.
Εκτός από το οικολογικό ζήτημα, αν υπάρχει σήμερα μια νεοαναδυόμενη διαίρεση (και που, βέβαια, δεν έχει αποκλειστικό πεδίο εφαρμογής την ελληνική πολιτική σκηνή), αυτή κάλλιστα θα μπορούσε να συμπεριλάβει στον έναν πόλο της εκείνες τις δυνάμεις που θέλουν να επιβάλουν κανόνες στην αγορά, να τη «ρυθμίσουν», τέτοια είναι η περίπτωση της ΝΔ και του ΠαΣοΚ. Και στον άλλον πόλο της τις «ριζοσπαστικές» δυνάμεις της λεγόμενης εναλλακτικής και/ή ετεροπαγκοσμιοποιητικής Αριστεράς. Αλλά αυτή η νέα σύγκρουση, που, δημοσκοπικά τουλάχιστον, τον περασμένο χρόνο φάνηκε να θέτει σε αμφισβήτηση τη μεταπολιτευτική συμμετρία, σήμερα εμφανίζεται (και πάλι δημοσκοπικά) αποδυναμωμένη. Συνεπώς, βοηθούσης τόσο της εγχώριας όσο και της διεθνούς οικονομικής κρίσης, αλλά και των χρόνιων και παραλυτικών αδυναμιών της κρατικής διοίκησης, η προοπτική μιας «έντιμης συμφωνίας» ανάμεσα στα δύο κόμματα εξουσίας μπορεί να φαντάζει κάτι περισσότερο από αντικειμενικά εφικτή, αναγκαστική.
Εν τούτοις, στην πολιτική, και όχι μόνο, ό,τι είναι εφικτό και, με την έννοια αυτή, λογικό δεν είναι πάντα και ευκταίο. Στην περίπτωσή μας, η ρεαλιστική προοπτική μιας δικομματικής συνεργασίας σε κυβερνητικό επίπεδο, ακόμη και αν διασφαλίσει προσωρινά κυβερνητική σταθερότητα και, έτσι, επιτρέψει τη λήψη ορισμένων μέτρων σε διάφορα επίπεδα (οικονομία, κράτος, Παιδεία κτλ.) με τις λιγότερες δυνατές κοινωνικές εντάσεις, μπορεί να κατεδαφίσει και τυπικά τον συμβολικό διχασμό που ενσαρκώνουν οι πολιτικές δυνάμεις. Γιατί και το συμβολικό συνιστά μέρος της πραγματικότητας, δεν είναι επιφαινόμενό της που «λογικά» μπορεί να απωθηθεί. Μια αποκλειστικά αριθμητική κατανόηση της πολιτικής, οδηγώντας πρόσκαιρα στην παθητική συναίνεση, δημιουργεί τους πολεμικούς όρους της ανατροπής της. Εισάγοντάς μας, τη φορά αυτή πραγματικά και όχι μόνο δημοσκοπικά, σε μια άναρχη ενδόρρηξη του πολιτικού συστήματος.
Υπάρχει ένας επιπλέον παράγοντας που θα πρέπει να λαμβάνεται πολύ σοβαρά υπόψη. Πρόκειται για την κοινωνικοπολιτική αποκρυστάλλωση των συνεπειών της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Οι ανατροπές που μεσοπρόθεσμα μπορεί να επιφέρει χρειάζονται κατάλληλους, δηλαδή αξιόπιστους, που πάει να πει και ανταγωνιστικούς μεταξύ τους, μηχανισμούς πολιτικής μεσολάβησης, και όχι μόνο πρακτικούς διαχειριστές, όσο σημαντικοί και αν είναι αυτοί. Μια ενδεχόμενη τυπική αυτοακύρωση αυτών των μηχανισμών στο όνομα μιας εφικτής τους σήμερα συγκυβέρνησης μπορεί να ανοίξει το επικίνδυνο κεφάλαιο μιας άλλης, πιο βαθιάς και πολυεπίπεδης «ακυβερνησίας», ενός κοινωνικού χάους μικροαισθησιακών εγωισμών, ματαιωμένων προσδοκιών και γενικευμένων φόβων.
Ο κ. Ανδρέας Πανταζόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
