«Τέλος εποχής» για τον άνθρωπο όλων των εποχών
«Τέλος εποχής» για τον πολιτική σταδιοδρομία του κ. Ν. Κωνσταντόπουλου σηματοδοτεί για πολλά στελέχη του ΣΥΝ η απόφαση του 65χρονου πρώην προέδρου του κόμματος να μην είναι υποψήφιος στις προσεχείς εθνικές εκλογές. Στην ερμηνεία αυτή ο ίδιος αντιπαραβάλλει την πρόθεσή του «να μην καθήσει καλά» και δηλώνει ότι είναι «πολιτικά παρών» προς όσους αμφισβητούν ότι «δεν παραιτείται από την πολιτική».
Στον ΣΥΝ συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι ο κ. Κωνσταντόπουλος «επανασταθμίζει το πολιτικό του μέλλον» και ερμηνεύουν την αιφνιδιαστική απόφασή του ως «κίνηση υπαγορευμένη από προσωπικά πολιτικά αδιέξοδα», προδικάζοντας ότι οι συνθήκες που διαμορφώνονται στο πολιτικό σκηνικό «δεν φαίνεται να επιφυλάσσουν διεργασίες που να τον χωρούν». Παράλληλα δεν κρύβουν τη δυσφορία τους, καθώς θεωρούν ότι η απόφασή του θέτει προσκόμματα στην πορεία του κόμματος προς τις εκλογές, από τις οποίες προσδοκά πολλά ο διάδοχός του στην ηγεσία κ. Αλ. Αλαβάνος.
Η πολιτική διαδρομή του Νίκου Κωνσταντόπουλου ξεκινά από τους αγώνες της γενιάς του «114» και του 15% για την Παιδεία όπου συμμετείχε ως φοιτητής της Νομικής και στέλεχος του φοιτητικού κινήματος. Κεντρώας προέλευσης ο ίδιος, ήταν γραμματέας της ΕΔΗΝ – Νεολαίας της Ενωσης Κέντρου, ενώ έδρασε κατά της χούντας μέσα από τις γραμμές της «Δημοκρατικής Αμυνας» μαζί τον Σάκη Καράγιωργα, τον κ. Γ. Α. Μαγκάκη, τον κ. Κ. Σημίτη και πολλούς άλλους. Το 1974 με την προσχώρηση της «Δημοκρατικής Αμυνας» στο ΠαΣοΚ ο κ. Κωνσταντόπουλος βρέθηκε στο κίνημα του Ανδρέα Παπανδρέου και έγινε μέλος της πρώτης Κεντρικής Επιτροπής του. Το 1975 διαγράφηκε μαζί με άλλα στελέχη: Π. Ευθυμίου, Β. Φίλια, Αστέρη Στάγκο, Στ. Νέστορα, Λ. Βάση κ.ά.
Το «ταξίδι» του κ. Κωνσταντόπουλου θα συνεχιστεί μέσα από τις γραμμές της «Σοσιαλιστικής Πορείας» την οποία ίδρυσε μαζί με άλλους διαγραφέντες, ενώ θα συμπράξει το 1977 στη «Συμμαχία» των πέντε με το ΚΚΕ Εσωτερικού του κ. Λ. Κύρκου, την ΕΔΑ του Ηλία Ηλιού, τη «Χριστιανική Δημοκρατία» του Νίκου Ψαρουδάκη και τη «Σοσιαλιστική Πρωτοβουλία» του κ. Μαγκάκη. Το εγχείρημα θα καταλήξει σε εκλογικό «Βατερλό», με τη «Συμμαχία» να αποσπά μόλις το 2,7%.
* Η παραπομπή του Ανδρέα
Η διαφωνία του με τον Ανδρέα Παπανδρέου και η διαγραφή του από το ΠαΣοΚ ήταν καθοριστική για την αντι-ΠαΣοΚ (και αντιπαπανδρεϊκή) στάση του, ενώ η απόφαση του κ. Σημίτη να μην ακολουθήσει τους πρώην συντρόφους του της «Δημοκρατικής Αμυνας» ήταν σημαδιακή για τις μετέπειτα εχθρικές σχέσεις τους.
Μετά το αποτυχημένο εγχείρημα της «Σοσιαλιστικής Πορείας» ακολουθεί μια μακρά σταδιακή προσέγγιση με τα κόμματα της Αριστεράς. Ως ανένταχτος «ερωτοτροπεί» κυρίως με το ΚΚΕ Εσωτερικού και ακολούθως με τη διάδοχη ΕΑΡ, ενώ παράλληλα συνάπτει φιλικές σχέσεις με τον Χαρίλαο Φλωράκη. Το 1985 στο πλαίσιο ενός τολμηρού ανοίγματος που επιχειρεί ο κ. Κύρκος τον προτείνει στο κόμμα του για υποψήφιο βουλευτή, αλλά δεν γίνεται αποδεκτός.
Σημείο αναφοράς της προσέγγισης με τον χώρο της Αριστεράς πέραν του ΚΚΕ, όπως θυμούνται παλαιά στελέχη του χώρου, ήταν μεταξύ άλλων και η υπεράσπιση από μέρους του ως δικηγόρου των «συνήθων υπόπτων» και «αντιεξουσιαστών» της εποχής.
Οι δίαυλοι επικοινωνίας με τα κόμματα της Αριστεράς θα τον οδηγήσουν στον ενιαίο Συνασπισμό. Αν και ιδρυτικό στέλεχός του, δεν εξελέγη το 1989 στην Α’ Αθηνών. Εγινε όμως εξωκοινοβουλευτικός υπουργός Εσωτερικών της συγκυβέρνησης Τζαννετάκη. Στις εκλογές του Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου και πάλι δεν εξελέγη (ήταν υποψήφιος στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας), ενώ στις εκλογές του Απριλίου του 1990 μπαίνει για πρώτη φορά στη Βουλή μέσω του ψηφοδελτίου Επικρατείας.
Η εμπλοκή του στην υπόθεση της παραπομπής του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο μέσω του ορισμού του εκ μέρους του ΣΥΝ ως κατηγόρου στη δίκη καταχωρίστηκε στο αντιπαπανδρεϊκό «αποθεματικό» του.
Μετά τη διάσπαση του ενιαίου ΣΥΝ το 1991 ακολουθεί μια φάση αποστασιοποίησής του. Μεταξύ των θεμάτων στα οποία διαφωνεί με την τότε ηγεσία είναι και το αποκαλούμενο «Σκοπιανό». Οι πληροφορίες της εποχής έλεγαν μάλιστα ότι οι θέσεις του επί του θέματος τον έφεραν αρκετά κοντά στο εγχείρημα της Πολιτικής Ανοιξης του κ. Α. Σαμαρά, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
* Αντίπαλος με τον κ. Σημίτη
Το 1993 ο ΣΥΝ μένει εκτός Βουλής και η τότε πρόεδρός του κυρία Μαρία Δαμανάκη παραιτείται. Ο κ. Κωνσταντόπουλος επανακάμπτει. Στο έκτακτο συνέδριο του ίδιου χρόνου εκλέγεται πρόεδρος. Στον πρώτο γύρο υπήρξαν τέσσερις υποψήφιοι: οι κκ. Αλ. Αλαβάνος, Φ. Κουβέλης, Μ. Παπαγιαννάκης και ο ίδιος, ο οποίος θα ευνοηθεί στον δεύτερο γύρο της ψηφοφορίας κατορθώνοντας να συσπειρώσει έναντι του κ. Αλαβάνου όλες τις υπόλοιπες πλευρές.
Κατά την κρίσιμη φάση ανάδειξης νέου ηγέτη στο ΠαΣοΚ το 1996 θα ταχθεί υπέρ του κ. Α. Τσοχατζόπουλου, με τον οποίο διατηρεί μια σταθερή πολιτική φιλία ως σήμερα. Η πολιτική του αντιπαλότητα έναντι του κ. Σημίτη πήρε οξύτατες διαστάσεις εντείνοντας την αντιπασοκική ρητορική του. Ο ΣΥΝ επανέρχεται το 1996 στη Βουλή, ενώ οι εσωκομματικές αντιπαραθέσεις οξύνονται με αιχμή τις σχέσεις του κόμματος με το ΠαΣοΚ. Αρκετά χρόνια αργότερα θα βρεθεί σε δημόσια αντιδικία με τον δημοσιογράφο κ. Μ. Τριανταφυλλόπουλο, ο οποίος θα τον κατηγορήσει ότι παραλλήλως παρείχε νομικές υπηρεσίες στον μεγαλοεκδότη και εφοπλιστή κ. Α. Αλαφούζο.
Ο κ. Κωνσταντόπουλος πάντως κορυφώνει την αντιπασοκική τακτική του και στελέχη του κόμματος, όπως ο κ. Ν. Μπίστης και η ομάδα του, αλλά αργότερα και η κυρία Δαμανάκη, αναγκάζονται να αποχωρήσουν από το κόμμα, ενώ ο ίδιος θα επικριθεί σφοδρά ότι έχει συμπήξει «αντικυβερνητικό μέτωπο» με την τότε δεξιά αξιωματική αντιπολίτευση αποβλέποντας στην πτώση του ΠαΣοΚ και στην Προεδρία της Δημοκρατίας για τον ίδιο.
ΣΕ ΝΕΕΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ Η αντιπαράθεση με τον κ. Αλαβάνο
Πριν από τις εκλογές του 2004 ο κ. Κωνσταντόπουλος έχει ήδη συγκροτήσει συμμαχία με κόμματα και οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς – από τον κ. Μ. Γλέζο και την ΑΚΟΑ του κ. Ι. Μπανιά ως την ΚΕΔΑ του κ. Μ. Κωστόπουλου, την Κομμουνιστική Οργάνωση Ελλάδας (μαοϊκοί) του κ. Ρ. Ρινάλντι και τη Διεθνιστική Εργατική Αριστερά (τροτσκιστές) του κ. Α. Νταβανέλου. Ο ΣΥΝ καταφέρνει να εισέλθει ως ΣΥΡΙΖΑ πλέον στη Βουλή με το οριακό 3,2%. Κάποιοι είπαν ότι «ο Κωνσταντόπουλος το οφείλει στους συμμάχους». Ο ίδιος, αν και εμπνευστής του εγχειρήματος, θα έλθει σε ρήξη με τους «συμμάχους» του πριν από τις ευρωεκλογές (Ιούνιος του 2004) και το σχήμα θα κινδυνεύσει να τιναχθεί στον αέρα.
Ορισμένοι θεωρούν ότι «ήδη δρομολογούσε τις προσωπικές πολιτικές κινήσεις του», υποψία που ενισχύθηκε όταν άνοιξε αυτοβούλως θέμα διαδοχής του στην ηγεσία του κόμματος λίγο αργότερα, ενώ παράλληλα οργίαζε η προεδρολογία. Ο κ. Τσοχατζόπουλος θα ανταποδώσει τη στήριξη που του παρείχε άλλοτε εκείνος και θα ταχθεί υπέρ πιθανής υποψηφιότητάς του για την Προεδρία της Δημοκρατίας. Ο κ. Κωνσταντόπουλος διαψεύδει τα σενάρια, αλλά πηγαίνει σε εκδήλωση της ΟΝΝΕΔ για την εξέγερση του Πολυτεχνείου μαζί με τον πρωθυπουργό κ. Κ. Καραμανλή, ο οποίος ωστόσο θα προκρίνει για το ύπατο πολιτειακό αξίωμα τον κ. Κ. Παπούλια.
Εκτοτε ο κ. Κωνσταντόπουλος άρχισε να αμφισβητεί σταδιακά κεντρικές πολιτικές του κ. Αλαβάνου, με τον οποίο άλλωστε ουδέποτε οι σχέσεις ήταν θερμές. Αποκορύφωμα της υπόγειας αντιπαράθεσης ήταν η διατύπωση από πλευράς του κ. Κωνσταντόπουλου της «πλατφόρμας» για τη συγκρότηση μετώπου της ευρύτερης προοδευτικής παράταξης, από την Αριστερά ως το ΠαΣοΚ – το οποίο εξύβριζε έως προσφάτως! Με αφορμή την πρότασή του αυτή μάλιστα ο κ. Γλέζος θα πει δημοσίως: «Ελεος πια! Ας αποφασίσουν κάποτε κάποιοι με ποιους θα πάνε και ποιους θα αφήσουν».
