Οι εμπρησμοί, μια παλιά ιστορία

Οι εμπρησμοί, μια παλιά ιστορία THOMAS W. GALLANT Η Ελλάδα καίγεται. Παρ'' ότι ίσως ελαφρύνει τη συνείδηση το να κατηγορούμε τους άλλους ή να εξοργιζόμαστε με τον δήθεν εκφυλισμό της κοινωνίας μας στον 21ο αιώνα, το γεγονός είναι ότι ο εμπρησμός δεν είναι κάτι καινούργιο στην Ελλάδα. Καθ'' όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα πυρκαϊές που είχαν προκληθεί από ανθρώπινο χέρι κατέκαψαν το πρόσωπο ολόκληρης της

ΤΟ ΒΗΜΑ

Η Ελλάδα καίγεται. Παρ’ ότι ίσως ελαφρύνει τη συνείδηση το να κατηγορούμε τους άλλους ή να εξοργιζόμαστε με τον δήθεν εκφυλισμό της κοινωνίας μας στον 21ο αιώνα, το γεγονός είναι ότι ο εμπρησμός δεν είναι κάτι καινούργιο στην Ελλάδα. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα πυρκαϊές που είχαν προκληθεί από ανθρώπινο χέρι κατέκαψαν το πρόσωπο ολόκληρης της χώρας. Στα αστυνομικά αρχεία που διασώζονται στο Ιστορικό Αρχείο της Κέρκυρας, για παράδειγμα, μπορούμε να δούμε τα περιστατικά εμπρησμών στην ύπαιθρο γύρω από την πόλη της Κέρκυρας. Από το 1820 ως το 1865 έγιναν περισσότερες από 2.000 μηνύσεις για ποινικά διωκόμενους εμπρησμούς. Κάποιες χρονιές, όπως το 1834 και το 1835, αναφέρθηκαν 150 επεισόδια. Παρ’ ότι δεν έχουμε ακριβείς αριθμούς, γνωρίζουμε από τις αναφορές της αστυνομίας, την κυβερνητική αλληλογραφία και τα δημοσιεύματα του Τύπου ότι εμπρησμοί σημειώθηκαν επίσης ευρέως στη Λευκάδα, στην Κεφαλλονιά και στη Ζάκυνθο.


Στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων του τον Μάιο του 1860 ο πρόεδρος του χωριού Λιθακιά της Ζακύνθου κατέσχεσε μερικά πρόβατα και βοοειδή τα οποία είχαν ξεφύγει βγαίνοντας σε δημόσια γη. Λίγο αργότερα μια ομάδα ανδρών έβαλε φωτιά στα αμπέλια και τις ελιές του. Οι φλόγες εξαπλώθηκαν και, ώσπου να τεθούν υπό έλεγχο, κατέστρεψαν το μεγαλύτερο τμήμα της Λιθακιάς και ένα ακόμη χωριό, τον Αγαλά. Στην περίπτωση αυτή οι δράστες συνελήφθησαν. Ηταν όλοι μέλη της ίδιας οικογένειας και τους είχαν δει να πηγαίνουν προς τα χωράφια από όπου ξεκίνησε η φωτιά. Στις περισσότερες περιπτώσεις ωστόσο οι εμπρηστές δεν πιάστηκαν ποτέ. Σε περισσότερα από το 90% των ενταλμάτων σύλληψης που εξέδωσε η αστυνομία για εμπρησμούς ο καταζητούμενος αναφέρεται ως «Αγνωστος». Στις περισσότερες περιπτώσεις κάποιος ανέφερε στην αστυνομία ότι την προηγούμενη νύχτα – οι φωτιές έμπαιναν συνήθως τη νύχτα – ένας ή περισσότεροι άγνωστοι έβαλαν φωτιά στο αμπέλι ή τα δέντρα του. Οι άνθρωποι, φυσικά, είχαν υποψίες ως προς την ταυτότητα του ατόμου που είχε κάψει την περιουσία τους, δεν μπορούσαν όμως να το αποδείξουν. Ολοι ήξεραν τα κίνητρα. Κάποιοι χρησιμοποιούσαν τον εμπρησμό για να εκδικηθούν πρόσωπα με τα οποία είχαν κάποια φιλονικία. Αλλοι έβαζαν φωτιά στη γη του γείτονά τους επειδή είχαν διαφωνίες για τα μεταξύ τους όρια. Αλλοι επίσης έκαιγαν τη γη για να μπορέσουν να την αγοράσουν φθηνά. Ακριβώς όπως και σήμερα, η απληστία και η εκδίκηση ήταν τα κίνητρα των εμπρηστών.


Υπάρχουν βεβαίως και άλλες ομοιότητες ανάμεσα στον 19ο και τον 21ο αιώνα. Και τότε οι άνθρωποι κατηγορούσαν τις αρχές. Παραπονούνταν συχνά με πικρία ότι η αστυνομία δεν έπαιρνε τον εμπρησμό στα σοβαρά και δεν έπιανε αυτούς που έβαζαν τις φωτιές. Πολύς χρόνος και ενέργεια αφιερώνονταν στην καταπολέμηση της φωτιάς όταν αυτή ξεσπούσε. Σε κάθε χωριό, κάθε καλοκαίρι, τα νεαρά αγόρια έστηναν περιπολίες έχοντας τον νου τους για φωτιές. Ενα από τα κύρια έργα του προέδρου του χωριού και της αγροτικής αστυνομίας ήταν να οργανώνουν τους χωρικούς σε ομάδες για να πολεμούν τις φλόγες όταν αυτές εμφανίζονταν. Μερικές φορές μπορούσαν να συγκρατήσουν τις πυρκαϊές, άλλες όχι. Σχεδόν πάντα όμως ο κόσμος διαμαρτυρόταν ότι η κυβέρνηση δεν είχε κάνει όσα έπρεπε. Plus ça change.


Ο εμπρησμός ήταν άδικος και φαύλος τον 19ο αιώνα και είναι άδικος και φαύλος σήμερα. Οσοι βάζουν φωτιές για να εξυπηρετήσουν την απληστία τους ή να ικανοποιήσουν τη δίψα τους για εκδίκηση είναι άξιοι να αισθανθούν την απόλυτη οργή της κοινωνίας. Η πρόκληση για εμάς στον 21ο αιώνα δεν είναι να επιλέγουμε την εύκολη λύση καταγγέλλοντας ή κατηγορώντας τους «ξένους», όπως έκαναν ορισμένοι ή υιοθετώντας την εύκολη ηθικολογική εξήγηση που επιρρίπτει την κατηγορία στη σύγχρονη κοινωνία. Οι άπληστοι και οι αδίστακτοι θα υπάρχουν πάντοτε ανάμεσά μας και, δυστυχώς, από τις τάξεις τους ξεπηδούν εκείνοι που θα χρησιμοποιήσουν τη φωτιά για να επιτύχουν τους σκοπούς τους. Αντί γι’ αυτό πρέπει να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα άμεσα βρίσκοντας τρόπους για να βοηθήσουμε το περιβάλλον να αντεπεξέλθει καλύτερα στις πυρκαϊές, βοηθώντας τα υπάρχοντα προγράμματα και τους θεσμούς ώστε να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν καλύτερα τις φωτιές της κολάσεως όταν αυτές ξεσπούν και αναπτύσσοντας μια κτηματική πολιτική η οποία θα λειτουργεί.


Ο κ. Τόμας Γκάλαντ είναι καθηγητής της Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version