Εκανε το παιδικό του όνειρο πραγματικότητα
Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1990 το νερό ήταν ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα στην ελληνική και διεθνή ειδησεογραφία. Με αφορμή τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική, δύο περιοχές του πλανήτη όπου η ανεπάρκεια του νερού αποτελεί σοβαρό πρόβλημα, η σχετική συζήτηση εισήχθη στο προσκήνιο της ελληνικής επικαιρότητας με το πρόβλημα της λειψυδρίας που αντιμετώπισε το Λεκανοπέδιο Αττικής. Την ίδια εποχή οι πολυεθνικοί όμιλοι των τροφίμων (Nestle, 3Ε κτλ.) αντιμετώπισαν την είσοδό τους στην αγορά του εμφιαλωμένου νερού πλέον ως στρατηγική επιλογή. Ο θόρυβος που είχε προκληθεί από τις υπάρχουσες ούτως ή άλλως ανάγκες δημιούργησε στα καθ’ ημάς μια νέα αγορά που ως τότε ήταν εξαιρετικά περιορισμένη και μάλλον ασθμαίνουσα – και μάλιστα με έναν δυναμικό τρόπο -, την αγορά του εμφιαλωμένου νερού.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ο κ. Πέτρος Σεπετάς, πολιτικός μηχανικός, αφού τελείωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές του (ΜΒΑ) στις ΗΠΑ, εργαζόταν ήδη ως γενικός διευθυντής σε μια προβληματική βιομηχανία χυμών και κομποστών στην Αρτα, την Κόνζακ ΑΕ, η οποία την εποχή εκείνη παρήγε για λογαριασμό της 3Ε την Amita αλλά και χυμούς private label για τον όμιλο Μαρινόπουλου.
Εκείνη λοιπόν την εποχή, λίγο προτού εκπνεύσει η δεκαετία του 1980, ως γενικός διευθυντής, ο κ. Σεπετάς ζήτησε από την (τότε) μικρή βιοτεχνία εμφιαλωμένου νερού, την Κορπή, που βρίσκεται στη Βόνιτσα της Αιτωλοακαρνανίας, να εμφιαλώσει νερό για λογαριασμό της Κόνζακ ΑΕ. Το μέγεθος της εταιρείας ήταν μικρό για κάτι τέτοιο.
Ετσι ο κ. Σεπετάς σκέφτηκε ότι ήταν ώρα για να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα – «από μικρός ήθελα να γίνω βιομήχανος» λέει ο ίδιος. Αρνούμενος να συνεχίσει στην πατρική επιχείρηση, τη βιοτεχνία επίπλου, ζήτησε την οικονομική αρωγή της οικογενείας του και προχώρησε στην εφαρμογή του σχεδίου του. Αγόρασε έκταση 15 στρεμμάτων στην περιοχή Περίβλεπτο του Νομού Ιωαννίνων με σκοπό να δημιουργήσει εμφιαλωτήριο νερού αξιοποιώντας τις φυσικές δυνατότητες της περιοχής. Το ύψος της επένδυσης για τη δημιουργία του εμφιαλωτηρίου ανήλθε σε 1,2 εκατ. ευρώ (410 εκατ. δρχ.). Αδυνατώντας ωστόσο να επωμιστεί το σύνολο της χρηματοδότησης (και μη βρίσκοντας πρόσβαση στους… αναπτυξιακούς νόμους της εποχής) στράφηκε στον επιχειρηματικό όμιλο Αρφάνη – Χιόνη ζητώντας τη συνεργασία τους, οι οποίοι και δέχθηκαν να συμμετάσχουν αποκτώντας το 50% των μετοχών. Το 1990 δόθηκε η έγκριση για την εμφιάλωση του νερού που αναβλύζει από την πηγή Βίκος (και αργότερα, το 1996, αναγνωρίστηκε επισήμως ως φυσικό μεταλλικό νερό).
Το 1992 άρχισε η λειτουργία του εργοστασίου και οι πωλήσεις του εμφιαλωμένου νερού Βίκος το πρώτο διάστημα λειτουργίας της μονάδας έφθασαν σε περίπου 730.000 ευρώ (250 εκατ. δρχ.). Την περίοδο εκείνη παρατηρείται μια εντυπωσιακή ένταση στην ανάπτυξη αυτής της αγοράς. Εκεί που πριν από λίγα χρόνια λίγες μόνο ετικέτες εμφιαλωμένου νερού κυκλοφορούσαν στην αγορά, ξαφνικά εμφανίζονται δεκάδες ετικέτες. Και ο ανταγωνισμός είναι οξύς. Ο ίδιος όμως κατόρθωσε να τοποθετήσει τον Βίκο μέσα από ένα περιορισμένης κλίμακας δίκτυο διανομής στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, αφού «αυτές καθοδηγούν όλη την ελληνική αγορά».
Ωστόσο, όπως λέει ο κ. Σεπετάς, «το φυσικό μεταλλικό νερό “Βίκος – Ζαγοροχώρια” είναι αντιπροσωπευτικό προϊόν της περιοχής των Ζαγοροχωρίων που προστατεύεται οικιστικά και οικολογικά από το ΠΔ 26/1979». Και συμπληρώνει ότι «η ευρύτερη περιοχή χαρακτηρίζεται από πολλές χιονοπτώσεις και βροχοπτώσεις, καθώς βρίσκεται κοντά στο φαράγγι του Βίκου και στα παραδοσιακά και αυστηρά προστατευόμενα Ζαγοροχώρια, μακριά από κάθε βιομηχανική και αστική δραστηριότητα. Η μακρά διαδρομή του νερού μέσα από αδιαπέραστα ασβεστολιθικά πετρώματα το προστατεύει από ενδεχόμενο μικροβιακό φορτίο, ενώ ταυτόχρονα το εμπλουτίζει σε ιόντα ασβεστίου και όξινα ανθρακικά ιόντα». Σε όλα αυτά αποδίδει ο ηπειρώτης επιχειρηματίας την επιτυχία που έχει το εγχείρημά του. Η αναφορά στην ετικέτα του τοπωνυμίου «Ζαγοροχώρια» έγινε αντικείμενο αντιπαράθεσης και δικαστικής διαμάχης με άλλον μεγάλο τοπικό ανταγωνιστή του.
Το 2003 ο κ. Σεπετάς κατόρθωσε να γίνει ιδιοκτήτης του συνόλου της επιχείρησης Ηπειρωτική Βιομηχανία Εμφιαλώσεων (ΗΒΕ) ΑΕ, η κατασκευαστική εταιρεία Μέτων ΑΕ, λίγο προτού συγχωνευθεί με την ΑΕΓΕΚ, πώλησε το 31% των μετοχών που κατείχε στην ΗΒΕ και ο κ. Χιόνης πώλησε το 19% που κατείχε προσωπικά. Το αντίτιμο ήταν της τάξεως των 4,5 εκατ. ευρώ. Δύο χρόνια νωρίτερα, το 2001, ο κ. Σεπετάς συμμετείχε στη δημιουργία της τράπεζας Probank που δημιούργησαν πρώην στελέχη της Τράπεζας Εργασίας που διαφώνησαν με τη συγχώνευσή της με τη Eurobank. Σήμερα κατέχοντας ένα αξιόλογο πακέτο μετοχών – για τα δεδομένα του πολυμετοχικού χαρακτήρα της εν λόγω τράπεζας – βρίσκεται στη θέση του αντιπροέδρου.
Πάντως ο ρυθμός ανάπτυξης της εταιρείας είναι εντυπωσιακός. Πέρυσι οι πωλήσεις της ανήλθαν σε 49,5 εκατ. ευρώ, ενώ το 2006 ο κύκλος εργασιών της έκλεισε στα 35 εκατ. ευρώ. Η κατά 40% αύξηση που παρατηρήθηκε οφείλεται βεβαίως κατά ένα μέρος στη συγχώνευση της Petcom Plastiscs (πρώην θυγατρικής της Βίκος) με την Ηπειρωτική Βιομηχανία Εμφιαλώσεων αλλά κατά το μεγαλύτερο μέρος της προέρχεται από την πραγματική ανάπτυξή της στην ελληνική αγορά.
Και αξίζει να σημειωθεί ότι το 2007 η Βίκος ΑΕ κατόρθωσε να αποκτήσει μερίδιο αγοράς (με βάση τον όγκο) που ανέρχεται στο 20%, σύμφωνα με τα στοιχεία της Nielsen, και ο ίδιος λέει ότι βρίσκεται στην πρώτη θέση της αγοράς του φυσικού μεταλλικού νερού. Η μέτρηση αφορά το 12μηνο Φεβρουαρίου 2007 – Ιανουαρίου 2008 – μετρείται η λεγομένη «ζεστή αγορά» της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Κρήτης, ενώ περιλαμβάνει καταστήματα τροφίμων (από γαλακτοπωλεία και φούρνους ως και υπερμάρκετ).
Ο κ. Σεπετάς υποστηρίζει ότι με βάση συγκεκριμένα στοιχεία του 2008 οι πωλήσεις της θα κυμανθούν μεταξύ των 55 και των 60 εκατ. ευρώ. Ο ίδιος εξηγεί ότι ο υψηλός ρυθμός ανάπτυξης θα προέλθει από τη συνεργασία του με νέα δίκτυα πωλήσεων, όπως είναι η συνεργασία με την αλυσίδα σουπερμάρκετ Ατλάντικ και τη Μάκρο Cash and Carry, αλλά και από τον εμπλουτισμό των προϊόντων της εταιρείας (το νέο Βίκος – Ζαγοροχώρια σε συσκευασία 10λιτρης φιάλης pet μη επιστρεφόμενης – το κόστος αυτής της επένδυσης που μόλις ολοκληρώθηκε ανήλθε σε 4,5 εκατ. ευρώ).
Παράλληλα βρίσκεται σε εξέλιξη νέα επένδυση ύψους 10 εκατ. ευρώ που αφορά την επέκταση των βιομηχανικών χώρων στα δύο εργοστάσια εμφιάλωσης που διαθέτει η εταιρεία. Με την ολοκλήρωσή της στις αρχές Μαΐου 2008 οι εγκαταστάσεις της θα έχουν αυξηθεί κατά 8.500 τ.μ., ενώ θα έχει τοποθετηθεί μία ακόμη πλήρης γραμμή εμφιάλωσης φυσικού μεταλλικού νερού παραγωγικής δυναμικότητας 36.000 φιαλών την ώρα. Και η εταιρεία θα διαθέτει συνολικά οκτώ γραμμές εμφιάλωσης συνολικής παραγωγικής δυναμικότητας 250.000 λίτρων την ώρα.
