Η κινητικότητα που υπάρχει στη μετοχική σύνθεση του ΟΤΕ με την πρόσφατη απόφαση της Deutsche Telekom να μετάσχει στην περαιτέρω πορεία και ανάπτυξή του στη εγχώρια αγορά, τα Βαλκάνια και την ευρύτερη περιοχή δημιουργούν ανησυχία και μελαγχολικές σκέψεις.
Είναι πολύ ενδιαφέρον να παρακολουθεί κανείς τις οικονομικές εξελίξεις στη χώρα μας, με κινήσεις που προωθούν τον οικονομικό ανταγωνισμό και με πρωταγωνιστές, έστω και από μειονεκτική θέση, ελληνικές επιχειρήσεις με ιστορική, συμβολική και ουσιαστική σημασία όπως ο ΟΤΕ.
Αποτελεί όμως η διαφαινόμενη εξέλιξη βήμα στρατηγικής σημασίας για τη χώρα και μπορεί να καταγραφεί ως μεταρρυθμιστική κίνηση μεγάλης κλίμακας όπως επιχειρείται να εμφανιστεί από την κυβέρνηση; Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική.
Η μετοχοποίηση κατά 8% του μετοχικού κεφαλαίου του ΟΤΕ, η πρώτη για μεγάλη δημόσια επιχείρηση στην Ελλάδα από την κυβέρνηση Σημίτη, το 1996, αποκάλυπτε την αρχή μιας φιλόδοξης πολιτικής με ιστορική σημασία. Ημουν τότε πρόεδρος του ΔΣ του ΟΤΕ και προωθούσα σιωπηρά ένα σχέδιο που σκόπευε στην προσομοίωση της συμπεριφοράς των μεγάλων δημοσίων επιχειρήσεων προς εκείνη των ιδιωτικών επιχειρήσεων της αγοράς και του ανταγωνισμού. Το σχέδιο υλοποιήθηκε σταδιακά, ο ΟΤΕ ενδυναμώθηκε με τη δημιουργία της Cosmote, της OTEnet, τις επενδύσεις στη Σερβία και την Αρμενία, με νέα εμπορική πολιτική και προγραμματικές συμφωνίες ανανέωσης της τεχνολογίας του, με την αξιοκρατική ανάδειξη των στελεχών του και καλά οικονομικά αποτελέσματα.
Η γενναιόδωρη όμως εθελουσία έξοδος κόστισε πολύ, αποδυνάμωσε το εσωτερικό του μέτωπο σε κρίσιμες στιγμές και απαξίωσε την τεχνογνωσία του. Η μείωση της συμμετοχής του Δημοσίου, η εξαγορά της εταιρείας Γερμανός, η απορρόφηση της Cosmote αύξησαν τον δανεισμό του, έδειξαν έλλειψη προσανατολισμού και δογματική προσήλωση σε νεοφιλελεύθερα σχήματα όπως εκείνο του στρατηγικού επενδυτή. Τι σημαίνει άραγε αυτό το ιδεολόγημα στην εποχή μας; Η έλευση των Γερμανών εμφανίζεται σήμερα ως αναπόφευκτη. Επιτυχία θα ήταν η είσοδος του ΟΤΕ στο μετοχικό κεφάλαιο της Deutsche Telecom και όχι το αντίστροφο.
Το ίδιο έγινε και γίνεται στη ΔΕΗ, η οποία με την ίδια τεχνική και κατεύθυνση όπως στον ΟΤΕ δημιούργησε την ελπίδα ότι το υπάρχον δυναμικό της χώρας κρυμμένο πίσω από μύθους και προκαταλήψεις μπορεί να έχει προοπτικές και καλύτερη τύχη. Το ΔΣ και ο Στ. Νέζης με το επιτελείο του, μαζί με το σύνολο των εργαζομένων την περίοδο 2000-2004 έδειξαν ότι τα παραμελημένα περιουσιακά στοιχεία του κράτους αποκρύπτουν επιμελώς έναν δημόσιο τομέα που περιμένει αξιοποίηση και ανάπτυξη. Η επιχείρηση απογειώθηκε, έπεισε τις αγορές για τις δυνατότητές της και μπορούσε στη συνέχεια να αποτελέσει την αιχμή του δόρατος στα ενεργειακά θέματα στα Βαλκάνια.
Δυστυχώς η ΔΕΗ εγκαταλείφτηκε και έγινε αντικείμενο συναλλαγής εγχωρίων και ξένων συμφερόντων. Η γερμανική RWE προβάλλεται και πάλι ως λύση και σωτήρας.
Το δίλημμα εν κατακλείδι δεν είναι η αντιπαλότητα μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Είναι κάτι πάνω και πέραν αυτής. Σχετίζεται με την ικανότητα διατύπωσης και εφαρμογής δημοσίων πολιτικών που παράγουν υπεραξίες, προωθούν τη διεθνή επιχειρηματικότητα και δημιουργούν θέσεις εργασίας στη χώρα. Στα πλαίσια των οποίων είχαν και έχουν ρόλο ο ΟΤΕ και η ΔΕΗ ως οικονομικές οντότητες ιστορίας, κερδών, εμπειρίας και κοινωνικής συναίνεσης. Εχουν ρόλο και τα συνδικάτα ως κοινωνικός εταίρος. Για αυτά όμως χρειάζεται σταθερή μεταρρυθμιστική πολιτική και όχι μόνο ανατρεπτική διάθεση και πολιτική – επικοινωνιακή διαχείριση.
Η Ελλάδα έχει έναν δημόσιο τομέα που η διαχείρισή του με σοφία οδηγεί στο επόμενο στάδιο. Με δυναμική οικονομία και κοινωνικές πολιτικές. Η φαντασία και η δημιουργική διάθεση όμως φαίνεται πως είναι είδος εν ανεπαρκεία στη χώρα μας. Η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση ομιλούν δυστυχώς με τη γλώσσα της δεκαετίας του ’90 για τον ΟΤΕ, τη ΔΕΗ, την ΟΑ και τις ΔΕΚΟ. Και η αρπαχτή MIG – Βγενόπουλου σε ποιο στάδιο της μεταρρυθμιστικής διαδικασίας και μάθησης ανήκει; Επειτα από αυτήν ουδείς πιστεύει σε εκείνο που επιχειρείται στον ΟΤΕ. Πώς μπορούν να προχωρήσουν έτσι στο σήμερα και το αύριο;
Ο κ. Δ. Β. Παπούλιας είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
