“Υποφέρω από έλλειψη ταλέντου”
Στα δεκατρία του μετέφρασε «Φιλοκτήτη». Από εκεί θα μπορούσε κανείς να πιάσει το νήμα της πορείας του μέσα στη ζωή και κυρίως μέσα στην τέχνη, στο θέατρο. Στο σχολείο, στο Βερολίνο, διδάχθηκε ελληνικά «απ’ την αρχή», οπότε η αγάπη του για τα αρχαία ελληνικά γεννήθηκε νωρίς. Ο Πέτερ Στάιν είναι ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες της σκηνής, που με τις παραστάσεις του καθόρισε το ευρωπαϊκό θέατρο του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Την 1η Οκτωβρίου θα κλείσει τα εβδομήντα του χρόνια και, όπως λέει, «από την 1η Δεκεμβρίου 2007 ως το τέλος Μαΐου 2008 θα βρίσκομαι καθημερινά σε πρόβα...», χωρίς να ξέρει αν αυτό είναι (σίγουρα) καλό. Νωρίτερα, και συγκεκριμένα στις 10 και 11 Αυγούστου, θα παρουσιάσει στην Επίδαυρο την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, έχοντας συνεργαστεί, για πρώτη φορά, με έλληνες ηθοποιούς. Αυτός ο γερμανός δημιουργός, αυτός ο πολίτης της Ευρώπης, ευγνωμονεί τη ζωή για όσα του έχει χαρίσει, αμφισβητεί το ταλέντο του, αλλά έχει πολλά να πει για το θέατρο, και όχι μόνον…
– Κύριε Στάιν, επιλέγοντας την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, είχατε ήδη διαμορφωμένη άποψη για την παράσταση;
«Η “Ηλέκτρα” μού προκαλούσε πάντα ενδιαφέρον γιατί θεωρώ ότι είναι ένας εξαιρετικός ρόλος για μια νέα ηθοποιό. Εχω δει πολλές και ενδιαφέρουσες σκηνοθεσίες της συγκεκριμένης τραγωδίας και κυρίως εκείνη με τη Φιόνα Σω, σε σκηνοθεσία της Ντέμπορα Γουόρνερ, πριν από δέκα – δώδεκα χρόνια. Οταν μου ζητήθηκε να ανεβάσω μια παράσταση με έλληνες ηθοποιούς στην Επίδαυρο, σκέφθηκα την “Ηλέκτρα” γιατί είχα στον νου μου την ηθοποιό που θα την ερμήνευε, τη Στεφανία Γουλιώτη, με την οποία έχω συνεργαστεί και στο παρελθόν, στην “Πενθεσίλεια”. Ξέρετε, μια παράσταση στην Επίδαυρο είναι πάντα κάτι ξεχωριστό για μένα. Τελικά φτιάξαμε έναν θίασο, κυρίως νεανικό».
– Σας αρέσει να δουλεύετε με νέους;
«Προφανώς. Οι νέοι ηθοποιοί είναι πιο καλοί και πιο όμορφοι. Για έναν εβδομηντάχρονο, όπως εγώ, είναι ακόμη καλύτερα. Μπορώ να τους διδάξω, να τους μάθω κάτι, τ’ονειρεύομαι τουλάχιστον. Επιπλέον χρησιμοποιώ τη φυσική τους δύναμη, τα νεανικά τους σώματα. Εκμεταλλεύομαι αυτό που τους χαρίζει η ηλικία τους και επενδύω στο φυσικό παίξιμο».
– Στην «Ηλέκτρα» σας, θα δούμε μια νέα πρόταση;
«Ποτέ, ποτέ ως τώρα δεν είχα την πρόθεση να προτείνω κάτι καινούργιο, να κάνω κάτι νέο. Αυτό που έκανα και κάνω πάντα είναι να προσπαθώ να αντιλαμβάνομαι τα έργα τέχνης, τα μεγάλα κείμενα, και να πορεύομαι μαζί τους. Οταν ήθελα να κάνω τις τρέλες μου, επέλεγα τα αντίστοιχα έργα και τους αντίστοιχους χώρους. Δεν θέλησα ποτέ μου να επιβληθώ. Αυτό που κάνω εγώ είναι να οργανώνω την ομαδική δουλειά απέναντι σε ένα έργο τέχνης. Με την “Ηλέκτρα” θέλησα να την κατανοήσω. Και η έκπληξή μου ήταν μεγάλη, γιατί κατ’ αρχήν τα θεωρούσα όλα γνωστά, ίσως και βαρετά. Μπαίνοντας όμως στη λεπτομέρεια, σε κάθε λέξη και φράση, ανακαλύπτεις τόσο πολλά. Γι’ αυτό και δουλέψαμε πολύ πάνω στο πρωτότυπο, για να έρθουμε όλοι σε επαφή με το κείμενο».
– Είστε Γερμανός. Ζείτε στην Ιταλία. Τώρα δουλεύετε με Ελληνες, ενώ έχετε συνεργαστεί με Ρώσους, Βρετανούς, και πόσους ακόμη λαούς. Αυτό θα πει ευρωπαίος πολίτης σήμερα;
«Πρέπει να παραδεχθώ ότι νιώθω καλά όταν αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου ως ευρωπαίο πολίτη. Δεν συμβαίνει το ίδιο όταν τον νιώθω γερμανό πολίτη. Είμαι όμως Γερμανός. Και ξέρω ότι δουλεύω καλύτερα με γερμανούς ηθοποιούς, γιατί στο θέατρο η γλώσσα είναι καθοριστική. Αλλά έχει τόσο ενδιαφέρον να κάνεις την “Ορέστεια” ή τον “Αμλετ”, ας πούμε, με Ρώσους, όπως μου συνέβη. Το αποτέλεσμα όμως υπαγορεύεται πάντα από το γεγονός ότι μεσολάβησε μετάφραση…»
– Γιατί σήμερα οι παραστάσεις – και όχι μόνο οι δικές σας – διαρκούν τόσο πολύ;
«Οταν ξεκινάς μια δουλειά δεν σκέφτεσαι πόσο θα κρατήσει. Η ζωή μας μάς οδηγεί στην απομόνωση. Γιατί λοιπόν να αντιδρούμε στη μεγάλη διάρκεια μιας παράστασης; Θέλουμε να βρισκόμαστε μαζί. Από την άλλη, γιατί κάποιος περνά μια μέρα στο μουσείο ή στην Ντίσνεϊλαντ και δεν μπορεί να περάσει μια μέρα στο θέατρο; Αλλωστε υπάρχουν μεγάλα κείμενα που χρειάζονται τη μεγάλη διάρκεια. Ούτε ο “Φάουστ” ούτε η “Ορέστεια” μπορούν να έχουν μικρή διάρκεια. Στο κάτω κάτω εσύ το προσφέρεις και ο κόσμος ανταποκρίνεται κατά βούληση».
– Εχει διαφανεί η νεότερη γενιά σκηνοθετών που θα σας διαδεχθεί στο θέατρο;
«Πρέπει να υπάρξει».
– Υπάρχει;
«Ναι, ναι. Υπάρχουν πολλοί καλοί από τους νεότερους…»
– Κινούνται προς κάποια κατεύθυνση;
«Οχι, και αυτό είναι ένα πρόβλημα. Κινούνται με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, δεν έχουν κοινή πορεία, διασπώνται. Ο καθένας κάνει το δικό του θέατρο. Θα έπρεπε να υπάρχει ένας κοινός δρόμος, απ’ όπου θα μπορούσε να προκύψει το καινούργιο, το πειραματικό. Τώρα, αντιθέτως, γίνονται μόνο πειραματικά πράγματα, με στόχο την αντισυμβατικότητα. Ακολουθώντας μια τέτοια πορεία, οδηγείσαι στη σύμβαση. Παγιδεύεσαι. Η περιέργεια έχει χαθεί από τους σκηνοθέτες – τη διατηρούν ακόμη οι ηθοποιοί. Ολοι οι παραδοσιακοί θίασοι διαλύονται. Και όμως, η ιστορία του θεάτρου γράφτηκε από ανθρώπους που μας ξαναμίλησαν για πράγματα που ξέραμε. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει και σήμερα. Η Ευρώπη βασίστηκε στην Αναγέννηση. Ας ξαναανακαλύψουμε το παρελθόν. Ας ξανακάνουμε τα πράγματα. Αν όλα αυτά χαθούν εις το όνομα ενός event, ενός γεγονότος που θα καλυφθεί από τα μίντια, τότε τι θα μείνει; Θα γίνουν οι σκηνοθέτες συγγραφείς και θα χαθούν τα μεγάλα κείμενα. Κάτι που αρχίζει ήδη να συμβαίνει».
– Πολλές φορές οι παραστάσεις αρχαίου δράματος μεταφέρονται στο σήμερα, και μάλιστα με πολιτικές προεκτάσεις.
«Κατ’ αρχήν να υπογραμμίσω ότι ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Αν όμως πάρεις τη Μήδεια και τη μεταμορφώσεις σε μια νοικοκυρά που σκοτώνει τα παιδιά της, τι θα γίνει; Θα κάνεις μια παράσταση βαρετή, θα μειώσεις το μέγεθος του έργου, της ηρωίδας. Θα τη φέρεις στα δικά μας μέτρα. Μα οι αρχαίοι συγγραφείς έκαναν ακριβώς το αντίθετο: μας μεγάλωσαν, μας έδωσαν διαστάσεις. Γιατί λοιπόν να το κάνουμε; Για να τονώσουμε το εγώ μας; Είναι σαν να βάλεις τουαλέτες δίπλα στα αγάλματα… Στην ηλικία μου μπορώ να γελάσω πια με όλα αυτά».
– Τι μπορεί να κάνει το θέατρο, η τέχνη, μέσα σε αυτή την πραγματικότητα;
«Η τέχνη πρέπει να πολεμήσει για να κρατήσει τη θέση της μακριά από το επικοινωνιακό σύστημα που αναπτύσσεται γύρω μας. Αυτό ας κάνει τη δουλειά του, να μετατρέπει το καθετί σε δημόσιο, μέσω της τηλεόρασης. Ποιο είναι το μοντέλο; Κάτι εύκολο να αντιληφθείς, γρήγορα να χρησιμοποιήσεις, εξίσου γρήγορα να ξεχάσεις. Η τέχνη, εν αντιθέσει, θέλει να διατηρηθεί, να διαπεράσει τον χρόνο, να πάει κόντρα στον χρόνο».
– Θεωρείστε ένας από τους μεγαλύτερους θεατρικούς σκηνοθέτες.
«Οχι δα. Το ύψος μου είναι μόλις 1,72… Επιπλέον δεν έχω διόλου αυτή την αίσθηση για τον εαυτό μου. Δεν δημιούργησα κόσμους εγώ, όπως ο Πίτερ Μπρουκ με το τεράστιο ταλέντο του. Θα έλεγα ότι είμαι ένας καλός οργανωτής στο θέατρο. Είμαι μέλος μιας ομάδας, και κάνω τα πάντα. Δεν νιώθω μόνος στη δουλειά. Στη ζωή, ναι, νιώθω μόνος. Είναι περίεργο πώς έρχονται τα πράγματα. Οταν ήμουν νέος δεν ήξερα ποτέ τι θα έκανα την επόμενη χρονιά. Τώρα έχω έτοιμο πρόγραμμα ως το 2011. Από τη μια είναι ωραίο και από την άλλη περίεργο. Κάποτε έκανα μια παράσταση τον χρόνο. Τώρα κάνω τουλάχιστον τρεις. Προφανώς γιατί θέλω να κερδίσω τον χρόνο… Κάθε λεπτό που περνάει, με οδηγεί προς το τέλος. Επιπλέον, όσο μεγαλώνεις έχεις προτάσεις, πολλές προτάσεις, και ιδιαίτερα προκλητικές – για όπερα κυρίως».
– Κύριε Στάιν, την 1η Οκτωβρίου θα γίνετε εβδομήντα χρόνων. Είστε ευτυχής;
«Στιγμές στιγμές νιώθω ευτυχής για πολλά πράγματα στη ζωή μου, κυρίως προσωπικά -ένα πρόσωπο, ένα σώμα, ένα άγγιγμα, μια επικοινωνία, ένα βλέμμα. Στη δουλειά ασκώ έντονη κριτική στον εαυτό μου, και η ευτυχία ηχεί σαν μια μεγάλη λέξη».
– Στο ταλέντο σας δεν χρωστάτε τίποτα;
«Αμφισβητώ εντόνως το ταλέντο μου. Κάθε μισή ώρα συνειδητοποιώ ότι δεν φθάνει. Υποφέρω από έλλειψη ταλέντου. Είμαι όμως εβδομήντα ετών και ξέρω ότι δεν θα αλλάξω. Παλαιότερα το είχα προσπαθήσει. Τώρα πια, όχι. Αλλά αυτό δεν βελτιώνει την κατάσταση…».
Η «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή παρουσιάζεται στην Επίδαυρο στις 10 και 11 Αυγούστου, σε συμπαραγωγή του Ελληνικού Φεστιβάλ με το Εθνικό Θέατρο. Σκηνοθεσία Πέτερ Στάιν και σκηνικά – κοστούμια Διονύση Φωτόπουλου. Παίζουν: Στεφανία Γουλιώτη, Κόρα Καρβούνη, Αποστόλης Τότσικας, Γιάννης Φέρτης, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Μίλτος Σωτηριάδης κ.ά. Ωρα έναρξης: 21.00.
