Αν και ο δρόμος φέρει το όνομα ενός αυστριακού βαρόνου ελληνικής καταγωγής, του Σίμωνος Σίνα, εκεί είναι το κέντρο της γαλλικής κουλτούρας στην ελληνική πρωτεύουσα. Στο τέλος της οδού Σίνα, το Γαλλικό Ινστιτούτο – ή η Γαλλική Ακαδημία, όπως την έλεγαν οι έλληνες μαθητές της – για πολλές δεκαετίες είναι μια νησίδα γαλλοελληνικών ανταλλαγών, με τα πάνω της και τα κάτω της, όπως είναι φυσικό, πάντοτε όμως ζωντανή και ελεύθερη. Το 2007 το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών συμπληρώνει την εκατονταετία του, δηλαδή είναι ένας θεσμός με βάθος (λίγα ιδρύματα στην Ελλάδα έχουν ιστορία 100 ετών) και η επέτειος κινητοποιεί τη μνήμη, αυτόν τον μοχλό της ανάδυσης μικρών προσωπικών ιστοριών, αλλά και αποτελεί αφετηρία μιας ορμητικής στροφής που διεκδικεί την «άλλη ματιά» σ’ έναν κόσμο σχεδόν ομοιογενοποιημένο.
Κομμάτι της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής, της Ecole Française, από την οποία αυτονομήθηκε πλήρως το 1945, το Γαλλικό Ινστιτούτο άρχισε να λειτουργεί την 1η Οκτωβρίου 1907. Μαθητές, μόνο άρρενες. Η επιτυχία είναι μεγάλη. Το 1911 το Ινστιτούτο δέχεται και κορίτσια, σε κοινές τάξεις με τα αγόρια, και καταγράφονται οι πρώτοι απολογισμοί. «Οι Ελληνες μαθητές έχουν πάθος με την γραμματική, είναι έξυπνοι και περίεργοι αλλά τους λείπει η μέθοδος, η δυνατότητα να ταξινομούν τις ιδέες τους, η ακρίβεια στο ύφος και στην γραπτή έκφραση» διαβάζουμε σε μια έκθεση του 1911 και νομίζουμε ότι η κριτική τού τότε χαρακτηρίζει πλήρως το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα του σήμερα: προσήλωση στους τύπους, απουσία μεθόδου και συνθετικής εργασίας.
Σημαντικό γεγονός στη ζωή του Ινστιτούτου είναι η άφιξη του Οκταβίου Μερλιέ ως βασικού καθηγητή στις 5 Ιανουαρίου 1925. Ο Μερλιέ, που δίδασκε στο Λύκειο της Χάβρης, ήταν τότε 27 ετών, είχε διδαχθεί νέα ελληνικά στη Σορβόννη από τον Υμπέρ Περνό. Με τον Μερλιέ το Ινστιτούτο εδραιώθηκε στην ελληνική κοινωνία. Στις παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου είχε 2.000 μαθητές και 34 καθηγητές που δίδασκαν 447 ώρες εβδομαδιαίως στα 37 τμήματα του Ινστιτούτου, από τα οποία 28 στην περιοχή της Αθήνας και εννέα στην υπόλοιπη Ελλάδα (Χαλκίδα, Λιβαδειά, Ελευσίνα, Μέγαρα, Τρίπολη, Σπάρτη, Θήβα, Λαμία, Βόλος). Η επιτυχία του Μερλιέ ήταν ότι έκανε το Ινστιτούτο κέντρο γαλλοελληνικών ανταλλαγών και όχι γαλλογαλλικής δράσης, διευρύνοντας τη δραστηριότητά του προς πολλούς τομείς του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού. Εχθρός του καθεστώτος του Βισύ, ντεγκωλικός, ο Μερλιέ αναγκάστηκε στη διάρκεια της Κατοχής να επιστρέψει στη Γαλλία, όπου έζησε σε κατ’ οίκον περιορισμό στην περιοχή του Καντάλ. Πάντως στην Αθήνα κατά την Κατοχή το Ινστιτούτο έγινε κέντρο ελευθερίας και δράσης κατά της πείνας, της απελπισίας, της τρομοκρατίας. Η δεύτερη περίοδος Μερλιέ ξεκινάει το 1945 (διαρκεί ως το 1961), εποχή μεγάλης ανάπτυξης σε όλους τους τομείς. Η δίγλωσση Collection de l’Institut Français d’Athénes με βιβλία ιστορίας, λογοτεχνίας, γεωγραφίας, εθνολογίας, οι 156 υποτροφίες σε έλληνες διανοουμένους, κυρίως της Αριστεράς, τη φρικτή εποχή του Εμφυλίου, η μνημειώδης έκθεση για την εκατονταετηρίδα του Σολωμού (1957), το τυπογραφείο του Ινστιτούτου είναι έργα του Μερλιέ.
Μετά τον Μερλιέ αρχίζει μια νέα περίοδος αλλά με το ίδιο ιδεολογικό στίγμα. Βέβαια τα γαλλικά σήμερα έχουν χάσει την πρώτη θέση στον χάρτη των γλωσσών επικοινωνίας, αλλά εξακολουθούν να είναι μια γλώσσα μέσα από την οποία εκφράζεται μια διαφορετική αντίληψη ιδεών και ζωής, ένα πνεύμα καινοτομίας, μια μοναδική art de vivre. Ειδικά για την Αθήνα, η οδός Σίνα είναι ταυτισμένη με το Γαλλικό Ινστιτούτο, ένα σημείο αναφοράς στη ζωή της πόλης.
