Ερωτες, πάθη, κόντρες και καλά κρυμμένα μυστικά αποκαλύπτονται στο βιβλίο του γιου της Αλίκης και του Δημήτρη, του Γιάννη Παπαμιχαήλ, με τίτλο Εχω ένα μυστικό, που θα κυκλοφορήσει από αύριο Δευτέρα από τις εκδόσεις Λιβάνη. Η πολυαναμενόμενη αυτή έκδοση του εκδοτικού οίκου Λιβάνη, σε επιμέλεια του κ. Νίκου Νικόλιζα και της κυρίας Βασιλείας Ζερβού, σκοπεύει να ταράξει τα νερά με όσα περιλαμβάνει.
Ο μονάκριβος γιος της Αλίκης, σε πρώτο ενικό πρόσωπο, χωρίς φόβο και με πολύ πάθος, εξιστορεί απίστευτα πράγματα για τη ζωή των δύο μεγάλων ηθοποιών, όπως εκείνος τα βίωσε και όπως η μητέρα του τα εξιστορούσε σε εκείνον ως την ώρα που έφυγε από τη ζωή. Το βιβλίο αρχίζει αντίστροφα, με τον Γιάννη Παπαμιχαήλ να θυμάται λεπτό προς λεπτό τις τραγικές στιγμές που έζησε όταν τον ενημέρωσαν πως η μητέρα του πάσχει από καρκίνο. Τι του είπε λίγες ώρες προτού φύγει από τη ζωή, καθώς και τι ανέφερε ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ πάνω από το προσκεφάλι της Αλίκης λίγα εικοσιτετράωρα προτού εκπνεύσει.
Η περιήγησή του συνεχίζει με όσα η ίδια η Αλίκη τού διηγούνταν για τη ζωή της. Οι κόντρες της μητέρας του με τον πατέρα του προτού παντρευτούν και πώς εκείνοι έφθασαν στον γάμο, η γέννηση του Γιάννη, το διαζύγιο και τα τραγικά περιστατικά που του έμειναν ανεξίτηλα στη μνήμη ως σήμερα. Ο άγνωστος γάμος με τον κύπριο επιχειρηματία Γιώργο Ηλιάδη, ο χωρισμός και το διαζύγιο. Η σχέση της Αλίκης με τον Βλάση Μπονάτσο και τα άγνωστα περιστατικά που συνέβησαν καθ’ όλη τη διάρκεια της συμβίωσής τους.
Στο βιβλίο αναφέρεται η σχέση Αλίκης – Σπυρόπουλου, οι κόντρες που υπήρξαν με τον Γιάννη και ο ρόλος της Δήμητρας Λιάνη πριν και μετά τον θάνατο της Αλίκης.
Ενα από τα σημαντικότερα κεφάλαια, όπως γράφει ο Γιάννης, είναι η ζωή του μετά τον θάνατο της μητέρας του και οι κόντρες με τον πατέρα του. Πρώτη φορά ο Γιάννης μιλάει για τα περιουσιακά στοιχεία της Αλίκης, τις κατηγορίες για κατασπατάληση της περιουσίας, καθώς και την αποκλήρωση από τον πατέρα του.
Ενα βιβλίο που, σύμφωνα με τον Γιάννη Παπαμιχαήλ, «δεν πρόκειται για αγιογραφία αλλά για μια μυθική ζωή δύο σπουδαίων ανθρώπων: των γονιών μου». Η αρχή του τέλους
1996. Η χρονιά που σημάδεψε όχι μόνο εμένα αλλά ολόκληρη την Ελλάδα. Τους Ελληνες που αγάπησαν την Αλίκη, το Αλικάκι τους. Εκείνη που τους μοίραζε απλόχερα την αισιοδοξία. Από συναισθηματικής πλευράς, για μένα ήταν η χειρότερη χρονιά που έχω ζήσει ως σήμερα. Η χρονιά που έχασα τη μητέρα μου. Το στήριγμά μου. Το τι σήμαινε, σημαίνει και θα σημαίνει η μητέρα μου για μένα είναι κάτι το εντελώς ξεχωριστό. Ηταν μάνα και πατέρας μαζί. Και το λέω αυτό γιατί ως παιδί χωρισμένων γονιών ως την ενηλικίωσή μου ζούσα με τη μητέρα μου και ανά τακτά χρονικά διαστήματα έβλεπα και τον πατέρα μου.
Το 1996 ήταν η χρονιά που θα υπηρετούσα στο Ναυτικό. Ξεκίνησε όπως όλες οι χρονιές: ήσυχα, χωρίς καμία ιδιαίτερη εξέλιξη σε κανέναν τομέα. Εγώ ετοιμαζόμουν να καταταγώ στο Ναυτικό ενώ η μητέρα μου είχε ανεβάσει μία ακόμη θεατρική παράσταση που κυριολεκτικά σάρωνε από άποψη εμπορικότητας αλλά και προβολής. Ηταν η περίφημη «Μελωδία της ευτυχίας», που για όλους εμάς πολύ σύντομα θα γινόταν η «Μελωδία της δυστυχίας»…
Οσον αφορούσε εμένα, λοιπόν, υπήρχε προετοιμασία, άγχος και γενικά μια ανασφάλεια, όπως νιώθουν όλα τα ελληνόπουλα που ετοιμάζονται να υπηρετήσουν τη θητεία τους. Τίποτε δεν προμήνυε όμως πως η χρονιά αυτή έμελλε να είναι η τελευταία για τη μάνα μου – η τελευταία για την Αλίκη της Ελλάδας.
Ηταν εκείνο το μοιραίο μεσημέρι που θα μείνει για πάντα χαραγμένο στη μνήμη μου.
Καταραμένο μεσημέρι του ’96!
Η πρώτη ένδειξη ότι η μητέρα μου ήταν άρρωστη ήρθε τηλεφωνικώς. Ηταν η τρίτη ημέρα που βρισκόμουν στο Κέντρο Εκπαίδευσης Παλάσκας όταν τηλεφώνησα στο σπίτι μου. Ηταν μεσημέρι και η μητέρα μου είχε ήδη ξυπνήσει. Στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής μού μιλούσε εκείνη με τα τυπικά λόγια της ελληνίδας μάνας που το παιδί της υπηρετεί την πατρίδα.
– Καλά είσαι, αγόρι μου; Εγκλιματίστηκες; Πες μου, πώς περνάς; άρχισε να με ρωτάει, με το άγχος της μάνας που αγαπάει το παιδί της όσο τίποτε άλλο.
– Ολα καλά, της απάντησα. Εσύ πώς είσαι;
Η αλήθεια είναι πως κάτι διέκρινα στη φωνή της. Ηταν κάπως διαφορετική, σαν να είχε γρίπη ή κάτι τέτοιο. Ακουγόταν σαν να μην είχε καθόλου όρεξη για συζήτηση. «Κόπωση από την πολλή δουλειά» σκέφτηκα στην αρχή.
– Καλά είμαι, παιδί μου, κάπου πρέπει να κρύωσα, αλλά έχω και λίγο πυρετό, μου αποκρίθηκε εκείνη.
Η μάνα μου ήταν από τους ανθρώπους που σπάνια αρρωσταίνουν, έκανε υγιεινή διατροφή, γενικά δεν κάπνιζε ούτε έπινε αλκοόλ.
– Πάρε κάτι, καμιά αντιβίωση, ή να σε δει κάποιος γιατρός, γιατί έχεις και τις παραστάσεις, της είπα εγώ.
– Μην ανησυχείς, δεν είναι τίποτα σοβαρό, ένα ελαφρύ κρύωμα είναι. Εσύ πες μου τώρα, πώς σου φαίνεται το Ναυτικό; με ρώτησε όλο αγωνία, κι εγώ άρχισα να της εξιστορώ διάφορα περιστατικά από την εσώκλειστη ζωή μου στον στρατό…
Αφού ολοκληρώθηκε η βασική μου εκπαίδευση, πήρα άδεια και κάναμε Πάσχα όλη η οικογένεια στο εξοχικό μας στον Θεολόγο. Καθήσαμε στο τραπέζι και τελευταία πήρε τη θέση της η μητέρα μου. Πάντα έτσι έκανε όταν είχε καλεσμένους. Ηθελε να τους περιποιηθεί όλους και μετά να καθήσει κι εκείνη.
Εδειχνε μάλλον εξαντλημένη. Δεν ήταν η Αλίκη που εγώ ήξερα, με το χαμόγελο στα χείλη, να κάνει τα δικά της νάζια στους οικείους και στους καλεσμένους της. Δεν ήταν εκείνη που περνούσε από δίπλα σου και σου έδινε δύναμη. Τα πόδια της δεν «πετούσαν» όπως τις άλλες φορές. Τα έσερνε, λες και είχε να κοιμηθεί μέρες ολόκληρες. Θυμόμουν τις άλλες χρονιές, που τέτοιες μέρες ένιωθε σαν κοριτσάκι, και τώρα…
Ουδέποτε πήγε το μυαλό μου ότι η μητέρα μου ίσως έπασχε από κάτι πολύ άσχημο, κάτι μη αναστρέψιμο. Αλλωστε, όπως προείπα, γενικά αρρώσταινε σπάνια, ακολουθούσε υγιεινή διατροφή, δεν κάπνιζε συστηματικά και δεν έπινε αλκοόλ. Με απλά λόγια, πρόσεχε πάρα πολύ τον εαυτό της. Κάθε πρωί θα έπινε απαραιτήτως φρεσκοστυμμένη πορτοκαλάδα, απέφευγε το κρέας και είχε μεγάλη αδυναμία στο ψάρι.
Καθήσαμε λοιπόν και φάγαμε και με δυο λόγια περάσαμε ένα ήρεμο Πάσχα, χωρίς τους πολλούς φίλους που σχεδόν πάντα καλούσε στο εξοχικό μας σε τέτοιες γιορτινές περιστάσεις – αλλά και γενικότερα συνήθιζε να καλεί κόσμο…
Οι άγιες μέρες του Πάσχα πέρασαν και όλοι μαζί φύγαμε από το σπίτι στον Θεολόγο για το σπίτι στην Αθήνα. Η άδειά μου τελείωνε, είχα ακόμη τρεις-τέσσερις μέρες ελεύθερες μέχρι να παρουσιαστώ στη μονάδα. Αν και δεν το συνήθιζα, για έναν ακατανόητο λόγο εκείνη τη φορά περάσαμε πολλές ώρες μαζί, να μιλάμε, να αγκαλιαζόμαστε και να χαζεύουμε στην τηλεόραση. Σαν να μου έλειπε η ζεστασιά της χρόνια, σαν να την είχα πιο πολλή ανάγκη από ποτέ. Σαν κάτι να ήθελε να μου πει η μοίρα. Ηταν αυτό το κάτι που τριβέλιζε το υποσυνείδητό μου.
Μία από εκείνες τις μέρες, έτσι όπως καθόμασταν στο σαλόνι, μου είπε κάπως διστακτικά:
– Γιάννη μου, αύριο θα πάω με τον θείο σου τον Αντώνη στη Γερμανία για να κάνω κάποιες εξετάσεις. Μην ανησυχήσεις, δεν είναι τίποτα, απλώς για προληπτικούς λόγους, και χαμήλωσε κάπως το κεφάλι, σαν κάτι να τη βασάνιζε. Δεν ήθελε όμως σε καμία περίπτωση να το δείξει.
«Η μάνα μου για εξετάσεις, και μάλιστα στο εξωτερικό;» αναρωτήθηκα. Μου φάνηκε λίγο περίεργο. Αλλά και πάλι δεν ανησύχησα υπερβολικά γιατί επαναπαύτηκα σε αυτά που μου είπε. Πράγματι το επόμενο πρωί αναχώρησαν.
Το ταξίδι αυτό της το είχε κανονίσει ο Μίνως Κυριακού – μάλιστα πήγαν με το ιδιωτικό του αεροπλάνο και με τη συνοδεία του καθηγητή Λυγιδάκη. Οι εξετάσεις, όπως έμαθα μετά, ήταν επώδυνες. Η μητέρα μου κάποια στιγμή σχολίασε με χιούμορ στον Κώστα Σπυρόπουλο:
– Αν είναι να περάσω από τέτοιες δοκιμασίες, πες στους Γερμανούς να μου ρίξουν και το αέριο να τελειώνουμε!
Οι γερμανοί γιατροί διαπίστωσαν ό,τι ακριβώς και οι Ελληνες. Παρ’ όλο που δεν της ανακοίνωσαν το πραγματικό πρόβλημα, εκείνη κατάλαβε ότι μάλλον ήταν κάτι σοβαρό. Ωστόσο, έδειξε θάρρος και αισιοδοξούσε. Ισως και να είχε ελπίδες πως όλα θα άλλαζαν. Γι’ αυτό και στην επιστροφή της στην Ελλάδα δήλωσε στους δημοσιογράφους:
– Σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον και την αγάπη σας. Η κατάσταση της υγείας μου είναι άσχημη, αλλά εγώ δεν το βάζω κάτω. Είμαι παλικάρι! Θα πολεμήσω και θα νικήσω!
Εγώ λοιπόν ως εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα τίποτα. Το παραμικρό.
Την ξαναείδα μετά από σαράντα οκτώ ώρες να επιστρέφει στο σπίτι φανερά ταλαιπωρημένη.
– Τι έγινε; Ολα καλά; τη ρώτησα με αγωνία.
– Ναι, όλα καλά, απάντησε χαρούμενη, χωρίς να φανερώνει κανένα φόβο.
– Γιάννη μου, πήγαν όλα καλά, απλώς περιμένουμε να βγουν κάποιες εξετάσεις αύριο για να είμαστε εκατό τοις εκατό σίγουροι, πρόσθεσε ο θείος μου ο Αντώνης. Παράλληλα μου έκανε ένα νεύμα να μη συνεχίσω τις ερωτήσεις.
Η αλήθεια είναι πως ο ρόλος που έπρεπε να παίξει ο θείος μου ήταν διπλά δύσκολος. Επειδή εκείνος γνώριζε τα αποτελέσματα των εξετάσεων που είχαν γίνει στην Ελλάδα, έπρεπε να δείξει τόσο προς εμένα όσο και προς την Αλίκη ότι «όλα είναι καλά, κανένα πρόβλημα». Η λέξη «καρκίνος» δεν είχε ειπωθεί ακόμη και δεν είχε περάσει από το μυαλό μου ούτε κατά διάνοια.
Το βράδυ η μητέρα μου, κουρασμένη από το ταξίδι, έπεσε αρκετά νωρίς για να κοιμηθεί. Δεν έφαγε παρά ελάχιστα, με φίλησε στο μέτωπο και πήγε στο υπνοδωμάτιό της. Είχε, όπως είπαμε, και τον πυρετό, αλλά κανείς δεν φαινόταν να δίνει ιδιαίτερη σημασία σ’ αυτό…
Την άλλη μέρα βγήκαν τα αποτελέσματα των εξετάσεων από τη Γερμανία και ο θείος μου, με αγωνία, θέλησε αμέσως να μας ενημερώσει, τόσο τη μητέρα μου όσο και εμένα.
– Ολα καλά, καλοήθης είναι ο… πώς να τον πω, ο… αυτό που έχει τέλος πάντων η Αλίκη μου, μας λέει, και εγώ παγώνω στο άκουσμα της λέξης «καλοήθης».
Αμήχανος και μπερδεμένος ακουγόταν ο θείος μου, που πιστεύω πως πρέπει να του είχε πέσει ο ουρανός στο κεφάλι μαθαίνοντας τα αποτελέσματα και κατέβαλλε μεγάλες προσπάθειες πρώτα από όλα να ηρεμήσει ο ίδιος κι ύστερα να καθησυχάσει κι εμάς. Στη λέξη «καλοήθης», λοιπόν, αμέσως το μυαλό μου πήγε σε όγκο φυσικά.
– Μα τι «καλοήθης» λέει ο θείος, μαμά; ρώτησα την Αλίκη, για να πάρω τη σοκαριστική απάντησή της:
– Ουφ! Η μανούλα θα ζήσει τελικά, Γιάννο μου. Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου!
Κοκάλωσα!
Η μητέρα μου είχε όγκο στο πάγκρεας, καλοήθη κατά τις εξετάσεις. Τις στιγμές εκείνες μου πέρασαν τόσες χιλιάδες σκέψεις και εικόνες από το μυαλό που είναι αδύνατον να τις πλάσει ανθρώπινος νους. Θυμήθηκα τα καλοκαίρια στον Θεολόγο μαζί της, τις φορές που με διάβαζε για το σχολείο, τις παραστάσεις που έδινε με εμένα να βρίσκομαι στα παρασκήνια και να βλέπω τον κόσμο εκστασιασμένο να τη χειροκροτεί…
Σε κάποια από τις πρώτες μου υπηρεσίες μίλησα τηλεφωνικώς με τη μητέρα μου κι εκείνη μου είπε ότι χρειαζόταν άμεσα να μεταβεί στη Βοστώνη για ένα δεύτερο τσεκ απ.
– Γιάννη μου, παιδί μου, θα σου κανονίσει ο θείος σου ο Αντώνης να πάρεις άδεια, γιατί θέλω να έρθεις μαζί μου αυτή τη φορά, μου είπε με μια γεμάτη άγχος φωνή.
Εκεί κατάλαβα πως ίσως τα πράγματα να μην ήταν και τόσο καλά. Οτι ίσως έπρεπε να ψάξουμε το θέμα της αρρώστιας της ακόμη περισσότερο…
Το ταξίδι στη Βοστώνη
Το πολυπόθητο χαρτί της εξόδου μού δόθηκε άμεσα και, αφού μάζεψα τα πράγματά μου, πήγα στο σπίτι μας στη Στησιχόρου. Εκεί επικρατούσε πλήρης ησυχία. Μουδιασμένοι όλοι μας. Πηγαίναμε ένα ταξίδι ελπίδας με φόντο το άγνωστο. Κανείς δεν μπορούσε να πει τι εκπλήξεις, δυσάρεστες ή ευχάριστες, μας περίμεναν σε αυτό το «μοιραίο» ταξίδι. Μαζί με τη μητέρα μου ετοιμάσαμε τις βαλίτσες μας. Βάλαμε κάποια ρούχα μέσα, σαν να επρόκειτο για ταξίδι της μιας μέρας. Δεν ήταν όμως σαν τις άλλες φορές που εκείνη περίμενε πώς και πώς να ετοιμάσει τις βαλίτσες της για να φύγει. Οχι, δεν ήταν κάτι τέτοιο. Ηταν ένα ταξίδι που πιστεύω πως η ίδια δεν ήθελε να το κάνει σε καμία περίπτωση. Ηταν σαν κάτι να της έλεγε μέσα της «Μην πας». Δεν ήθελε να ξέρει, δεν ήθελε να μάθει, δεν ήθελε να φύγει…
Την ώρα που ανεβαίνουμε τις σκάλες του Μπόινγκ 747 της Ολυμπιακής η μητέρα μου γυρίζει το κεφάλι και κοιτάζει πίσω της. Σηκώνει το χέρι και χαιρετάει εκείνους που την κοιτάνε. Είναι η πιο χαρακτηριστική στιγμή που πάντα μου έρχεται στον νου: πιασμένοι χέρι χέρι εγώ και εκείνη, καθώς ανεβαίνουμε τα σκαλιά, αυτή να χαιρετάει φωτογράφους, δημοσιογράφους και τον απλό κόσμο που έχει μαζευτεί στο αεροδρόμιο για να την αποχαιρετήσει. Κουνάει το χέρι της όχι με κουράγιο, όπως άλλες φορές, αλλά με την ελπίδα ότι σύντομα θα επιστρέψει στην πατρίδα Ελλάδα. Ενα φωτογραφικό στιγμιότυπο με τα μάτια της καλυμμένα με εκείνα τα σκούρα καφέ στρογγυλά γυαλιά που έχω πάντα δίπλα μου, ανελλιπώς, στο κομοδίνο μου από το 1996. Αυτή η σκηνή δεν μου φεύγει ποτέ από το μυαλό.
Λες και έχει κακό προαίσθημα…
Στην πτήση για Βοστώνη ήξερα πια ότι τα πράγματα ήταν σοβαρά. Αυτό συζητούσα και με τη σύντροφό μου. Σοβαρά, αλλά στο μυαλό μου όλα τα θεωρούσα αναστρέψιμα και πίστευα πως για όλα υπάρχει ελπίδα. Αλλωστε, πηγαίναμε σε ένα από τα καλύτερα νοσοκομεία του κόσμου, το Mass General. Και μόνο η ιδέα ότι πας σε έναν τέτοιο χώρο για να εξεταστείς σου δίνει μια σιγουριά, μια βεβαιότητα ότι όλα θα κυλήσουν ομαλά. Αυτή τη βεβαιότητα τη διέλυσε ο κ. Πουλαντζάς σε μια κατ’ ιδίαν συζήτηση που είχαμε στο πίσω μέρος της πρώτης θέσης. Φυσικά και δεν περίμενα πως εκεί, στα 33.000 πόδια, θα έχανα τα πάντα όταν θα μιλούσα μαζί του.
– Λοιπόν, γιατρέ, πιστεύω πια να τελειώσει η περιπέτεια της υγείας της μητέρας μου μετά από αυτό το ταξίδι, είπα σαν να ήταν όλα δεδομένα.
– Γιάννη, κάτσε δίπλα μου, μου απάντησε εκείνος αμέσως, κι εμένα μου κόπηκαν τα πόδια.
Το χαμηλωμένο βλέμμα του ήταν κακό προμήνυμα.
– Ακουσε, Γιάννη, παιδί μου, συνέχισε. Τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως νομίζεις ή τέλος πάντων έτσι όπως σ’ τα έχουν πει.
Με κοίταξε μέσα στα μάτια υπονοώντας ότι η μητέρα μου δεν είχε επιστροφή από αυτόν τον κυκεώνα στον οποίο είχε μπει.
Σάστισα.
– Μα τι εννοείτε, γιατρέ; Τι συμβαίνει; Τι είναι αυτό που δεν γνωρίζω;
Και η απάντηση με πάγωσε. Επεσε σαν κεραυνός στο κεφάλι μου…
Ο μυστικός αρραβώνας με τον πατέρα μου
Φήμες, ειδήσεις, σχόλια και πολλές λεπτομέρειες για τη ζωή της μητέρας μου κατέκλυζαν καθημερινά τις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής. Αν κάποιος εκδότης ήθελε να πουλήσει και να ξεπουλήσει, θα έβαζε στο εξώφυλλο πάντα τη μάνα μου δημοσιεύοντας είτε συνέντευξή της είτε δημοσιογραφικό ρεπορτάζ. Πάντως, ό,τι κι αν έβαζαν, πάντα πουλούσε.
Ηταν η εποχή που είχε γίνει γνωστή η σχέση της Αλίκης με τον κορυφαίο οπερατέρ των ελληνικών στούντιο, τον Αριστείδη Καρύδη-Φουκς. Ενα ειδύλλιο που πούλησε αρκετά… Ο δε πατέρας μου διατηρούσε τότε σχέση με την αξέχαστη και καταπληκτική ηθοποιό Δέσπω Διαμαντίδου. Θυμάμαι τον ίδιο να μιλάει με ξεχωριστό σεβασμό για τη «μεγάλη κυρία του θεάτρου και του κινηματογράφου», η οποία τον βοήθησε πολύ στην καριέρα του. Η Δέσπω τότε επισκεπτόταν συχνά τον πατέρα μου στο θέατρο. Υπήρχε μεγάλη αγάπη μεταξύ τους και εκείνη τον πρόσεχε σε κάθε του βήμα. Είχε λοιπόν διακρίνει στα βλέμματα που αντήλλασσαν η Αλίκη και ο Δημήτρης μια ιδιαίτερη συμπάθεια. Κανείς όμως δεν πίστευε πως οι δύο «αντίπαλοι», Αλίκη και Δημήτρης, θα έφταναν στο σημείο να αρραβωνιαστούν!
Πώς έγινε; Η Αλίκη και ο Δημήτρης είχαν αποφασίσει να παίξουν μαζί στο θέατρο, σε ένα έργο του Ζαν Ανούιγ με τίτλο «Κολόμπ». Οταν ανακοινώθηκε στον Τύπο ότι θα ένωναν τις δυνάμεις τους στο σανίδι, πολλοί ήταν αυτοί που αναρωτήθηκαν και πίστεψαν ότι επρόκειτο για διαφημιστικό κόλπο.
«Δύο ανταγωνιστές στην ίδια σκηνή» έγραφε ο «Ταχυδρόμος», ενώ πολλές καλλιτεχνικές στήλες έσπευσαν να διαψεύσουν την είδηση ως αναληθή.
Ελα όμως που ήταν αληθινή!
Τη φαεινή ιδέα είχε ο θεατρικός επιχειρηματίας Τάκης Μακρίδης, ο οποίος τους έκανε συνθιασάρχες στη σκηνή του θεάτρου Κεντρικόν.
– Αφού κάνατε τέτοια επιτυχία στον κινηματογράφο μαζί, θα κάνετε ακόμα μεγαλύτερη στο θέατρο, είπε πρώτα στη μάνα μου, που το μυαλό της πήρε αμέσως χιλιάδες στροφές και κατάλαβε πως μια τέτοια σύμπραξη θα σημείωνε τεράστια εμπορική επιτυχία.
Αν και ο πατέρας μου στην αρχή είχε κάποιες αντιρρήσεις για το έργο, στο τέλος η Αλίκη τον έπεισε.
Παράλληλα όμως η Αλίκη και ο Δημήτρης κάνουν γυρίσματα για τη νέα ταινία της εταιρείας των Δαμασκηνού – Μιχαηλίδη σε σενάριο Αλέκου Σακελλάριου με τίτλο «Μοντέρνα Σταχτοπούτα». Κάποια από τα γυρίσματα γίνονται στη Ρώμη και υπάρχει ιδιαίτερη ερωτική ατμόσφαιρα μεταξύ των γονιών μου. Η μητέρα μου πάντα θυμόταν εκείνη την «πρώτη φορά» που αισθάνθηκε ο ένας για τον άλλον ένα φτερούγισμα στην καρδιά:
– Πήγαμε βόλτα με τον πατέρα σου σε πολλά ερωτικά σοκάκια της Ρώμης. Περπατήσαμε μόνοι μέσα στη νύχτα. Κάποια στιγμή με έσφιξε δυνατά. Κι ύστερα με καληνύχτισε. Τότε κατάλαβα πως και εκείνος με ήθελε αλλά και η δική μου καρδιά είχε πλέον φτερουγίσει γι’ αυτόν.
Απλώς για την ιστορία θα πρέπει να αναφέρω πως ο Καρύδης, που αρχικά ήταν οπερατέρ στην ταινία, στη συνέχεια αντικαταστάθηκε. Αυτό ίσως έδωσε μια ελευθερία και στους δύο πρωταγωνιστές ώστε να μην αισθάνονται αμήχανα.
Μια μέρα, λοιπόν, καθώς μελετούν μαζί τους ρόλους τους, αρχίζουν να μιλούν για την ιδιωτική τους ζωή. Θυμούνται τις πίκρες και όλα όσα έχουν περάσει. Με αυτόν τον τρόπο έρχονται πιο κοντά – μα πάρα πολύ κοντά, όπως ακριβώς στην ταινία, όταν πέφτει η ατάκα «Με συγχωρείτε, ήταν τυχαίο».
Επιστρέφουν στην Αθήνα και προετοιμάζονται για την πρόβα τζενεράλε της παράστασης «Κολόμπ». Στο έργο υπάρχει μια σκηνή στην οποία ο πατέρας μου πρέπει να είναι ερωτικός απέναντι στη μητέρα μου και κοιτώντας την στα μάτια να της πει: «Σ’ αγαπώ, Κολόμπ, σ’ αγαπώ» και να τη φιλήσει στο στόμα με πάθος. Ο πατέρας μου όμως είναι πιο διαχυτικός από το κανονικό και τη φιλάει αληθινά. Η Αλίκη αλλάζει δέκα χρώματα.
Τότε κατάλαβε πως η ερωτική σκηνή του έργου σήμαινε ουσιαστικά την αρχή του μεγάλου τους έρωτα.
Κανείς δεν ήξερε το μυστικό τους. Ηθελαν όλο αυτό που τους συνέβαινε να το κρατήσουν κρυφό, τουλάχιστον μέχρι να βεβαιωθούν ότι όλα αυτά που ζούσαν ήταν αληθινά. Οτι ήταν ερωτευμένοι. Και όντως το κράτησαν κρυφό για περίπου δύο μήνες.
Ωστόσο κάθε βράδυ έπαιζαν στο έργο με τόση ένταση και έρωτα στο βλέμμα που ο κόσμος άρχισε να υποψιάζεται πως κάτι συνέβαινε μεταξύ τους. Με άλλα λόγια, υπήρχε διάχυτος ερωτισμός στη σκηνή. Και όσο οι δυο τους έδειχναν ερωτευμένοι τόσο έκοβαν περισσότερα εισιτήρια.
Στις 9 Δεκεμβρίου 1964 το θέατρο είναι κατάμεστο και τα φώτα της ράμπας λούζουν τη σκηνή. Μισοσκόταδο όμως κυριαρχεί πίσω από το σκηνικό.
Ο πατέρας μου, λίγο προτού εμφανιστεί στη σκηνή με τη μητέρα μου, βγάζει βιαστικά τις βέρες από την τσέπη του. Πλατίνα και χρυσός.
Περνάει τη μία στο δάχτυλο της Αλίκης και, προτού εκείνη καταλάβει καλά καλά τι συμβαίνει, της λέει:
– Αρραβωνιαστήκαμε.
– Τι είπες; Αρραβωνιαστήκαμε;
– Φυσικά. Και πιο σιγά μη μας ακούσουν στην πλατεία. Πάμε τώρα…
– Πού, στην εκκλησία; ρωτάει σαστισμένη η Αλίκη.
– Οχι, στη σκηνή, της απαντάει.
Συγκινημένη και με απίστευτο τρακ βγαίνει τελικά με τον πατέρα μου στη σκηνή φορώντας και οι δύο τα δαχτυλίδια του αρραβώνα.
Τα ξαφνικά αρραβωνιάσματα έσπευσαν να τα αναγγείλουν η Αλίκη στη μητέρα της και ο Δημήτρης στους γονείς του. Μετά από λίγη ώρα όμως έφτασαν όλοι τους στο θέατρο για να τους συγχαρούν.
Το μυστικό τους μετά το πέρας της παράστασης δεν κρατήθηκε πλέον μυστικό ούτε στα παρασκήνια του θεάτρου. Αλλωστε, οι βέρες ήταν αστραφτερές και όλοι τις παρατήρησαν. Οι δε ερωτευμένοι ήταν ιδιαίτερα ευδιάθετοι και δεν μπορούσαν να κρύψουν τη χαρά τους. Οι εργαζόμενοι, χαρούμενοι, τους ρωτούσαν:
– Είναι αλήθεια;
Εκείνοι δεν ήθελαν να απαντήσουν. Από τη μία φοβούνταν το κακό μάτι και από την άλλη το αίνιγμα αυτό θα μπορούσε, αν το άφηναν να συζητιέται, να λειτουργήσει διαφημιστικά προς όφελός τους, καθώς ήταν τεράστιο θέμα, που για εβδομάδες θα απασχολούσε όλα τα μέσα.
Οταν το θέατρο κλείνει, ο Δημήτρης και η Αλίκη φεύγουν ανηφορίζοντας την πλατεία του θεάτρου και τρέχοντας φιλιούνται κατευθυνόμενοι προς την έξοδο.
Με γέλια φτάνουν μπροστά στην Τζάγκουαρ της Αλίκης, όπου την περιμένει, όπως κάθε βράδυ, ο οδηγός της, ο Κώστας. Αυτός της ανοίγει την πόρτα. Η Αλίκη στέκεται εκεί διστακτική για λίγο αλλά αστραπιαία γυρίζει στον μνηστήρα της.
– Πήγαινε, Κώστα, λέει στον οδηγό της. Απόψε θα φύγω με τον αρραβωνιαστικό μου.
Και κατευθύνεται στην πανέμορφη Σιτροέν του πατέρα μου.
Μετά από λίγο θα βρεθούν οι δυο τους στην ταβέρνα του Μπαρμπα-Στάθη στην Πλάκα. Ακολουθεί με το δικό του αυτοκίνητο ο θεατρικός επιχειρηματίας Τάκης Μακρίδης με τη σύζυγό του.
Ο ταβερνιάρης παθαίνει σοκ που τους βλέπει να μπαίνουν στο μαγαζί του. Κάνει να τους δώσει το χέρι του για να τους χαιρετήσει αλλά διαπιστώνει ότι δεν μπορεί, γιατί και στα δύο χέρια του κρατάει πιάτα. Από την ταραχή τού πέφτουν τα πιάτα κάτω.
– Καλώς ήρθατε στο μαγαζί μας! Είναι μεγάλη μας τιμή. Ολα απόψε είναι δικά σας. Και το μαγαζί δικό σας, τους λέει λάμποντας από χαρά.
Μετά από λίγο μπαίνει στην ταβέρνα ένας δημοσιογράφος που όλο το βράδυ τους παρακολουθούσε.
Την ώρα που έχουν υψωμένα τα ποτήρια για να τσουγκρίσουν, τους πλησιάζει.
– Μπορούμε να σας βγάλουμε μια φωτογραφία από αυτή την πρώτη σας επίσημη έξοδο;
– Οχι, απαντάει ο πατέρας μου.
– Οχι λοιπόν; ξαναρωτάει ο δημοσιογράφος.
– Ε, δεν είπαμε;
Και πάνω στο ναι και στο όχι βγαίνει η πρώτη φωτογραφία στην οποία ο πατέρας μου ταΐζει στο στόμα τη μάνα μου.
Ο Ηλιάδης πήρε το διαζύγιο στο χέρι και…
Να επιστρέψουμε όμως λίγο στον Γιώργο Ηλιάδη. Εκείνος υπεραγαπούσε τα παιδιά του, όπως τόνισα. Καθημερινά μιλούσε στη μάνα μου για εκείνα και εμένα με πρόσεχε το ίδιο όσο κι αυτά. Στον Γιώργο βρήκα την πατρική στοργή που μου έλειπε. Υπήρχαν στιγμές που ήθελα να είμαι περισσότερο μαζί του παρά με τον πατέρα μου. Του είχα τυφλή εμπιστοσύνη γιατί λάτρευε τη μητέρα μου και αυτό το έδειχνε και σε μένα.
Μια μέρα, λοιπόν, η μάνα μου ξυπνάει και λέει στον Γιώργο:
– Τη Δευτέρα παντρευόμαστε…
– Οπως θες, Αλίκη μου, της απαντάει εκείνος, μόνο να μη δοθεί καμία απολύτως δημοσιότητα. Προς Θεού, για τα παιδιά μου.
Της μάνας μου της κακοφάνηκε που δεν δόθηκε δημοσιότητα, αναγνώριζε όμως στον Γιώργο ότι είχε παιδιά και ίσως τους δημιουργούσε σύγχυση. Ετσι δεν το είπε ούτε σε μένα και τελικά ο γάμος έγινε μυστικά.
Στο εκκλησάκι δίπλα από τη Μητρόπολη βρέθηκαν μόνο η Μουμού (Ηλιοπούλου), ο Ροζάκης, που ήταν ο κουμπάρος, μαζί με τη γυναίκα του Κρίστη, η Νότα, ο Τόλης και ο Σπύρος Παγιατάκης.
Η μητέρα μου φορούσε ένα απλό ανοιχτόχρωμο ταγεράκι και έτσι κανένας δεν τους πήρε είδηση. Ο γάμος τελέστηκε κάτω από τη μύτη όλων στην πιο κεντρική εκκλησία της Αθήνας. Μάλιστα οργανώθηκε τόσο βιαστικά που είχαν ξεχάσει να πάρουν ρύζι για να ρίξουν στο ζευγάρι και τότε πετάχτηκε η Μουμού δίπλα σε ένα ψιλικατζίδικο και αγόρασε.
Μετά την τελετή είχαν καλέσει στο μαγαζί «9+9» την Τζένη με τον Κώστα, τη Ζωή με τον Αλέξανδρο και φυσικά όσους είχαν παραστεί στο μυστήριο.
Από τότε ξεκίνησε και η στενή φιλία της μητέρας μου με τη Λάσκαρη και τον Λυκουρέζο.
Με τον Γιώργο όμως είχαν πολλά προβλήματα στον έγγαμο βίο τους. Το μυαλό εκείνου ήταν μόνο στα παιδιά του. Ηθελε να βρίσκεται συνεχώς κοντά τους και τα συχνά ταξίδια του κλόνισαν τη σχέση με τη μάνα μου. Ετσι ο Γιώργος επέστρεψε στην Κύπρο και στα παιδιά του και πήρε την απόφαση να χωρίσει με τη μητέρα μου.
Η μάνα μου ήταν φουλ ερωτευμένη μαζί του. Ωστόσο δεν μπορούσε να μπει ανάμεσα σε εκείνον και στα παιδιά. Καταλάβαινε την κατάσταση γιατί ήταν σχεδόν στην ίδια θέση όσον αφορούσε τον πατέρα μου. Ο Γιώργος αργότερα δήλωσε ότι «την Αλίκη την πλήγωσα πάνω στην πληγή.»…
….«Στο τέλος εκείνης της χειμερινής περιόδου, προς το Πάσχα, η μάνα μου αρχίζει να κάνει περισσότερη παρέα με τον Βλάση Μπονάτσο.
Ο Βλάσης είναι ένας χαρούμενος νέος, ευχάριστος και με χιούμορ. Κάνει τη μητέρα μου να γελά και να ξεχνιέται. Εχει κάτι που την ελκύει. Είναι άλλωστε ειλικρινής, άμεσος, ευθύς, τίμιος, χωρίς κόμπλεξ. Δεν κρατά τους τύπους με την Αλίκη, αλλά το κάνει με τέτοιον τρόπο που τη διασκεδάζει. Εκείνος είναι ένας τραγουδιστής της ροκ και εκείνη είναι διατεθειμένη να μπει στον δικό του ρυθμό.
Η ίδια ζει τόσο έντονα που του λέει κάποια στιγμή:
– Λοιπόν, ξέρεις κάτι; Τη νιότη μου τώρα τη ζω. Ξεκίνησα δεκάξι-δεκαεπτά χρόνων και όλα αυτά τα χρόνια δουλεύω. Οχι πως δεν δουλεύω και τώρα, αλλά λες και η ζωή μου έχει σταματήσει ακριβώς στα δεκαεπτά μου χρόνια.
Ο Βλάσης, με την άνεσή του, με τον ψιλοαραχτό τρόπο ζωής του, κατάφερε να την απορρυθμίσει πολλές φορές, άθελά του. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα για να σας εξηγήσω τι εννοώ.
Η μάνα μου βρίσκεται με τον Βλάση στο νυχτερινό κέντρο «Φαντασία». Τότε:
«Πω, ρε, μια κουκλάρα! Κοίτα!».
Και τη σκουντάει. Σκουντάει την εθνική σταρ για να δει μια κουκλάρα που περνάει πλάι της! Δεν είναι και τόσο κομψό. Η Αλίκη ξαφνιάζεται και ιντριγκάρεται ταυτόχρονα. Τσαντίζεται αλλά και παραδίνεται. Ο Βλάσης, όσο καιρό είναι μαζί της, την κρατά στην πρίζα. Και ήταν το μόνο αρσενικό που μπορούσε να της πει: «Μη λες βλακείες, Αλίκη» ή «Οχι τον ρόλο αυτόν σε μένα. Παίξ’ τον πουθενά αλλού».
Ο Βλάσης αντιμετωπίζει τη μητέρα μου όπως θα αντιμετώπιζε ένα κοριτσάκι. Εκείνη ιντριγκάρεται με αυτόν τον νέο τύπο άντρα και παρατηρεί:
«Μου φέρεται σαν να είμαι καμιά γκρούπι σε συναυλία. Καλό και τούτο!».
Ο ίδιος φαίνεται να αγνοεί τα μεγέθη όταν την αποκαλεί «αδελφούλα»!
Η μάνα μου περνάει καλά μαζί του. Το ίδιο κι εγώ. Με μαθαίνει μουσική, πάμε μαζί σινεμά. Γενικά είναι ο φίλος μου. Με τον Βλάση είχαμε δέσει τόσο πολύ που, όταν έφυγε από τη ζωή, ήταν σαν να έχανα τον αδελφό μου.»….
Ακόμη και στις γκρίνιες της ο Βλάσης τα προσπερνούσε όλα και τη μαλάκωνε.
…«Το ’93 ο πατέρας μου συνεργάζεται θεατρικά με την Κάτια Δανδουλάκη στην παράσταση “Ηρθες και θα μείνεις”. Η μάνα μου έχει φαγωθεί να πάει μαζί με τον Βλάση να δουν την πρεμιέρα, μια και οι σχέσεις της με τον πατέρα μου έχουν σχετικά αποκατασταθεί.
Στο θέατρο η μάνα μου πλησιάζει τον πατέρα μου και του λέει ναζιάρικα και με νόημα:
– Βρε Δημήτρη μου, έχει μια μεγάλη επιθυμία να σε γνωρίσει ο Βλάσης Μπονάτσος.
– Α, όλα κι όλα! της απαντάει εκείνος, κάνοντας χιούμορ. Είναι εδώ ο Ντίντης, ο Πλωρίτης, εγώ, και θέλεις να φέρεις και τον Βλάση; Δεν γίνεται!
Τελικά τα κατάφερε και ο πατέρας μου γνώρισε τον Βλάση εκείνο το βράδυ».
Το τηλεγράφημα στον διάδοχο…
«Σε αυτό το κεφάλαιο θα αναφερθώ στον διάδοχο Κωνσταντίνο. Παρόλο που η μητέρα μου μού είχε μιλήσει για όσα συνέβαιναν τότε, εγώ οφείλω να αναφερθώ μόνο σε όσα εκείνη είχε δημοσιοποιήσει.
Τα μαντάτα για τις επιτυχίες της Αλίκης φτάνουν λοιπόν και στο παλάτι. Εκεί όπου ζει ο διάδοχος και ενθουσιασμένος μαζί της νεαρός Κωνσταντίνος. Τον Αύγουστο του 1960 ο Κωνσταντίνος κερδίζει μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες και η μητέρα μου, η οποία προσέχει όλες τις κινήσεις της, αποφασίζει να στείλει συγχαρητήριο τηλεγράφημα – μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και κάτω από τη μύτη των δημοσιογράφων, που ευνόητο είναι ότι θα εκμεταλλεύονταν το γεγονός.
Η χαρά του Κωνσταντίνου, λένε κάποιοι που έζησαν μέσα στο παλάτι, ήταν μεγάλη. Πολύ μεγάλη.
Οι φήμες οργιάζουν ότι η Αλίκη και ο πρίγκιπας συναντιούνται στα κλεφτά και πολύ συχνότερα από ό,τι παλιά. Ο διάδοχος σχεδόν σε κάθε έργο στο οποίο παίζει η μητέρα μου, είτε στο θέατρο είτε στον κινηματογράφο, έχει εξέχουσα θέση. Τίποτα όμως δεν επιβεβαιώνει τον δεσμό ή έστω το φλερτ.
Το παραμύθι θέλει τον Φίνο, που διατηρούσε στενές σχέσεις με το Παλάτι, να έχει κάνει ειδικό δρόμο για να πηγαίνει στο στούντιο το πριγκιπόπουλο με το σπορ αυτοκίνητό του και να βλέπει το Αλικάκι.
Ο ενθουσιασμός αυτός του γιου της για τη νεαρή σταρ ανησυχεί σοβαρά τη βασίλισσα Φρειδερίκη. Μάλιστα σε μια συνέντευξή της στον Νίκο Χατζηνικολάου η μάνα μου είχε παραδεχτεί ότι «ο Κωνσταντίνος ήταν πολύ πιεσμένος από τη μητέρα του, καταπιεσμένος». Το Παλάτι θα μπορούσε να κλονιστεί από ένα τέτοιο σκάνδαλο. Εκείνος διάδοχος του θρόνου και εκείνη μια ηθοποιός; Ετσι, η Φρειδερίκη τον στέλνει στον Εβρο, για να τον απομακρύνει από την Αλίκη, αλλά αυτό που τελευταία ψιθυριζόταν αρχίζει τώρα να βγαίνει στη δημοσιότητα. Ο θαλαμηπόλος του Κωνσταντίνου Νικόλαος Γραμμένος, σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό “Ταχυδρόμος”, παραδέχεται πως η Αλίκη μάγευε, πως ο διάδοχος ήθελε να βλέπει έργα της στο θέατρο και στον κινηματογράφο, «όμως ο Κωνσταντίνος ήταν διάδοχος και έτσι έπρεπε να παραμείνει».
