ΛΩΖΑΝΝΗ, Σεπτέμβριος
«ΤΗΕ lady is a killer» είπε ο κλασικός Αργεντίνος με το μουστάκι για την κυρία Γιάννα Αγγελοπούλου, μετά την παρουσίαση της ελληνικής υποψηφιότητας. «But the husband is the exterminator» συμπλήρωσε ο συνάδελφός του στην υποψηφιότητα του Μπουένος Αϊρες για τον κ. Θεόδωρο Αγγελόπουλο.
Η παρατήρηση ήταν ορθή. Ενα από τα βασικά κλειδιά της επιτυχίας της Αθήνας στη διεκδίκηση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 ήταν και ο συνδυασμός δύο ταλαντούχων ανθρώπων: της κυρίας Γιάννας Δασκαλάκη – Αγγελοπούλου, που απεδείχθη εκπληκτική στην οργάνωση της τεράστιας δημόσιας καμπάνιας για την Ολυμπιάδα, και του κ. Θεόδωρου Αγγελόπουλου, που κινούμενος στο παρασκήνιο γύρισε ένα ένα τα «κλειδιά» που δημιουργούν παρόμοιες διεθνείς επιτυχίες.
Ωστόσο η Αθήνα δεν θα έπαιρνε τους Αγώνες αν δεν συνέτρεχαν τέσσερις διαφορετικές προϋποθέσεις (που πάντως η ελληνική διεκδίκηση αξιοποίησε αποτελεσματικά):
Η πρώτη προϋπόθεση ήταν η πρόταση για τους Αγώνες να είναι τεχνοκρατικά επαρκής και οι υποδομές (αθλητικές, συγκοινωνιακές κτλ.) να παρέχουν εγγυήσεις καλής απόδοσης.
Η Ελλάδα του 1997 κατάφερε να αναδείξει αυτά τα πλεονεκτήματα με πειθώ έργων και όχι λόγων.
Το βράδυ της Παρασκευής, στη δεξίωση στο Lausanne Palace, ο πρόεδρος της Επιτροπής Αξιολόγησης, ο «βαρύς» Γερμανός κ. Μπαχ (πρώην Ολυμπιονίκης ο ίδιος) είπε αφοπλιστικά σε κάποιον Ελληνα που τον ευχαρίστησε για την καλή βαθμολόγηση της Αθήνας: «Πήρατε αυτό που αξίζατε»…
Δεύτερον, καθώς οι Ολυμπιακοί έχουν μεταβληθεί σε μια από τις σημαντικότερες διεθνείς big business, γύρω από τους οποίους περιστρέφονται δισεκατομμύρια δολάρια, ο παράγων της πολιτικής σταθερότητας και της λαϊκής υποστήριξης των Αγώνων καθίσταται αποφασιστικός.
Η ξεκάθαρη ευρωπαϊκή πολιτική της κυβέρνησης του κ. Κ. Σημίτη και η αίσθηση που δημιούργησε στην αίθουσα η λιτή αυτοπεποίθηση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Λουκά Παπαδήμου για την οικονομική σταθερότητα της χώρας ήταν αποφασιστικά σημεία των μηχανισμών επιλογής.
Ο τρίτος παράγων που λειτούργησε θετικά ήταν οι αδυναμίες των αντίπαλων υποψήφιων πόλεων, που ενίσχυαν τα θετικά της Αθήνας.
Ο τέταρτος παράγων ήταν τα λάθη αλαζονείας του βασικού αντιπάλου, της Ρώμης. Οι κκ. Νεμπιόλο και Πεσκάντε προκάλεσαν διπλά: πρώτον, διότι παρουσίαζαν ότι έχουν τους Αγώνες «στο τσεπάκι» και, δεύτερον, διότι έχοντας την ισχυρότερη αθλητική ομοσπονδία, την ΚΟΝΙ, δική τους υποβάθμισαν την αξία της διεκδίκησης για να χάσουν πανηγυρικά από την Αθήνα, που έδωσε το βάρος της ακριβώς στην πειστική διεκδίκηση…
* Η στρατηγική της νίκης
Για τους περισσότερους Ελληνες που βρέθηκαν τη Δευτέρα, την Τρίτη ή την Τετάρτη στη Λωζάννη, η εξωτερική εικόνα των πραγμάτων κάθε άλλο παρά προδιέθετε για την ελληνική νίκη. Ο star της Λωζάννης ήταν αναμφισβήτητα ο Νέλσον Μαντέλα. Ολες οι αντιπροσωπείες ήταν λίγο πολύ αφανείς. Οταν, όμως, μοτοσικλετιστές διέκοπταν την κυκλοφορία και οι σειρήνες ηχούσαν δαιμονισμένα, ήξερες ότι ο Μαντέλα κινείται κάπου στην πόλη…
Οι Νοτιοαφρικανοί, μαύροι και άσπροι, κυριαρχούσαν παντού. Εμοιαζαν βέβαιοι για τη νίκη και σαν να το γιόρταζαν από πριν. Οπως είπε ένα μέλος της ελληνικής αποστολής χαρακτηριστικά: «Το μόνο που με παρηγορεί είναι ότι έτσι ήμασταν και εμείς στο Τόκιο, ώσπου να χάσουμε!».
Οι Σουηδοί έδειχναν ψύχραιμοι, παρ’ όλο που η υποψηφιότητά τους είχε τραυματιστεί από τις βόμβες και την έλλειψη λαϊκής υποστήριξης.
Το Μπουένος Αϊρες έδινε τον δικό του τόνο του πανηγυριού. Ανθρωποι ζεστοί και κινητικοί, με δέκα υπουργούς και τον πρόεδρο Μένεμ παρόντα, έδιναν τη μάχη όπως και το Κέιπ Τάουν όχι εν ονόματι μιας πόλης ή μιας χώρας αλλά όλης της Λατινικής Αμερικής.
Οι Ρωμαίοι, με τη σειρά τους, είχαν τον αέρα του σίγουρου νικητή. Ακόμη και οι δημοσιογράφοι ή οι οδηγοί των πούλμαν της Ρώμης συμπεριφέρονταν με συγκατάβαση προς όλους τους υπόλοιπους, τους οποίους αντιμετώπιζαν ως μάταιους υποψήφιους.
Και η Ρώμη, και το Κέιπ Τάουν, και το Μπουένος Αϊρες, και η Στοκχόλμη ακολούθησαν στη Λωζάννη όλες τις κλασικές συνταγές εντυπωσιασμού: συνεντεύξεις Τύπου πριν από την Παρασκευή, πληρωμένες καταχωρήσεις σε μεγάλες εφημερίδες της Ευρώπης κτλ.
Μόνο η Ελλάδα δεν ακολούθησε αυτή την τακτική των εντυπώσεων. Δύο πράγματα μπορούσαν να εξηγήσουν αυτή την τακτική: ή ότι υπήρχε βεβαιότητα για τη νίκη ή ότι υπήρχε βεβαιότητα για την αποτυχία.
Πολλοί που σήμερα πανηγυρίζουν, την Πέμπτη το βράδυ στη Λωζάννη ήταν βέβαιοι ότι η κυρία Αγγελοπούλου, ακολουθώντας «χαμηλούς» τόνους, «έθαψε» τις τελευταίες ελπίδες της ελληνικής υποψηφιότητας. Στα μπαρ της Λωζάννης, της Γενεύης και του Μοντρέ, οι ψίθυροι των «ειδημόνων» έδιναν και έπαιρναν. Αλλοι ετοίμαζαν τις δηλώσεις τους μετά τη βέβαιη αποτυχία και άλλοι ετοίμαζαν την αρθρογραφία τους, όπου θα εξηγούσαν «γιατί χάσαμε την Ολυμπιάδα».
Ωστόσο η Επιτροπή Διεκδίκησης της Αθήνας ήξερε πολύ καλά τι έκανε. Απλώς, για μια σπάνια φορά στην Ελλάδα, μια ομάδα ανθρώπων έδρασε απολύτως επαγγελματικά, αποσκοπώντας στο τελικό αποτέλεσμα και όχι στις ενδιάμεσες εντυπώσεις. Το βράδυ της Πέμπτης «Το Βήμα» ζήτησε από τον κ. Θεόδωρο Αγγελόπουλο την εκτίμησή του για το αποτέλεσμα της Πρασκευής: «Θα τους πάρουμε τους Αγώνες» απάντησε κοφτά. «Αλλά δεν πρέπει ως τη στιγμή της ανακοίνωσης να δρούμε με την επανάπαυση της νίκης. Αν δώσουμε τέτοια εικόνα, διακινδυνεύουμε το αποτέλεσμα. Δεύτερον, ουδεμία πρόβλεψη ισχύει προτού υπογράψεις το συμβόλαιο».
Ο κ. Μάρτον Σίμιτσεκ, την Πέμπτη το βράδυ, στο ίδιο ακριβώς πνεύμα, ήταν κατηγορηματικός: «Θα πάρουμε αύριο τους Αγώνες. Στην τελική ψηφοφορία θα έχουμε 66 ψήφους». Οσους και τελικά πήραμε…
Το μεσημέρι της Παρασκευής, τρεις ώρες προτού αρχίσει η ψηφοφορία, το μέλος της Επιτροπής Διεκδίκησης κ. Διονύσης Γάγγας ήταν ακόμη πιο σαφής: «Θα τους πάρουμε τους Αγώνες. Στην πρώτη ψηφοφορία θα έχουμε 31 ψήφους (πήραμε τελικά 32) και θα τους ανεβάζουμε σε κάθε ψηφοφορία, ως τη νίκη».
Τι έδωσε στην Ελληνική Επιτροπή Διεκδίκησης τόση ακρίβεια στην πρόβλεψη και τόση βεβαιότητα για τη νίκη;
Η απάντηση βρίσκεται 16 μήνες πριν, όταν ο υφυπουργός Αθλητισμού κ. Ανδρέας Φούρας ζήτησε από την κυρία Γιάννα Δασκαλάκη – Αγγελοπούλου να αναλάβει τη Διεκδίκηση των Αγώνων.
Η κυρία Γιάννα Αγγελοπούλου και ο κ. Θεόδωρος Αγγελόπουλος συμφώνησαν με τον πρωθυπουργό κ. Κώστα Σημίτη στους ακρογωνιαίους λίθους της ελληνικής στρατηγικής: δεν θα επρόκειτο για μια ιστορία που απευθύνεται κυρίως στην εσωτερική και πολιτική σκηνή, αλλά για μια υπόθεση που αφορά τη διεθνή διάσταση, στην οποία ανήκουν οι Ολυμπιακοί Αγώνες.
Ετσι, στη μεν Ελλάδα συγκροτήθηκε ο μηχανισμός της Επιτροπής Διεκδίκησης από δεκάδες και εκατοντάδες επιστήμονες και στελέχη χωρίς κομματική σφραγίδα, αλλά απολύτως αξιοκρατικά. Ταυτοχρόνως η κυρία Γιάννα Αγγελοπούλου και ο κ. Θεόδωρος Αγγελόπουλος οργάνωσαν μια ομάδα διεθνών συμβούλων, κυρίως από στελέχη που είχαν εμπειρία των δύο πρόσφατων επιτυχών διεκδικήσεων: της Ατλάντα και του Σίδνεϊ.
Οι ξένοι σύμβουλοι έδωσαν την εμπειρία τους, που η Επιτροπή Διεκδίκησης συνδύασε με την ελληνική ιδιαιτερότητα.
Η κυρία Γιάννα Δασκαλάκη – Αγγελοπούλου ξεκίνησε με την προϋπόθεση ότι η δύναμη της Αθήνας είναι η ολοκλήρωση των έργων που αλλάζουν τη μορφή της πόλης. Επιδιώχθηκε λοιπόν να επισκεφθούν την Αθήνα όσα περισσότερα μέλη της ΔΟΕ ήταν δυνατόν, ώστε να έχουν ιδίαν αντίληψη όσων υποστηρίζει η Ελλάδα.
Τελικά επισκέφθηκαν την Αθήνα 89 από τα 111 μέλη της ΔΟΕ. Πέρα από το επίσημο πρόγραμμα της ξενάγησης, υπήρξαν συμβολικές χειρονομίες καλής θέλησης προς τους αθάνατους. Δημιουργήθηκε το «πάρκο των Αθανάτων», στο οποίο ο καθένας φύτεψε την ελιά που φέρει το όνομά του.
Από αυτές τις ελιές θα γίνουν οι κότινοι που θα στέψουν τους ολυμπιονίκες του 2004.
Στο αποχαιρετιστήριο δείπνο, στο σπίτι των Αγγελόπουλων στο Ψυχικό, κάθε αθάνατος ελάμβανε ως δώρο τους «Times» της ημερομηνίας της γέννησής του, αν ήταν αγγλόφωνος, και τον «Monde», αν ήταν γαλλόφωνος.
Σε μία μάλιστα περίπτωση, του Αμερικανού Τζορτζ Κίλιαν, δόθηκε ως δώρο η τοπική εφημερίδα της μικρής πόλης που γεννήθηκε, έξω από το Σικάγο…
Ωστόσο οι Ολυμπιακοί έχουν και μια άλλη πλευρά: οι έξι μεγάλοι χορηγοί, η Coca – Cola, το NBC, η Samsung κλπ. αποτελούν τους λιγότερο ή περισσότερο αφανείς «εταίρους» της ΔΟΕ.
Ο κ. Θεόδωρος Αγγελόπουλος, επιχειρηματίας με διεθνή επιφάνεια, είχε την κοινή γλώσσα που χρειαζόταν για μια ποιοτική προσέγγιση προς αυτούς τους αφανείς εταίρους. Εγκυρες πληροφορίες αναφέρουν ότι ο κ. Θ. Αγγελόπουλος με το προσωπικό του jet πλησίασε τους τελευταίους μήνες τις 1.000 ώρες πτήσεις, πετώντας στις πέντε ηπείρους, για συναντήσεις με τους «ανθρώπους – κλειδιά» των Ολυμπιακών…
Την ίδια στιγμή, αυτούς τους 16 μήνες, η κυρία Γιάννα Αγγελοπούλου αξιοποίησε και το τελευταίο διεθνές αθλητικό γεγονός, ώστε να κατοχυρώσει την αξιοπιστία και την ελκυστικότητα της ελληνικής υποψηφιότητας. Το ουσιαστικό μήνυμα των ελληνικών παρεμβάσεων ήταν πλήρως ανεστραμμένο σε σχέση με το 1990: τότε στηριζόμασταν στην Ιστορία, τώρα αξιοποιούσαμε το παρόν και υποσχόμασταν ένα ακόμη καλύτερο μέλλον.
«Μπροστά σας έχετε μια νέα Ελλάδα» ήταν η αρχική φράση σε κάθε ατομική ή ομαδική παρουσίαση της υποψηφιότητας της Αθήνας.
Αν το 1990 η Ατλάντα είχε εμφανιστεί ως η σύγχρονη υποψηφιότητα, το 1997 η Αθήνα ξεπέρασε την Ατλάντα. Να το πούμε απλά: στη διεκδίκηση, τόσο στο διάστημα πριν όσο και στη Λωζάννη, η Αθήνα σε σχέση με όλες τις άλλες πόλεις παρουσιάστηκε ως υποψηφιότητα «με άλλη τεχνολογία». Από τα digital του κ. Τάσου Γιαννακούρου ως τα λέιζερ του Ζαππείου, αλλά και το δυναμικό περίπτερο στη Λωζάννη του κ. Δ. Ταλαγάνη, που έκανε τη Ρώμη να φαίνεται «φολκλόρ» και τη Στοκχόλμη βαρετή επαρχία, η Ελλάδα έπαιξε το χαρτί του 21ου αιώνα. Και κέρδισε με το σπαθί της. Υπήρξε «μαύρη πλευρά» σε αυτούς τους Ολυμπιακούς; Η Στοκχόλμη και το Κέιπ Τάουν κατηγορήθηκαν για απόπειρα εξαγοράς ψήφων. Υπάρχει περίπτωση να έπαιξε η ελληνική πλευρά επιτυχώς παρόμοιο «χαρτί»;
Η κυρία Γιάννα Δασκαλάκη – Αγγελοπούλου, στις στενές συνεδριάσεις της Επιτροπής, υποστήριζε ότι η ασφαλέστερη στρατηγική είναι η απόδοση στους αθανάτους του ρόλου του dream maker, η επανασύνδεση των Ολυμπιακών με το ιδεώδες, το οποίο τυπικά ή ουσιαστικά υπηρετεί η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή.
Και αν υποθέσουμε ότι όλα αυτά είναι ρομαντικά, είναι πολύ δύσκολο να εξηγηθεί γιατί πολλά μέλη της ΔΟΕ δάκρυσαν με το φιλμ της ελληνικής υποψηφιότητας.
Ωστόσο, «συν Αθηνά, χείρα κίνει». Το σίγουρο είναι ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η κυρία Γιάννα Δασκαλάκη Αγγελοπούλου και ο κ. Θεόδωρος Αγγελόπουλος εξασφάλισαν την πρώτη σταθερή ομάδα των υποστηρικτών και κυρίως το παιχνίδι των συμμαχιών στους επόμενους γύρους.
Οταν την Τετάρτη, την Πέμπτη ή την Παρασκευή το πρωί, υπουργοί ή αθλητικοί παράγοντες τηλεφωνούσαν στην κυρία Αγγελοπούλου ή στον κ. Θ. Αγγελόπουλο με πληροφορίες ότι άλλαξε θέση ο α’ ή ο β’ αθάνατος, το ζεύγος Αγγελοπούλου απλώς χαμογελούσε. Ηταν το μόνο σημείο που συμφωνούσαν με τον πολύ Πρίμο Νεμπιόλο, που έλεγε καυχησιάρικα την Πέμπτη: «Εχουμε πάρει τους Αγώνες. Πείτε μου έναν αναποφάσιστο για να πεισθώ ότι κάτι διακυβεύεται».
Απλώς αυτή τη φορά οι Ελληνες ήξεραν καλύτερα πώς είχαν παίξει οι ίδιοι. Επαιξαν καλύτερα και κέρδισαν καθαρά, απέναντι στην αλαζονεία της Ρώμης και στην παλιά μιζέρια της Αθήνας, ότι η «Ελλάδα δεν μπορεί».
Οι Ολυμπιακοί θα γίνουν το 2004 σε μια χώρα που πρέπει πια να αποδείξει όχι ότι «μπορεί» αλλά ότι μπορεί ακόμη καλύτερα.
Αν πετύχαμε το ένα, γιατί όχι και το άλλο;
