Τι ακριβώς σημαίνει πρόοδος και κατά πόσον είναι προοδευτική η παγκοσμιοποίηση; Ποια είναι τα στοιχεία που θα πρέπει να κρατήσουμε απέναντι στις σαρωτικές αλλαγές που μας επιβάλλει; Δύο γάλλοι στοχαστές, ο Αλέν Φινκελκρότ και ο Πιερ-Αντρέ Ταγκέφ, επιχειρούν να δώσουν απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα σε μια συζήτηση που διοργανώθηκε πρόσφατα στο Παρίσι με αφορμή την κυκλοφορία των βιβλίων Rèsister au bougisme του πρώτου και Internet, L’ inquiètante extase του δεύτερου.
«Αντίσταση, συντήρηση» λέτε κ. Πιερ-Αντρέ Ταγκέφ. Η θέση αυτή δεν είναι λίγο περίεργη, τουλάχιστον για εκείνους που πολιτικά τοποθετούνται, εδώ και δύο αιώνες, στην Αριστερά; Κατ’ αρχήν, σε τι και σε ποιον πρέπει να αντισταθούμε;
Πιερ-Αντρέ Ταγκέφ: «Από τον όρο της συντηρητικής αντίστασης προτιμώ εκείνον του εποικοδομητικού συντηρητισμού, που είναι και πιο ακριβής, καθώς δεν μιλάμε για τη συντήρηση των πάντων, αλλά για τη συντήρηση αυτών που αξίζει να διατηρηθούν. Αφού ξεκαθαρίσαμε αυτό, σε τι πρέπει να αντισταθούμε; Σε μια επικρατούσα ιδεολογία, που αρχίζει πλέον να γίνεται παγκόσμια, και έχει τη δομή μιας μεσσιανικής ουτοπίας: την ουτοπία της τέλειας κοινωνίας, του πλανητικού χωριού που βρίσκεται σε συνεχή ενδοεπικοινωνία. Σύμφωνα με αυτή την ιδεολογία η νεοφιλελεύθερη, στο πνεύμα των ελεύθερων ανταλλαγών, παγκοσμιοποίηση, έτσι όπως έχει μεταμορφωθεί από τις νέες τεχνολογίες πληροφορίας και επικοινωνίας, είναι ταυτοχρόνως αναπόφευκτη αλλά και καλή. Γι’ αυτό και αποτελεί την κατ’ εξοχήν μέθοδο σωτηρίας για την ανθρωπότητα. Η νέα αυτή πλανητική μεσσιανική ουτοπία βασίζεται σε μια νέα μορφή μοιρολατρίας, τη λατρεία της κίνησης, που χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι το γίγνεσθαι γίνεται αντιληπτό ως μια αέναη αλλαγή η οποία αποτελεί και τον ίδιο τον σκοπό του. Σε αυτή την ουτοπία που βασίζεται στη λατρεία της κίνησης για την κίνηση, της αλλαγής για την αλλαγή, η επιτάχυνση της κινητικότητας, της ταχύτητας και της ευελιξίας υποκαθιστά σκοπούς όπως η ελευθερία ή η δικαιοσύνη, οι οποίοι, στην κλασική ιδεολογία της προόδου, θα πρέπει να υλοποιούνται αδιάκοπα στην Ιστορία».
Αλέν Φινκελκρότ: «Στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο συντηρητισμούς που αντιτίθενται. Ο ένας, που δεν ακούγεται σχεδόν καθόλου, επικεντρώνει την προσοχή του στο ήδη υπάρχον, προστατεύει το δεδομένο, την αγάπη στη γλώσσα, την επιθυμία να εξακολουθήσουν να υπάρχουν οι πόλεις, οι εξοχές και τα ζώα και όχι μόνο ένας τεχνολογικός κόσμος. Ο άλλος, που βροντοφωνάζει, δεν είναι παρά ο συντηρητισμός της κίνησης. Η κίνηση είναι το πεπρωμένο μας, η βιασύνη, η μοίρα μας και, σήμερα, αυτοί που κινούνται, δεν έλκονται από τη βαρύτητα της Ιστορίας, πηγαίνουν όπου πάει το ρεύμα».
Π.-Α.Τ.: «Η θριαμβευτική πορεία της τελειοποιήσιμης ανθρωπότητας προς την τελική της τελειότητα, κλασική θέση της προόδου, έχει μετατραπεί σε μια τυφλή φυγή προς τα εμπρός που μετουσιώνεται σήμερα στις συζητήσεις για τις νέες τεχνολογίες. Εν ολίγοις, η λατρεία της κίνησης αποτελεί το σημείο μηδέν του προοδευτισμού, αυτό που απομένει όταν αφαιρέσουμε από τον τελευταίο τη σχέση του με τους απώτατους σκοπούς της ανθρωπότητας. Λειτουργεί όμως ταυτοχρόνως και ως υπερπροοδευτισμός, στο μέτρο που παρουσιάζεται ως όχημα για την καταστροφή κάθε ίχνους του παρελθόντος και για τη νομιμοποίηση της πλήρους εξάλειψης κάθε πράγματος που είναι, όπως λένε στην καινούργια σύγχρονη “κινησιογλώσσα”, ξύλινο, άκαμπτο, απηρχαιωμένο. Διαβάστε όλες τις ομιλίες του Μισέλ Ροκάρ, θα πάρετε μια καλή ιδέα. Πραγματικά, παρασυρμένοι από το κύμα της λατρείας της κίνησης, οι πολιτικοί παράγοντες ομολογούν ευχαρίστως ότι μία είναι η φιλοδοξία τους, να “κινήσουν την κοινωνία”, να “κινήσουν τα πράγματα” ή ακόμη “να προωθήσουν τα πράγματα”».
Α.Φ.: «Το 1978 ο πολωνός φιλόσοφος Λέσεκ Κολακόφσκι δημοσίευε στο περιοδικό “Commentaire” τις απόψεις του υπό τον τίτλο “Πώς να γίνει κανείς σοσιαλιστής-συντηρητικός-φιλελεύθερος”. Ενα κείμενο διασκεδαστικό, αλλά και βαθύ, για το οποίο ο Κολακόφσκι παίρνει ως αφορμή μια φράση που άκουσε μέσα σε ένα τραμ στη Βαρσοβία: “Προχωρήστε προς τα πίσω, σας παρακαλώ”. Τονίζει όμως ότι η σοσιαλιστική ιδέα της ανακατανομής δεν έχασε την αξιοπιστία της από το γκουλάγκ και ότι ο φιλελεύθερος ορθώς υποστηρίζει την ατομική πρωτοβουλία. Η λατρεία της κίνησης της αγοράς αξίζει όμως κάτι άλλο από μια ριζοσπαστική κριτική. Οι κρατικοί αξιωματούχοι αντιμετωπίζουν με μια πολύ εύκολη περιφρόνηση το εμπόριο και τις επιχειρήσεις. Ξεχνούν όμως ότι η αποτελμάτωση και η μνησικακία αναπτύσσονται εκεί όπου το κράτος υποκαθιστά τις αυθόρμητες δραστηριότητες».
Π.-Α.Τ.: «Οπωσδήποτε, αλλά σύμφωνα με τον νομιμοποιητικό διάλογο, που γίνεται στο πνεύμα του νέου καπιταλισμού, πρόκειται για κάτι εντελώς διαφορετικό. Το να προσαρμοστεί κανείς στην παγκοσμιοποίηση θεωρείται απόδειξη τόλμης. Η νεωτερότητα δεν λειτουργεί πια ως ορισμός μιας ιστορικής περιόδου. Το μοντέρνο είναι απλώς συνώνυμο του σύγχρονου αυτού που είναι της εποχής ή του συγκεχυμένα μελλοντικού αυτού που προηγείται της εποχής του. Στην πραγματικότητα, στην εποχή της όψιμης νεωτερότητας, αυτής που μπαίνω στον πειρασμό να αποκαλέσω νεωτερότητα της παρακμής, η λατρεία του μοντέρνου δεν είναι τίποτε άλλο παρά η λατρεία της μόδας, των εφήμερων μορφών της, των πρόσκαιρων απολαύσεών της, των φευγαλέων καινοτομιών της».
Ποια είναι η σχέση ανάμεσα σε αυτή την επιταγή της κίνησης για την κίνηση και την άνοδο των «εθνοτικο-εθνικισμών»;
Π.-Α.Τ.: «Η απάνθρωπη τυραννία αυτής της αφηρημένης επιταγής δεν μπορεί παρά να προκαλεί απογοήτευση και να φέρνει στην επιφάνεια μια ασυγκράτητη απαίτηση για σύνορα, για κριτήρια ταυτότητας. Ξαφνικά τρέφει την εξέγερση, την αντίσταση, και μοιάζει να δικαιολογεί τους νεοφυλετισμούς, τις πιο σπασμωδικές διεκδικήσεις ταυτοτήτων, τους αποσχιστικούς εθνικισμούς που βρίσκονται σήμερα στην καρδιά του παγκόσμιου χάους. Σε άλλες χώρες, όπως στη Γαλλία, εκφράζεται με μια μετριοπαθή και “συμπαθητική” πολυπολιτισμική εκδοχή, που περνάει εύκολα από τα μέσα ενημέρωσης και είναι απολύτως μη πραγματοποιήσιμη. Ο αφηρημένος και ψυχρός οικουμενισμός του τεχνο-εμπορεύματος έχει ανάγκη από τη ζεστασιά που προσφέρουν οι ρίζες».
Α.Φ.: «Η ζεστασιά που προσφέρουν οι ρίζες δεν είναι κάτι ευκαταφρόνητο. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι στο όνομα μιας αδιαφοροποίητης κριτικής προς όλους τους “εθνοτικο-εθνικισμούς” η Ευρώπη ακολούθησε επί μακρόν στη Γιουγκοσλαβία μια πολιτική ίσων αποστάσεων που κατέληξε να πνίξει το δίκαιο και να παραδώσει τον αδύναμο στον ισχυρό».
Π.-Α.Τ.: «Η σωστή χρήση αυτού του όρου υπονοεί ότι πρόκειται κυρίως για μικροεθνικισμούς με εθνοτική νομιμοποίηση, αποσχιστικούς ή αυτονομιστικούς. Αυτοί οι μικροεθνοτικοί εθνικισμοί ξεχωρίζουν από τους κεντρο-συγκεντρωτικούς εθνικισμούς που συνδέονται με ήδη υπάρχοντα κράτη-έθνη. Το χαρακτηριστικό ενός “εθνοτικο-εθνικισμού” είναι ότι στοχεύει στην ανεξαρτησία, μέσω της περιφερειοποίησης, της ομοσπονδιοποίησης ενός υπάρχοντος κράτους ή της αυτονομίας, η οποία δεν αποτελεί παρά ένα στάδιο προς την απόκτηση μιας κρατικής στέγης. Η διαδικασία αυτή είναι κατακριτέα, κυρίως επειδή συμβάλλει στον πολλαπλασιασμό μη βιώσιμων κρατών. Τι εκπροσωπούν αυτά τα νέα κράτη των 200.000 κατοίκων που διευθύνονται από μαφιόζους, ολιγαρχικούς και πλουτοκράτες;».
Α.Φ.: «Σε ένα άρθρο με τον προκλητικό τίτλο “Ο νέος φυλετισμός” ο αμερικανός φιλόσοφος Μάικλ Γουόλτσερ διαπιστώνει ότι ο εκδημοκρατισμός της Ευρώπης συνδυάστηκε με τον κατακερματισμό της. Πριν από την ένωση υπήρξε ο αποχωρισμός. Η δημοκρατία είναι η διακυβέρνηση από τον λαό, υπάρχουν όμως περισσότεροι από έναν μόνο λαό. Στη Γαλλία δεν θέλουμε να πιστεύουμε σε αυτή την άρρηκτη σχέση του δήμου και του έθνους. Θέλουμε να λέμε ότι ο γαλλικός ορισμός του έθνους είναι πολιτικός. Είναι αλήθεια, αλλά αυτή η ωραία κοινότητα πολιτών απέρρεε από ένα ήδη συντεταγμένο κράτος, Εκεί όπου αυτή η απόρροια δεν υπήρχε, στους λαούς των μεγάλων αυτοκρατοριών, υπερίσχυσε η πολιτισμική αναφορά. Τίποτε βεβαίως δεν είναι πιο επικίνδυνο από την αναδίπλωση των ιδιαιτεροτήτων ή των ταυτοτήτων. Και εμείς όμως δεν αναδιπλωνόμαστε στην ταυτότητά μας όταν κρίνουμε όλους τους εθνικισμούς με μέτρο τη γαλλική Ιστορία;».
Π.-Α.Τ.: «Δεν θέλω να αποδεχθώ έναν μανιχαϊκό διαχωρισμό ανάμεσα στον κακό εθνοτικο-εθνικισμό και στον καλό πολιτικό εθνικισμό. Πρόκειται για δύο ιδεατούς τύπους, για πρότυπα. Κάθε πραγματικό εθνικιστικό καθεστώς, παρατηρούμενο ιστορικά, αναμειγνύει σε διαφορετικές δοσολογίες εθνικά και πολιτικά στοιχεία. Οταν η πολιτική συνείδηση υπερισχύει, θα πούμε ότι το έθνος είναι πολιτικό. Για παράδειγμα, το σκωτσέζικο αυτονομιστικό κίνημα τείνει περισσότερο προς την πολιτική πλευρά ενώ το κορσικανικό εθνικιστικό κίνημα είναι προφανώς εθνοτικό, παρά την άρνηση του εθνοτικού χαρακτήρα».
Θα συμφωνείτε και οι δύο ως προς τη διάγνωση του κυρίου Ταγκέφ ότι η δημοκρατία έχει χάσει τον δρόμο της έχοντας μετατραπεί σε «δημοκρατισμό»;
Π.-Α. Τ: «Δεν υπάρχει τίποτε πιο συνηθισμένο στον λόγο των σύγχρονων ελίτ από την επίκληση της “δημοκρατίας” είτε για να υμνηθεί στην παρούσα υποτιθέμενη άσκησή της είτε για να προσδιοριστεί ο τελικός όρος μιας διαδικασίας, η περίφημη “μετάβαση στη δημοκρατία”. Οι υμνητές της δημοκρατίας υποθέτουν λοιπόν ότι αυτή υπάρχει σαν κάτι μοναδικό και οικουμενικό, ότι αποτελεί παντού και πάντοτε την υλοποίηση ενός μοναδικού και ίδιου προτύπου. Ας ξυπνήσουμε όμως, ας βγούμε από το παραμύθι: Η “δημοκρατία” δεν υπάρχει πια, ο όρος “δημοκρατία” έχει έννοια μόνο στον πληθυντικό, υπάρχουν δημοκρατίες επειδή υπάρχουν λαοί, έθνη, κοινότητες πολιτών με πολίτες λιγότερο ή περισσότερο δραστήριους. Είναι ίσως το τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε για τη διατήρηση μιας ουσιώδους διάστασης της ανθρώπινης ποικιλομορφίας. Ετσι όμως η ιδέα μιας δημοκρατίας μοναδικής γίνεται μια κενή αφηρημένη έννοια ή έστω η έκφραση μιας επικίνδυνης αυτοκρατορικής ουτοπίας βασισμένης στο όνειρο μιας πλανητικής αυτοκρατορίας που κυβερνάται από υπερ-ολιγαρχικούς, μεγάλους και γηραιούς σοφούς, μια κάστα υπέρτατων απατεώνων που υμνούν τη λατρεία της δημοκρατίας έχοντας σφετεριστεί το όνομά της και έχοντας απαγορεύσει την πραγματική εφαρμογή της».
Α.Φ.: «Πραγματικά, η δημοκρατία δεν έχει πλέον δεδηλωμένο εχθρό. Η λέξη αυτή όμως προσδιορίζει ταυτοχρόνως ένα καθεστώς και μια διαδικασία. Το δημοκρατικό καθεστώς δηλώνει την κυριαρχία των ανθρώπων στην κοινωνική ζωή τους, στους κανόνες των πράξεών τους. Τίποτε στη δημοκρατία δεν εξυπακούεται, κανένα κεκτημένο δεν έχει τη βεβαιότητα της παράδοσης. Τα πράγματα δεν αποφασίζονται μέσω της βίας ή του καταναγκασμού, αλλά μέσω του λόγου, της επιχειρηματολογίας και της συλλογικής σκέψης. Δημοκρατικό είναι το καθεστώς που δεν έπαψε ποτέ να αναρωτιέται για τον εαυτό του και δεν επιζεί παρά μόνο στο μέτρο που διατηρεί ανοιχτό το ερώτημα της αγαθής κοινωνίας. Ταυτοχρόνως η δημοκρατία σημαίνει την κίνηση της Ιστορίας, τον μεγαλειώδη, θριαμβευτικό ρου της. Πρόκειται για την προοδευτική πλήρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με βάση τη διπλή δυναμική της ελευθερίας των ατόμων και της ισότητας των συνθηκών. Η δημοκρατία λοιπόν, ως καθεστώς, χάνει λίγο λίγο την ουσία της, επειδή η διαδικασία έχει καταλάβει τον χώρο της».
Π.-Α. Τ: «Σε αυτόν τον “δημοκρατισμό” (την ιδεολογία της δημοκρατίας) αντιπαρατίθεται αυτό που θα αποκαλούσα όπως ο Μπέντζαμιν Μπάρμπερ, αλλά με διαφορετική έννοια η ισχυρή δημοκρατία, η οποία ενσαρκώνεται πάντα από μια συγκεκριμένη κοινότητα ενεργών πολιτών. Αυτός ο ορισμός της δημοκρατίας εγγράφεται στην παράδοση του πολιτικού δημοκρατικού πνεύματος που στηρίζεται στον αριστοτέλειο ορισμό του ανθρώπου ως πολιτικού ζώου. Ο πολίτης δεν είναι ούτε το απλό μέλος μιας εθνικής κοινότητας ούτε ένας οικουμενικός καταναλωτής ούτε ένας απλός ψηφοφόρος. Στην πραγματικότητα η ψήφος έχει να κάνει με την αδύναμη διαδικαστική δημοκρατία, τη μινιμαλιστική δημοκρατία».
Α.Φ.: «Αυτό είναι αλήθεια, ιδιαίτερα μάλιστα τη στιγμή που τα πάντα γίνονται αντικείμενο συζήτησης, σήμερα που τα κοινωνικής υφής ζητήματα έχουν προστεθεί στα κοινωνικά. Ο γάμος, το διαζύγιο, η σεξουαλικότητα αποτελούν σήμερα θέματα πολιτικά. Η ίδια όμως η Ιστορία, όντας και αυτή πολιτική, σκοτώνει τη συζήτηση εν τη γενέσει της. Υπάρχουν μόνο οι απηρχαιωμένες, παλιομοδίτικες νοοτροπίες εκείνων που είναι προσκολλημένοι στα προνόμια ή στις προκαταλήψεις τους ή και στα δύο ταυτοχρόνως, και θέλουν να εμποδίσουν την ανάπτυξη αυτής της μη αναστρέψιμης διαδικασίας. Η ισότητα, η υιοθεσία παιδιών από ζευγάρια ομοφυλοφίλων, η μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου κυρίως με την κατάργηση του διαζυγίου με υπαιτιότητα είναι ερωτήματα που απασχολούν την κοινωνία μας. Ωστόσο δεν εμφανίζονται ως ερωτήματα. Ολα αντιμετωπίζονται ως προφανή, με τη στάση “καιρός ήταν!”».
Π.-Α.Τ.: «Αυτή η κρατούσα, στο πνεύμα των μέσων ενημέρωσης, θεώρηση της δημοκρατίας μοιάζει πολύ με το μαχαίρι χωρίς λάμα και λαβή που περιέγραψε με χιούμορ ο Λίχτενμπεργκ: η εξουσία του λαού χωρίς εξουσία ούτε λαό, μια αδιανόητη δημοκρατία χωρίς δήμο και χωρίς κράτος, χωρίς αναφορά σε μια συλλογική ταυτότητα ιστορικά διαμορφωμένη, χωρίς λαϊκή κυριαρχία, χωρίς κράτος, χωρίς έδαφος. Εκεί φαίνονται τα αποτελέσματα της αφομοίωσης της δημοκρατίας από τον φιλελεύθερο, ανταγωνιστικό και κτητικό ατομισμό που επινοήθηκε και υμνείται μέσα στο φυσικό του περιβάλλον, την “κοινωνία των πολιτών” και την κοσμική θρησκεία του, τα “ανθρώπινα δικαιώματα” στα οποία προστίθεται πλέον η λατρεία της επικοινωνίας».
Ας επανέλθουμε στην πρόταση του Πιερ-Αντρέ Ταγκέφ για μια συμμαχία μεταξύ οικολογίας και δημοκρατίας των πολιτών. Το ζήτημα όμως είναι αν σήμερα απομένει κάτι από την οικολογία το οποίο ένας δημοκράτης θα μπορούσε να πάρει στα σοβαρά…
Α.Φ.: «Είτε πρόκειται για τη λεγόμενη ασθένεια των “τρελών” αγελάδων είτε για την επιδημία του αφθώδους πυρετού, η αρχή της πρόληψης πήρε τη μορφή μιας μεγάλης σφαγής ζώων. Αυτοί οι σφαγιασμοί και τα όσα αποκάλυπταν για τη φρίκη της βιομηχανικής εκτροφής ζώων προκάλεσαν στον κόσμο ένα αίσθημα οίκτου και δυσφορίας. Το αίσθημα όμως αυτό δεν ανήχθη σε ζήτημα της πόλης. Η ευκαιρία για μια μεγάλη πολιτική συζήτηση γύρω από τη σχέση του ανθρώπου με τα ζώα που προορίζει προς κατανάλωση έμεινε ανεκμετάλλευτη. Οι σημερινοί δημοκρατικοί, οι οποίοι υπερηφανεύονται ότι διατηρούν για τους ανθρώπους το αίσθημα του να είναι κανείς άνθρωπος, έχουν ξεχάσει ότι ο Μισλέ, ο Ουγκό, ο Κλεμανσό, οι ένδοξοι προκάτοχοί τους, υπεραμύνονταν της αρχής του χρέους των ανθρώπων απέναντι στα ζώα. Ισως η πρόταση του Ταγκέφ να τους φρεσκάρει τη μνήμη και, με την καλή έννοια του όρου, να κινήσει τα πράγματα».
Π.-Α.Τ.: «Ας ελπίσουμε ότι οι δημοκράτες α λα γαλλικά, οι οποίοι δεν είναι τόσο ξύλινοι όσο λένε, θα σπάσουν την παραγωγική παράδοση. Η θεμελίωση μιας συμμαχίας ανάμεσα στη δημοκρατική παράδοση και στη φροντίδα του περιβάλλοντος αποτελεί ένα πολιτικό στοίχημα».
