Επιτέλους, ο σάλος του σίριαλ Τριανταφυλλόπουλου – Κορκολή κόπασε. Και επικράτησαν και πάλι, φυσικά, οι επιταγές της πάνδημης ακροαματικότητας. Το φιλοθέαμον κοινό βρήκε θέμα συζητήσεως, οι ανεκδοτοπλάστες εξάντλησαν την εφευρετικότητά τους και η ισχνή πολιτιστική μας ζωή ζωογονήθηκε με το επίμαχο ζήτημα του κατά πόσον το ζωντανό πορνό στη μικρή οθόνη υπερβαίνει ή όχι τα «επιτρεπτά» όρια. Το θέμα λοιπόν έκλεισε, ώσπου βέβαια να ξανανοίξει. Είτε τα βρούνε είτε δεν τα βρούνε οι διάδικοι μιας υπό αίρεσιν δίκης, είναι βέβαιο ότι επιβλήθηκε η δεοντολογία της δημοσιοποίησης των πάντων, αφού το ευγενές δημοκρατικό κοινό διεκδικεί, καθώς φαίνεται, την υπάτη κοινωνική αρμοδιότητα να επιβραβεύει και να διαπομπεύει κατά το δοκούν. Χάριν αυτού, η πλήρης ελευθερία της πληροφόρησης οφείλει λοιπόν να κατοχυρώνεται, έστω και ad nauseam. Οποιος δεν θέλει να δει τα σκουπίδια, ας κλείσει απλώς την τηλεόραση. Οποιος σιχαίνεται τα πορνό, απλούστερα ας μην τα βλέπει και ας μην τα διαβάζει. Και όποιος δεν θέλει να γίνει σκουπιδοθέαμα ο ίδιος, απλούστατα ας φυλάγεται. Οποιος όμως «ενδιαφέρεται» να αναπτύσσει τις ελεύθερες φαντασιώσεις του, «πληροφορούμενος» για την πολυτάραχη και αμαρτωλή ζωή των διασήμων ή και των λιγότερο διασήμων, δικαιούται να τις τροφοδοτεί με κάθε είδους εναύσματα. Καθήκον του δημοσιογράφου είναι επομένως να προσφέρει το πρόσφορο «πληροφοριακό υλικό», έστω αναλαμβάνοντας τον όποιο κίνδυνο κυρώσεων για τις τυχόν «υπερβάσεις». Και έτσι το θέμα κλείνει, φιλελεύθερα, δημοκρατικά και όμορφα.
Το ζήτημα όμως δεν εξαντλείται με την ανάγκη προστασίας των «αθώων», ή και των λιγότερο αθώων, που προσφέρονται εκόντες άκοντες ως πάνδημο ακρόαμα, ή των «απόντων» οι οποίοι σύρονται άθελά τους σε μια δημοσιότητα που δεν μπορούν να ελέγξουν, ούτε πολλώ μάλλον με την προσβολή του αισθήματος αιδούς των σεμνότυφων. Ούτε έχει και τόση σημασία το γεγονός των ενδεχομένων εκβιασμών που εκφράζονται με τη ρητή ή σιωπηρή απειλή «καθάρισε ή θα βγω στο γυαλί να σε ξεφτιλίσω και τρέχα μετά να τα μαζέψεις». Το κύριο ερώτημα είναι ποιο είναι το έννομο αγαθό που βλάπτεται και γιατί πρέπει να προστατεύεται υπό τις σημερινές συνθήκες. Πράγματι, οι παράμετροι της προστασίας της τιμής έχουν μεταβληθεί άρδην. Από τη στιγμή που κατοχυρώνεται η πλήρης ελευθερία της μαζικής πληροφόρησης, αίρεται το απαραβίαστο της ιδιωτικής ζωής όπως προκύπτει από το Σύνταγμα και τις κοινές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα. Η μαζική επικοινωνία είναι αδυσώπητη. Ζώντες και νεκροί, ένοχοι και αθώοι, θύματα και θύτες βρίσκονται συνεχώς εκτεθειμένοι σε έναν δημόσιο εξευτελισμό που διεξάγεται μάλιστα σε δύο στάδια: στο στάδιο της πρώτης «κάλυψης» ή «απο-κάλυψης» των «άπλυτων» και στο μεταγενέστερο στάδιο της δίκης όπου υποτίθεται ότι θα απονεμηθεί η δικαιοσύνη.
Ετσι όμως η οποιαδήποτε προστασία της τιμής είναι δώρον άδωρον. Τα ατομικά δικαιώματα που καλύπτονται από τους όρους ιδιωτική ζωή, μυστικότητα, υπόληψη, τιμή και αξιοπρέπεια υποχωρούν εξ ορισμού μπροστά στο έννομο αγαθό που ονομάζεται «ελεύθερη έκφραση». Εδώ όμως ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, εκείνο που προστατεύεται δεν είναι η ελευθερία του ομιλούντος πολίτη, αλλά η ελευθερία των μέσων μαζικής ενημέρωσης να «δημοσιοποιούν» ό,τι θέλουν και για όποιον θέλουν, κατά το δοκούν. Και έτσι, σήμερα, η αξιακή αντίφαση που παραμένει άλυτη δεν είναι πλέον εκείνη που αντιπαραθέτει τον ελεύθερο λόγο του ενός ατόμου με την τιμή και την υπόληψη ενός άλλου ατόμου, αλλά εκείνη που ευρύτερα αντιτάσσει το αίτημα της δημοσιοποίησης με το δικαίωμα στο μυστικό. Οι κοινωνικές συγκρούσεις που αναμένουν τη ρύθμισή τους δεν είναι λοιπόν συγκρούσεις ανάμεσα σε άτομα, αλλά συγκρούσεις ανάμεσα σε άτομα και σε εξουσίες. Το πρόβλημα λοιπόν ανάγεται σε τελευταία ανάλυση σε θεμελιωδέστερες κανονιστικές προτεραιότητες της έννομης Πολιτείας.
Η προάσπιση της τιμής
Προφανώς, όπως και όλα τα έννομα αγαθά που αναδεικνύονται σε αντικείμενα έννομης προστασίας, η «τιμή» και η «αξιοπρέπεια» των ανθρώπων νοούνται σε συγκεκριμένα ιστορικά πλαίσια. Μην ξεχνάμε ότι πριν από δύο μόλις αιώνες, τα ζητήματα αυτά θεωρούνταν αυστηρά ατομικές υποθέσεις και δεν «αφορούσαν» την Πολιτεία παρά μόνον επικουρικά. Αποτυπώνοντας τις καθημερινές επιθετικότητες, αντιπάθειες και αντιπαλότητες των ατόμων, οι συγκρούσεις των αμοιβαία προσβαλλόμενων ατομικών «τιμών» παρέμεναν διάχυτες, «άτυπες» και «αρρύθμιστες». Στη χειρότερη βέβαια περίπτωση οι αντιπαραθέσεις αυτές μπορούσαν να οδηγήσουν στην αυτοδικία, στη μονομαχία ή και στον θάνατο. Αλλά και αυτό ακόμη θεωρούνταν φυσικό και αποδεκτό. Για την προάσπιση της τιμής του ο καθένας πρέπει να φροντίζει μόνος του, με αποτέλεσμα όλες οι συγκρούσεις των ατομικών «τιμών» και η λύση των (μη περιουσιακών) ατομικών διαφορών να αίρονται κατ’ αρχήν στους κόλπους της «κοινωνίας» που απένεμε τη δική της συμβολική δικαιοσύνη.
Η εμπέδωση του κράτους δικαίου οδήγησε βαθμιαία στη «νομικοποίηση» και «δημοσιοποίηση» των ιδιωτικών συγκρούσεων και διαπροσωπικών ερίδων. Από τη στιγμή που η μονομαχία και όλες οι μορφές «αυτοδικίας» και «βεντέτας» θεωρούνται ως ασυμβίβαστες με την έννομη Πολιτεία, οι αναπόφευκτες διαπροσωπικές συγκρούσεις αναδεικνύονται σε ρυθμιστέο «κοινωνικό υλικό». Αμεση συνέπεια των ιστορικών μετασχηματισμών είναι η αναγόρευση της προσβολής της τιμής σε ιδιώνυμο αξιόποινο αδίκημα. Η Πολιτεία και ο Νόμος δεν μπορούν να στέκονται πλέον αδιάφορα μπροστά στις προεκτάσεις των ερίδων που απειλούν τον κοινωνικό ιστό με αποδιάρθρωση. Ωστόσο, η κοινωνική πρόσληψη των προσβολών της τιμής παρέμενε ακόμη κατά βάσιν «μικροκοσμική». Η «τιμή» εξακολουθεί να αποτελεί προσωπική και προσωποπαγή «προίκα» των συμβιούντων ατόμων και οι προσβολές της εντάσσονται τις περισσότερες φορές στο πλαίσιο των αμοιβαίων και «διμερών» σχέσεων ανάμεσα στα άτομα που συγχρωτίζονται καθημερινά. Εμπλεκόμενοι στις αναπόφευκτες προσωπικές αντιπαραθέσεις τους, ο υβρίζων και ο υβριζόμενος, ο δυσφημών και ο δυσφημόμενος παραμένουν μέσα στο συγκεκριμένο τους περίγυρο στον οποίο και απευθύνονται. Λοιδορίες, προσβολές, ύβρεις, συκοφαντίες και κουτσομπολιά είναι οι αναπόφευκτες τρέχουσες επικοινωνιακές πρακτικές όλων των κοινωνικών μικρόκοσμων. Και οι διαιτητεύοντες αυτοί μικρόκοσμοι επωμίζονται και τη σημαντικότατη κοινωνική λειτουργία να «κρίνουν», να «καταδικάζουν», να εκτονώνουν και να λύνουν τα προβλήματα συναινετικά και ad hoc. Μόνον όταν η σύγκρουση δεν μπορεί να αρθεί μέσα στον ίδιο τον κοινωνικό μικρόκοσμο και τα μέρη εμμένουν στην επιθετική αδιαλλαξία τους καλείται να παρέμβει η Πολιτεία, προφανώς για να αποτρέψει χειρότερες και ακόμη πιο αποδιοργανωτικές κοινωνικές παρεκκλίσεις. Αυτοί άλλωστε ακριβώς είναι και οι λόγοι για τους οποίους τα εγκλήματα της τιμής διώκονται κατ’ έγκλησιν. Η δικαιοδοτική αρμοδιότητα της Πολιτείας και του Νόμου συγκροτείται σε «δεύτερο βαθμό», αν και εφόσον τα άτυπα κοινωνικά συνυποσχετικά δεν αποδίδουν καρπούς.
Επικοινωνιακά αδικήματα
Η κατακλυσμική λειτουργία της τηλεόρασης όμως, και του εντελώς ανεξέλεγκτου Internet που απειλεί να οδηγήσει σε ακόμη πιο δυσεπίλυτες προσβολές της προσωπικότητας μετέβαλλε εντελώς τα κοινωνικά πλαίσια της προστασίας της τιμής. Οι προσβλητικές ενέργειες δεν διεξάγονται πλέον στα περιχαρακωμένα πλαίσια συγκρουσιακών μικρόκοσμων, αλλά μέσα σε έναν ευρύτατο δημόσιο επικοινωνιακό χώρο που υπόκειται στους δικούς του ελέγχους. Ετσι η ανισότητα της ισχύος των ατόμων ως προς τη δυνατότητά τους να προσβαίνουν στους μηχανισμούς της δημοσιότητας μετατοπίζει αποφασιστικά την κοινωνική σημασία των προσβολών της τιμής. Συνεπικουρούμενοι από τις απίστευτες δυνατότητες της τεχνολογίας, οι ελέγχοντες τα μέντια κρατάν εξ αντικειμένου στα χέρια τους τη δυνατότητα εξευτελισμού, διαπόμπευσης και εμμέσως εκβίασης όλων των πολιτών. ψ. Και με αυτόν τον τρόπο, οι «τρομοκρατικές» προσβλητικές ενέργειες που κάποτε εξέφραζαν απλώς τους μικρόκοσμους των προσωπικών ερίδων μεταφέρονται σε ένα νέο πεδίο όπου ασκείται ευθέως η κατεστημένη εξουσία.
Ετσι το ζήτημα δεν εντοπίζεται σε αυτή καθεαυτή την προσβολή της τιμής, αλλά στον έλεγχο μιας δημοσιοποίησης έναντι της οποίας το προσβαλλόμενο άτομο είναι εντελώς ανίσχυρο. Μπροστά στα μάτια μας ανθίζουν νέες μορφές επικοινωνιακής βίας που οδηγεί σε καινοφανή «επικοινωνιακά αδικήματα». Στα πλαίσια αυτά το άτομο είναι εντελώς ανήμπορο να αμυνθεί με τις δικές του δυνάμεις ενάντια στην εγγενή αυθαιρεσία της επικοινωνιακής εξουσίας. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ανάγκη πρόσθετης κοινωνικής προστασίας. Οπως συμβαίνει και με την πολιτική εξουσία που δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τα δικαιώματα των πολιτών, έτσι και η ιδιωτική «επικοινωνιακή εξουσία» δεν επιτρέπεται να καταχράται της αντικειμενικής της ισχύος. Εφόσον εξακολουθεί να γίνεται δεκτό ότι ο καθένας δικαιούται να κρατά τα μυστικά του για τον εαυτό του, εφόσον δηλαδή η «ιδιωτική ζωή» θεωρείται ακόμη απαραβίαστη, οφείλει να προστατεύεται από εκείνους που κατ’ εξοχήν ελέγχουν τους μηχανισμούς της παραβίασής της. Η «αποκάλυψη» του ιδιωτικού μυστικού έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το δικαίωμα στη σιωπή, στην ιδιωτικότητα και στην αδιαφάνεια. Η δημοσιο-γραφία δεν επιτρέπεται να εκτρέπεται σε «ιδιωτικογραφία».
Τίθεται βέβαια, και μάλιστα με επίταση, το ζήτημα της ελευθερίας της έκφρασης. Ωστόσο η ultima ratio της ελευθερίας της έκφρασης, ο κύριος λόγος δηλαδή που επιτάσσει την άνευ όρων συνταγματική προστασία της δεν είναι κατά κυριολεξία ατομικός. Το δικαίωμα στον λόγο αναφέρεται πρωτίστως στον λόγο απέναντι στην εξουσία. Η θεμελιώδης σημασία της δημοκρατικής αυτής κατάκτησης εντοπίζεται στο ότι η ελευθερία της έκφρασης προστατεύει το άτομο ενάντια στην όποια κατάχρηση εξουσίας. Οποιαδήποτε λογοκρισία, οποιοσδήποτε περιορισμός και οποιαδήποτε συμπίεση της ευχέρειας του ατόμου να σκέφτεται και να εκφράζεται ελεύθερα έρχεται λοιπόν σε ευθεία αντίθεση με την έννοια και την αξία της δημοκρατίας. Παραδόξως λοιπόν, στην περίπτωση της προσβολής της ιδιωτικότητας των ατόμων μέσω των ΜΜΕ, οι όροι της σύγκρουσης ανάμεσα στην ελευθερία της έκφρασης και στην προστασία του πολίτη αναστρέφονται. Η απόλυτη ελευθερία της έκφρασης δεν προστατεύει πλέον το άτομο από την κατάχρηση της εξουσίας, αλλά αντίθετα το εκθέτει στη νέα ανεξέλεγκτη επικοινωνιακή εξουσία. Το δημοκρατικό δικαίωμα όλων να κρίνουν και να απο-καλύπτουν τα «δημόσια πράγματα» είναι εκ διαμέτρου αντίθετο με το αυταρχικό δικαίωμα εκείνων που ελέγχουν τα μέσα να απο-καλύπτουν τα «ιδιωτικά πράγματα». Και παρ’ όλο που τα πραγματολογικά όρια ανάμεσα στο ιδιωτικό και στο δημόσιο μπορεί να είναι δυσδιάκριτα, η κανονιστική διαφορά είναι θεμελιώδης. Ενώ για τα «δημόσια» υπάρχει αναπαλλοτρίωτο κοινό συμφέρον στην κριτική και στην απόδειξη της αλήθειας, για τα «ιδιωτικά» η «αλήθεια» δεν μπορεί να αφορά κανέναν. Η νοσηρή ή μη περιέργεια του κοινού δεν είναι προστατευτέο έννομο αγαθό.
Η ελευθερία της έκφρασης
Και αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίον η ισχύουσα διάταξη του άρθρου 366 του Ποινικού Κώδικα που απαγορεύει την απόδειξη της αλήθειας «οσάκις αφορά αποκλειστικώς εις σχέσεις του οικογενειακού ή ιδιωτικού βίου» πρέπει να εφαρμόζεται δίχως κανέναν περιορισμό στην περίπτωση των «ιδιωτικών μυστικών» που απο-καλύπτονται στα ΜΜΕ. Αυτό όμως δεν φθάνει αν δεν μεταβληθεί το καθεστώς των επαπειλούμενων κυρώσεων. Και υπό τις παρούσες συνθήκες ο μόνος ίσως τρόπος εγγύησης μιας μόνιμης αυτολογοκρισίας είναι η επιβολή εξοντωτικών χρηματικών τιμών, όχι βέβαια στον ίδιον τον δημοσιογράφο που μετέχει στο σύστημα των πάνδημων αποκαλύψεων αλλά στους υπεύθυνους επιχειρηματίες που αντλούν τα κέρδη. Από τη στιγμή που το μυστικό αναδεικνύεται σε εμπόρευμα και χρησιμοποιείται ως μέσο άσκησης της εξουσίας, οι μόνες λυσιτελείς κυρώσεις είναι εκείνες που θα αποθαρρύνουν τη χρήση του και την εμπορευσιμότητά του. Ούτε η ηθική απαξίωση των «μυστικών» αυτών ούτε ο «ενδιαφέρων» για το κοινό χαρακτήρας τους ούτε καν η υποψία ότι υπάρχει άλλη αξιόποινη πράξη δικαιώνει μιαν «απο-κάλυψη» που αποτελεί κατ’ εξοχήν κατάχρηση εξουσίας. Αυτό αποτελεί εξάλλου αποκλειστική αρμοδιότητα της δικαστικής λειτουργίας. Η «τέταρτη εξουσία» δεν δικαιούται ούτε να καταλύσει τη διάκριση των τριών εξουσιών ούτε να τις υποκαθιστά. Οφείλει αντίθετα να εμπεδώνει τη διάκριση χάριν της δημοκρατίας. Ο θεμελιώδης κοινωνικός ρόλος της είναι να ελέγχει τις παρεκτρεπόμενες εξουσίες, αλλά όχι τους πολίτες.
Ο κ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι καθηγητής της Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
