Στο 10ο Παγκόσμιο Συνέδριο Κυβερνητικής και Συστημάτων, που έλαβε χώρα τον Αύγουστο του 1996 στο Βουκουρέστι, ο τομέας της κοινωνιοκυβερνητικής αναμφίβολα, όσον αφορά τα θέματα των επιμέρους συνεδριών του και το περιεχόμενο των ανακοινώσεων που περιελήφθησαν σε αυτές, θεωρήθηκε ο πιο επιτυχημένος. Από τότε ως σήμερα το working group της κοινωνιοκυβερνητικής και της θεωρίας των κοινωνικών συστημάτων της Διεθνούς Κοινωνιολογικής Εταιρείας (ISA) με βάση τη συνεχή και αποτελεσματική επιστημονική του δραστηριότητα διοικητικά αναβαθμίστηκε και στο τελευταίο Παγκόσμιο Κοινωνιολογικό Συνέδριο (Montreal, Αύγουστος 1998) αναγνωρίστηκε ως Research Committee, που είναι η ανώτερη διοικητική οργανωτική υποδιαίρεση για έναν εξειδικευμένο επιστημονικό κλάδο στο πλαίσιο της ISA.
Η κοινωνιοκυβερνητική προσέγγιση είναι μια προσέγγιση που ολοένα κερδίζει έδαφος μέσα στις θεωρητικές ζυμώσεις των κοινωνικών επιστημών (δεν θα έλεγα μόνο της κοινωνιολογίας) των ημερών μας σε διεθνές επίπεδο, προκαλώντας όμως παράλληλα ερωτήματα και απορίες γύρω από το ακριβές της περιεχόμενο και τις επιδιώξεις. Τόσο ο ίδιος ο όρος που την προσδιορίζει, ως επιστημονικό κλάδο, όσο και η ορολογία που χρησιμοποιείται στους κόλπους της ή τα πεδία των κοινωνικών φαινομένων στα οποία αναφέρεται ή φιλοδοξεί να παρέμβει, απαιτούν διασαφηνίσεις και επεξηγήσεις.
Ως γνωστόν, η κυβερνητική με ιδρυτή κυρίως τον Nobert Winner, αποτελεί την επιστήμη που ασχολείται με την επικοινωνία, τον έλεγχο και τη διεύθυνση μηχανικών συστημάτων και έμβιων όντων. Σκοπός της σε τελευταία ανάλυση είναι να αυξήσει την αποτελεσματικότητα της ανθρώπινης δράσης, καθώς αυτή επεκτείνεται κυρίως σε συστήματα σύνθετα, που ο χειρισμός τους απαιτεί αυξημένη πληροφόρηση. Στο βάθος της κρύβονται ορισμένες θεωρητικές παραδοχές απαισιόδοξες, που έχουν έμμεση ή άμεση αναφορά στο φαινόμενο της εντροπίας.
Στηρίζεται στο μοντέλο εισροών-εκροών-ανατροφοδότησης και δίνει ακριβώς τη μάχη κατά της εντροπίας των μηχανικών κυρίως συστημάτων. Η εντροπία, που εκφράζεται από τον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής, αποτελεί μέγεθος σταθερό ή αυξανόμενο (s=Klog F, όπου s=εντροπία, F=«μικροκαταστάσεις» του συγκεκριμένου συστήματος και Κ=η σταθερά Μπόλτσμαν). Σε τελευταία ανάλυση εκφράζει την τάση για υποβάθμιση της ενέργειας, δηλαδή ότι τα πάντα σε επίπεδο μακροσκοπικό τείνουν προς μια «προς τα κάτω» ενεργειακή ισορροπία. Αυτή η υποβαθμιστική πορεία δεν έχει επιστροφή και είναι σύμφωνη με τη μονόδρομη κατεύθυνση του χρόνου.
Αργότερα, στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 το πνεύμα και το μοντέλο της κυβερνητικής πέρασαν στον χώρο της πολιτικής και της κοινωνιολογικής θεωρίας (Τ. Parsons, D. Easton, G. Almond, Β. Powell, Κ. Deutch κ.ά.) και ως ένα βαθμό η κυβερνητική συνδυάστηκε με τη λειτουργική θεώρηση των κοινωνικών πραγμάτων. Γι’ αυτό και προκάλεσε την αντίδραση κοινωνικών επιστημόνων που εμπνέονταν από τη μαρξιστική ή ευρύτερα συγκρουσιακή θεώρηση και αντιμετώπιζαν την τάση για οργανωτική τάξη και ισορροπία των συστημάτων μέσω του μοντέλου των εισροών και εκροών ως μια νέα σύγχρονη έκφραση συντηρητικών και στατικών πολιτικοκοινωνικών αντιλήψεων.
Τα χαρακτηριστικά του νέου πνεύματος
Αυτό όμως που καλείται κυρίως κοινωνιοκυβερνητική δεν είναι η παραπάνω μεταφορά στοιχείων της συστημικής και κυβερνητικής (cyber-netic) θεωρίας στον χώρο των κοινωνικών επιστημών. Καλείται κυρίως εκείνο το είδος της κυβερνητικής που αναφέρεται μεν στα κοινωνικά συστήματα, αλλά καλλιεργήθηκε και διαμορφώθηκε από τη δεκαετία του ’70 και μετά με ένα νέο πνεύμα, διαφορετικό από εκείνο που χαρακτήριζε την «κλασική», ας πούμε, περίοδό της, που ήταν κυρίως επηρεασμένη από το μοντέλο του Wiener.
Ποια είναι συνοπτικά τα χαρακτηριστικά αυτού του νέου πνεύματος και ρεύματος;
Πρώτο, ενώ φυσικά η συστημική θεώρηση πάντα προϋποτίθεται, τα κοινωνικά συστήματα (ΚΣ) στα οποία αναφερόμαστε θεωρούνται συστήματα δεκτικά αλλαγών, και όχι αναγκαστικά προσδιορισμένα από μια απόλυτη κατάσταση ισορροπίας. Η αναστροφή σύνδεση (feedback loop) δεν είναι πάντα αρνητική (οπότε μέσω της αλληλοεπίδρασης εισροών- εκροών το σύστημα επιτυγχάνει σταθερότητα και ισορροπία), αλλά και θετική (οπότε οι εκροές τείνουν προς την ίδια αυξητική κατεύθυνση), πράγμα που απλά σημαίνει ότι το σύστημα μπορεί να προκαλέσει διαδοχικές και σωρευτικές αλλαγές τόσο στο περιβάλλον του όσο και στις ίδιες τις δικές του δομές.
Δεύτερο, οι προχωρημένες καταστάσεις μη ισορροπίας των ΚΣ κατ’ εξοχήν ενδιαφέρουν, διότι μέσα από αυτές μπορούν να ξεπηδήσουν νέες μορφές ΚΣ με ανώτερες οργανωτικές δομές (και σε αυτό το σημείο η θεωρία της πολυπλοκότητας complexity theory προσεγγίζεται αποφασιστικά). Η προσοχή μας πλέον εστιάζεται όχι μόνο στην ομοιόσταση και στη μορφόσταση αλλά και στη μορφογένεση (γένεση νέων κοινωνικών δομών).
Τρίτο, τα ΚΣ δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως οιονεί μηχανικά συστήματα με αυστηρή οριοθέτηση σε σχέση με το περιβάλλον τους και με μια σταθερή λειτουργία που στηρίζεται σε οιονεί μηχανικό μοντέλο εισροών-εκροών-ανατροφοδότησης. Τα ΚΣ αποτελούνται από άτομα που είναι φορείς νοημάτων, θεωρήσεων (perspectives), δράσεων και επικοινωνιακών δυνατοτήτων. Πίσω από την έννοια του ΚΣ αναπτύσσεται μια βαθιά ανθρωπολογική προβληματική, που με τη σειρά της προσανατολίζει την κυβερνητική θεωρία σε θεωρητική ενασχόληση με ιδιότητες και χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης.
Το «παρατηρούν» και το παρατηρούμενο
Η προσοχή τώρα πέφτει στο «παρατηρούν» και όχι στο παρατηρούμενο σύστημα και γίνεται δεκτό ότι η αλληλεξάρτηση παρατηρούντος και παρατηρουμένου που σαφώς έχει και καθαρά γνωστικές διαστάσεις δεν επιτρέπει υπερβολικές βεβαιότητες αναφορικά με τη σύλληψη των ορίων και του περιεχομένου του περιβάλλοντος που κατά κάποιο τρόπο θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα άλλο «απέναντι σύστημα» ή ακόμη με το ίδιο το σύνολο βασικών αντιλήψεων και θεωρητικών παραδοχών που υιοθετεί το παρατηρούν σύστημα. Τίθενται σαφώς ζητήματα γνωσιολογικού περιεχομένου εδώ πολλά έχει να μας πει η λεγόμενη γνωστική επιστήμη, που περιλαμβάνει στοιχεία από πολλούς άλλους επιστημονικούς κλάδους , ενώ παράλληλα η ερμηνευτική προσέγγιση μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία (το άνοιγμα προς τη λεγόμενη σχολή της συμβολικής αλληλεπίδρασης είναι επακόλουθο).
Η σχέση των αλληλεπιδρώντων ανοικτών ΚΣ θεωρείται πάντα δυναμική και αναδιατασσόμενη, ενώ ο προβληματισμός του παρατηρούντος ΚΣ γύρω από τις ίδιες τις δικές του παραδοχές διευκολύνει την τάση κατανόησης και ερμηνείας των παραδοχών τού «απέναντι» παρατηρουμένου συστήματος. Ετσι ο επικοινωνιακός διάλογος ανοίγει αποτελεσματικότερα και η εστίαση στις ίδιες τις προϋποθέσεις της αρτιότερης οργάνωσής του βοηθά στην αποφυγή άκαμπτων διαχωριστικών γραμμών και στην υιοθέτηση ελαστικότερης πραγματικά αρμόζουσας για ανθρώπινες καταστάσεις ανατροφοδότησης. Περιττό να λεχθεί στο σημείο αυτό ότι οι θεωρίες του Ν. Luhmann γύρω από την επικοινωνία των δρώντων προσώπων, που περικλείονται σε ένα σύστημα, και του
J. Habermas, γύρω από την επικοινωνιακή πράξη, ενδιαφέρουν άμεσα και είναι δεκτικές συστηματικών αναφορών από πλευράς κοινωνιοκυβερνητικής οπτικής.
Συμβολή στα αιτήματα των καιρών
Ετσι η κοινωνιοκυβερνητική ή η «κυβερνητική της κυβερνητικής» ή η κυβερνητική του παρατηρούντος συστήματος, όπως έχει αποκληθεί των τελευταίων δεκαετιών, δύσκολα μπορεί να κατηγορηθεί για προσκόλληση σε στατική αντίληψη των κοινωνικών δρώμενων. Η κοινωνική αλλαγή και η δυναμική σχέση μεταξύ ατόμου-συστήματος και συστημάτων μεταξύ τους, είναι αναμφίβολα μέσα στα όρια των δικών της ενδιαφερόντων και παραδοχών. Φιλοδοξεί να συμβάλει από τη δική της οπτική στο κλείσιμο του χάσματος μεταξύ μικροκοινωνιολογικής και μακροκοινωνιολογικής οπτικής και να συνδυάσει την «κατασκοπική» (από πάνω προς τα κάτω) με την «ανασκοπική» θεώρηση (από κάτω προς τα πάνω) της οργάνωσης των κοινωνικών ομάδων και δομών.
Ο έλεγχος και η αύξηση της αποτελεσματικότητας των ΚΣ παραμένουν πάντα μέσα στο πεδίο των ενδιαφερόντων της, αλλά πάνω σε μια βάση διαφορετική από πριν. Η ποιοτική προσέγγιση των κοινωνικών φαινομένων γι’ αυτό και η αξία των ποιοτικών εμπειρικών ερευνών ανάλογα πρέπει να υπογραμμισθεί θεωρείται επιβεβλημένη και συμπληρωματική οποιασδήποτε άλλης θετικής-ποσοτικής. Η ανθρώπινη πράξη ακόμη και σε μαρξιστική απελευθερωτική εκδοχή του όρου ενδιαφέρει απόλυτα και η μελέτη της δυναμικής της, μάλιστα μέσα σε μια ιστορική προοπτική, αίρει οποιαδήποτε μονοσήμαντη ροπή προς έναν μηχανιστικό συστηματοκεντρισμό. Δεν προτάσσεται το πνεύμα του ελέγχου, αλλά αντίθετα κυριαρχεί η μελέτη της δυναμικής εκείνης που ενδέχεται να δημιουργήσει νέα ΚΣ, συστήματα με ανταποκριτική και προσαρμοστική ικανότητα στα δεδομένα και στα αιτήματα των καιρών.
Ο κ. Φίλιππος Νικολόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και μέλος της Research Committee της Κοινωνιοκυβερνητικής της Διεθνούς Κοινωνιολογικής Εταιρείας (ISA).
