«Ο τρόπος στελέχωσης του ΣτΕ εγγύηση για το επιστημονικό και ηθικό κύρος του»
* Σχετικά με το ζήτημα της αναθεώρησης των συνταγματικών διατάξεων που αφορούν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, θέμα που απασχόλησε πρόσφατα τις στήλες της εφημερίδας σας (βλ. το σχετικό άρθρο του καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου κ. Ν. Αλιβιζάτου, που δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 13.9.98, και επιστολή του προέδρου της Ενώσεως Διοικητικών Δικαστών, κ. Λ. Γεωργακόπουλου, που δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 20.9.98), ας μας επιτραπεί να εκφράσουμε τις εξής σκέψεις, τις οποίες σας παρακαλούμε να δημοσιεύσετε:
Το Συμβούλιο της Επικρατείας από την έναρξη της λειτουργίας του (17/5/1929) αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του ελληνικού συστήματος δικαστικού ελέγχου της διοικητικής δράσης. Είναι δηλαδή το κατ’ εξοχήν δικαστήριο ελέγχου της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων και έχει καταξιωθεί ως ο ισχυρός προστάτης, τόσο του πολίτη όσο και του δημοσίου συμφέροντος.
Η επιτυχία και η καθιέρωσή του ως θεσμού δεν είναι τυχαία: οφείλεται στην απόλυτη προσαρμογή του ξένου (γαλλικού) προτύπου στην ελληνική πραγματικότητα και την, κατά γενική ομολογία, υψηλή ποιότητα του δικαιοδοτικού του έργου.
Ο αποφασιστικότερος παράγοντας για το ρίζωμα του θεσμού είναι ο τρόπος στελέχωσής του: το Δικαστήριο αποτελείται από δικαστές τριών βαθμών (εισηγητές, οι οποίοι προετοιμάζουν τις εισηγήσεις επί των υποθέσεων, παρέδρους, οι οποίοι έχουν συμβουλευτική ψήφο, και συμβούλους, οι οποίοι είναι και οι μόνοι που έχουν την αποφασιστική ψήφο). Οι δικαστές αυτοί, οι οποίοι εισέρχονται στο Δικαστήριο έπειτα από ανοικτό σε όλους διαγωνισμό και εξελίσσονται αποκλειστικά μέσα σε αυτό, εκπροσωπούν αντίστοιχα περίπου τρεις γενιές. Το καθημερινό ζύμωμα των ιδεών των τριών αυτών γενεών εξηγεί την, συνδυασμένη με δυναμισμό, ωριμότητα του Δικαστηρίου. Αν λοιπόν το Συμβούλιο της Επικρατείας διατήρησε άθικτο το επιστημονικό και ηθικό του κύρος, ακόμη και μέσα από τις συμπληγάδες χαλεπών καιρών, αυτό δεν αποτελεί άθλο των προσώπων που το υπηρέτησαν, αλλά απόρροια του τρόπου στελέχωσής του.
Ο νομοθέτης αποφάσισε, όπως είχε άλλωστε δικαίωμα, την αναθεώρηση ορισμένων συνταγματικών διατάξεων για τη Δικαιοσύνη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και διατάξεις που αφορούν στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Το Δικαστήριο αναμένει νηφάλιο την κρίση του συνταγματικού νομοθέτη. Οπως διεφάνη από τις συζητήσεις στην Εθνική Αντιπροσωπεία και επιβεβαιώνεται από το άρθρο του καθηγητή κ. Ν. Αλιβιζάτου, το ζήτημα της μεταβολής του τρόπου στελέχωσης του Συμβουλίου της Επικρατείας με την είσοδο διοικητικών δικαστών, αν και προκλήθηκε από μια επίμονη συντεχνιακή διεκδίκηση, τοποθετείται ήδη στην ορθή θεσμική του βάση: οποιαδήποτε επέμβαση στον χώρο της Δικαιοσύνης πρέπει να αποβλέπει στη βελτίωση της απονομής της και στην ενίσχυση της ανεξαρτησίας των λειτουργών της. Το ζητούμενο λοιπόν είναι πώς θα προστατευθεί το Συμβούλιο της Επικρατείας, όχι ως κτήμα των δικαστών που έχουν την τιμή να υπηρετούν σ’ αυτό, αλλά ως θεσμός, από την αλλοίωση της φυσιογνωμίας του. Εξάλλου έχει γίνει πλέον κοινή πεποίθηση, μετά τη δυσάρεστη εμπειρία από παρόμοιους πειραματισμούς, ότι δεν πρέπει να επιχειρούνται ουσιώδεις μεταβολές στους, λίγους άλλωστε, επιτυχημένους θεσμούς που διαθέτουμε. Πρέπει επομένως να γίνει η συνολική αποτίμηση της προσφοράς του Συμβουλίου της Επικρατείας από την ίδρυσή του ως σήμερα, τόσο καθ’ εαυτήν όσο και σε σύγκριση με τους λοιπούς ανάλογους θεσμούς μας. Ιδιαίτερα δε να ληφθεί υπόψη η μεγάλη συνεισφορά του στην εκπροσώπησή μας στον διεθνή νομικό χώρο. Και αν, όπως αναγνωρίζεται ως σήμερα, επιβεβαιωθεί ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας επιτελεί με επιτυχία την αποστολή του, παρά τις όποιες αδυναμίες, από τις οποίες άλλωστε κανένας θεσμός δεν μπορεί να είναι απόλυτα απαλλαγμένος, θα πρέπει να αποφευχθεί κάθε επέμβαση, η οποία απειλεί να θέσει σε κίνδυνο την υπόστασή του και, συνακόλουθα, να αποσταθεροποιήσει την έννομη τάξη. Και ο τρόπος στελέχωσης του Συμβουλίου της Επικρατείας αποτελεί, όπως ήδη αναφέρθηκε, τον αποφασιστικότερο παράγοντα για να επιτελεί το Δικαστήριο την αποστολή του.
Οι αλήθειες αυτές, εύκολα αντιληπτές για κάθε πολίτη, είμαστε βέβαιοι ότι αποτελούν συνείδηση των πολιτικών κομμάτων και των μελών της Εθνικής Αντιπροσωπείας και θα καθορίσουν τις αποφάσεις που θα ληφθούν τον κατάλληλο χρόνο.
Η πρόεδρος ΑΓΓ. ΘΕΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ σύμβουλος Επικρατείας – Ο γεν. γραμματέας
ΒΑΣ. ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ εισηγητής του Συμβουλίου της Επικρατείας
«Χαρακτηριστικό δείγμα δίκης προθέσεων»
* «Το Βήμα» της περασμένης Κυριακής (20.9.98) δημοσίευσε εκτενή απάντηση του εφέτη Δ.Δ. και προέδρου της Ενωσης Διοικητικών Δικαστών κ. Λ. Γεωργακόπουλου στο άρθρο μου «Βουτιές στο Συμβούλιο της Επικρατείας» («Το Βήμα», 13.9.98).
Πρόκειται για χαρακτηριστικό δείγμα δίκης προθέσεων. Διότι σε κανένα σημείο του άρθρου μου δεν διανοήθηκα να αμφισβητήσω το ήθος και την ακεραιότητα των δικαστών της τακτικής διοικητικής δικαιοσύνης, πολύ δε λιγότερο να τους «σπιλώσω» στα μάτια των αναγνωστών σας. Με αφορμή τις πρόσφατες κρίσεις ανώτατων δικαστών, δηλαδή ένα θέμα που θα περίμενα να συγκινήσει περισσότερο τον επιστολογράφο σας ως δικαστικό λειτουργό, προσπάθησα απλώς να δείξω πώς με την επιχειρούμενη αναθεώρηση του Συντάγματος, και ιδίως του άρθρου 88 παρ. 6 Σ., απειλείται η ανεξαρτησία και η συνοχή του Συμβουλίου της Επικρατείας, ταυτόχρονα αλλοιώνεται και η φυσιογνωμία του, όπως την οραματίστηκαν οι ιδρυτές του και την κατοχυρώνει το ισχύον Σύνταγμα. Οχι βεβαίως γιατί οι προτεινόμενοι «έξωθεν» λειτουργοί του θα είναι ανίκανοι ή εγκάθετοι οποιουδήποτε, όπως με εγκαλεί ότι φρονώ ο επιστολογράφος σας. Αλλά διότι η απειλή της διεύρυνσης του ΣτΕ, όπως άλλωστε και κάθε δικαστηρίου, με ακαθόριστο αριθμό δικαστών πανάξιων έστω, αλλά μη προερχόμενων από τις τάξεις του είναι εξαιρετικά πιθανό να λειτουργήσει από μόνη της ως διαρκής ούτε καν εφ’ απαξί δαμόκλειος σπάθη επί των κεφαλών των λειτουργών του.
Το ζήτημα, συνεπώς, είναι για μένα κατ’ εξοχήν θεσμικό. Δεν αφορά πρόσωπα. Και ο κ. πρόεδρος ας αναζητήσει αλλού τη «μύγα» που τον ενόχλησε.
Κατά τα λοιπά, το ύφος του επιστολογράφου σας, οι ανακρίβειες και οι απανωτές διαστρεβλώσεις των όσων έγραψα δεν προδίδουν νηφαλιότητα. Προσήκουν ίσως στην ιδιότητα του συνδικαλιστή, όχι όμως και του δικαστή. Αν ο κ. πρόεδρος και η Ενωση την οποία εκπροσωπεί επιθυμούν σοβαρό διάλογο για το πράγματι εύλογο όπως και εγώ το χαρακτήρισα στο άρθρο μου αίτημα της εξέλιξης των τακτικών διοικητικών δικαστών, ας φροντίσουν προηγουμένως να αλλάξουν τόνο.
Ν. Κ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ, καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
Το «άλυτο θεώρημα» που είναι λυμένο(!)
* Στη σελίδα 98 του βιβλίου «Αλγεβρα Α’ Ενιαίου Λυκείου» [του Οργανισμού Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, έκδοση Ζ’, Αθήνα, Αύγουστος 1998 (αντίτυπα 168.000)] διαβάζει κανείς:
«… Δυστυχώς καμία απόδειξη δεν βρέθηκε ως σήμερα και το “Τελευταίο Θεώρημα του Fermat” παραμένει (από το 1672) ένα άλυτο πρόβλημα των Μαθηματικών».
Μα πριν από τέσσερα χρόνια έγινε παγκοσμίως μεγάλος θόρυβος σχετικά με την απόδειξη του εν λόγω θεωρήματος. Στη χώρα μας όλες σχεδόν οι εφημερίδες έγραψαν για το μεγάλο πνευματικό επίτευγμα της δεκαετίας του ’90, δηλαδή την απόδειξη του Τελευταίου Θεωρήματος του Fermat από τον καθηγητή Andrew Wiles. Σχεδόν όλα τα ελληνικά τηλεοπτικά κανάλια μετέδωσαν τη μαθηματική αυτή είδηση.
Ηδη από το 1995 κυκλοφορούν παγκοσμίως αρκετές δεκάδες βιβλία που περιέχουν την απόδειξη του θεωρήματος (στην Ελλάδα κυκλοφορεί σχετικό βιβλίο από τις εκδόσεις «Τροχαλία»).
Είναι επομένως τελείως αδικαιολόγητη η αβλεψία αυτή (κατά τον πλέον επιεική χαρακτηρισμό) του επίσημου σχολικού βιβλίου της Α’ τάξεως του λυκείου. Αβλεψία που δεν οφείλεται φυσικά στους συγγραφείς (το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε το 1990) αλλά στους διορθωτές του ΟΕΔΒ που μάλλον δεν είναι μαθηματικοί. Ετσι λοιπόν 167.000 μαθητές θα πληροφορηθούν ότι δεν έχει ακόμη αποδειχθεί το Τελευταίο Θεώρημα του Fermat. Τώρα, θα μου πείτε, και τι έγινε; Αυτό είναι το πρόβλημα της παιδείας μας;
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΣΠΑΝΔΑΓΟΣ Μαθηματικός-εκδότης Αθήνα
Ο λοχίας του 1954 και ο κ. Σαρτζετάκης
* Οταν πριν από 40 περίπου χρόνια υπηρετούσα τη στρατιωτική μου θητεία στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων στην Κόρινθο μαζί με άλλους συναδέλφους μου αποφοίτους της Νομικής και άλλων σχολών του πανεπιστημίου, θυμάμαι πως σχολιάζαμε με σκωπτική διάθεση κάποιο μόνιμο λοχία που μας έκανε μάθημα στα εκρηκτικά και επαναλάμβανε με υπερηφάνεια ότι ήταν ειδικός «επί των μη εκραγέντων χειροβομβίδων».
Από χθες όμως άρχισα να έχω ζωηρές αμφιβολίες αν είχε διαπράξει γλωσσικό ατόπημα, όπως πιστεύαμε τότε.
Αυτό συνέβη όταν διάβασα στο «Βήμα» τής 30.8.1998 (σελίδα Α22) την επιστολή του πρώην Αρεοπαγίτη και Προέδρου της Δημοκρατίας κυρίου Χρήστου Σαρτζετάκη που αναφέρεται στην υπόθεση Λαμπράκη, στην οποία, αναφερόμενος στη χρησιμοποίηση από την αστυνομία παρακρατικών την εποχή εκείνη, γράφει ότι αυτοί χρησιμοποιούνταν «εις μέτρα τάξεως ή προς συγκρότησιν αντισυγκεντρώσεων εις συναθροίσεις απαρεσκόντων εις το καθεστώς κινήσεων».
Ο κύριος Σαρτζετάκης θεωρείται άριστος γνώστης και χρήστης της ελληνικής γλώσσας αλλά και ο ίδιος φαίνεται να το πιστεύει αφού σε άλλην επιστολή του που δημοσιεύτηκε την ίδια ημέρα στο «Βήμα» κατηγορεί τον υπουργό Δικαιοσύνης κ. Ευ. Γιαννόπουλο για τα ετοιμόρροπα ελληνικά του.
Γι’ αυτό ομολογώ ότι μπερδεύτηκα πάρα πολύ και είμαι σφόδρα προβληματισμένος. Στέλνω λοιπόν προς δημοσίευση αυτή την επιστολή, μήπως βρεθεί κάποιος φιλόλογος ή κάποιος ειδικός περί τα γλωσσικά και μου λύσει την απορία: Εκανε λάθος ή όχι εκείνος ο λοχίας το 1954 στο ΚΕΝ Κορίνθου;
ΓΙΑΝΝΗΣ Χ. ΓΟΥΣΕΤΗΣ Δικηγόρος, Αθήνα
Το Ιστορικό Αρχείο και Μουσείο Υδρας
* Μολονότι το περιεχόμενο (Χειρόγραφα – Βιβλία – Εκθέματα) του νέου κτιρίου του «Ιστορικού Αρχείου και Μουσείου Υδρας» (ΙΑΜΥ) ανήκει στον Δήμο Υδραίων (Νόμος 1812/12.5.1951) κι όχι στο «Απρόσωπο Ελληνικό Δημόσιο» στο οποίο ανήκει μόνο το κτίριο, εν τούτοις εμένα, του υδραίου πολίτη και κατοίκου Υδρας, μου απαγορεύει, το ΙΑΜΥ-ΓΑΚ, να ασχολούμαι με τα πολιτισμικά πράγματα του νησιού μου τα οποία με αφορούν. Και ιδού πώς και γιατί:
1) Υποβάλλω αίτηση (10.1.98) για να μου παραχωρηθούν, με το αζημίωτο φυσικά, πέντε αντίγραφα φωτογραφιών ισάριθμων εκθεμάτων του ΙΑΜΥ μιας και η φωτογράφιση αυτών, από τους επισκέπτες, απαγορεύεται αυστηρώς(!).
2) Υποβάλλω αίτηση (6.4.98) αρμοδίως και, εκτός από το αναπάντητο αίτημά μου των φωτογραφιών, καταθέτω στο ΙΑΜΥ-ΓΑΚ και άλλα (4) αιτήματα, τα ακόλουθα:
α) Για την παράλειψη έγγραφης μνείας του ονόματος υδραίου καλλιτέχνη ο οποίος έχει φιλοτεχνήσει συγκεκριμένο έκθεμα.
β) Για τη μη γνωστοποίηση των απωλειών που έχει υποστεί το Αρχειακό/Μουσειακό Υλικό κατά τη μακρόχρονη (1971-1996) αποθήκευση αυτού. Οπως και τη μη γνωστοποίηση των ζημιών/φθορών και της αντίστοιχης αποτίμησης αυτών.
γ) Για την απώλεια ή μη της πολύτιμης παλαιάς (του 1750) ναυτικής βιβλιοθήκης της ιστορικής «Ναυτικής της Υδρας Σχολής».
δ) Για την απώλεια ή μη της ειδικής ανεκτίμητης σφραγίδας (του 1727) του Ιστορικού Μοναστηριού της Υδρας.
Ωστόσο, η απάντηση της προϊσταμένης της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΚΥ-ΓΑΚ), με αρ. πρωτ. Σχ. 368/61550/17.7.98, ύστερα από την ανυποχώρητη αξίωσή μου (10.7.98), είναι η παρακάτω και το συμπέρασμα, κύριε Διευθυντά, δικό σας και των αναγνωστών της εφημερίδας σας. Ενώ η ευαισθησία του κυρίου Υπουργού Παιδείας ελπίζω να είναι δική του και φανερή: «Απαντώντας στην επιστολή σας, της 10ης Ιουλίου 1998, σας πληροφορώ ότι το αίτημά σας για την παραχώρηση ανατύπων φωτογραφικών ζωγραφικών πινάκων, θα παραπεμφθεί στην εφορεία των ΓΑΚ, όταν συνέλθει.
Οσον αφορά τα όσα αναφέρετε στην αίτησή σας, στις 6 Απριλίου 1998, θα ήθελα να σας ενημερώσω ότι η Προϊσταμένη των ΓΑΚ Υδρας δεν είναι υποχρεωμένη να υποβάλλει “εκθέσεις” σε ιδιώτες, παρά μόνον στους προϊσταμένους της».
ΘΕΟΔ. ΚΡΕΜΑΣΤΙΩΤΗΣ Υδρα
Γιατί όλα τα σαράβαλα στη Δυτ. Αθήνα;
* Ισως θεωρηθεί υπερβολή αλλά σας γνωρίζω ότι στην περιοχή της Δυτ. Αθήνας η λεωφορειακή συγκοινωνία γίνεται αποκλειστικά και μόνο από τα παμπάλαια λεωφορεία του ΟΑΣ, τα ρυπογόνα και θορυβώδη σαράβαλα που ίσως έχουν ξεπεράσει την 30ετία!
Ετσι στους δήμους Αιγάλεω-Χαϊδάρι-Περιστέρι-Αγία Βαρβάρα-Δάσος Χαϊδαρίου και Αγιοι Ανάργυροι (μπορεί να μου διαφεύγουν και άλλες περιοχές) δεν έχουμε την τιμή να είμαστε επιβάτες λεωφορείων νέας τεχνολογίας. Γιατί;
Διάβασα στο «Βήμα» ότι ήδη έρχονται ακόμη πιο νέα και όμορφα λεωφορεία. Φαντάζομαι τη χαρά που θα έχουν στην Κηφισιά, στη Γλυφάδα και στους άλλους δήμους που έχουν τα προνόμια να ψηφίζουν (…).
Ηθελα να μάθω οι βουλευτές και υπουργοί της Β’ Αθηνών δεν ντρέπονται; Και γιατί δεν ενδιαφέρονται οι της αντιπολίτευσης;
Λυπάμαι που ούτε οι αυτοδιαφημιζόμενοι… «πολυπράγμονες» δήμαρχοι των περιοχών μας ρώτησαν ποτέ γιατί…
ΝΙΚ. ΑΡΩΝΗΣ, Χαϊδάρι
Μήπως ο υβριστής έχει κάποιο «δόντι»;
* Ο κ. Γιάννης Μαρίνος στο άρθρο του (6.9.98) καταγγέλλει την εξύβριση που υπέστη από υπάλληλο του Προξενείου μας στις Βρυξέλλες. Δεν καταλαβαίνω γιατί εξεπλάγη ο συμπαθέστατος κ. Μαρίνος. Αυτό είναι τακτικό φαινόμενο, όχι μόνον στα προξενεία, αλλά και σε ορισμένα, εν τη αλλοδαπή, γραφεία του ΕΟΤ. Παραδέχομαι, ότι οι «καραγκιόζηδες» των κακών τρόπων και της αλαζονείας είναι ελάχιστοι αλλά αυτό δεν με εμποδίζει να θεωρώ και τους σεμνούς ακόμη ως συνυπεύθυνους (guilty by association) διότι από αλληλεγγύη η πλειοψηφία των σωστών, διά της σιωπής τους, καλύπτουν τη μειοψηφία των ολίγων.
Χωρίς να γνωρίζω πρόσωπα και συνθήκες, τολμώ να εκφράσω ένα πιθανό σενάριο: Ο υβριστής ασφαλώς θα έχει κάποιο «δόντι» στην Αθήνα, και το «δόντι» αυτό πρέπει να είναι αρκετά ισχυρό που να το φοβάται και ο ίδιος ο Πρέσβης. Τι κάνει η «Συλλογική Επιθεώρησις Διπλωματικών Υπαλλήλων»; Ως συνήθως τίποτε, γι’ αυτό εύχομαι κι ελπίζω «Το Βήμα» να επιληφθεί.
Θ. Μ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, Αθήνα
* Ο κ. Χρήστος Κανελλάκης, πρόεδρος της Angelicoussis Shipholding Group Limited, διευκρινίζει εκ μέρους της Anangel – American Shipholdings Limited, σχετικά με δημοσίευμα του «Βήματος» της 13ης Σεπτεμβρίου: «Με αφορμή το άρθρο του κ. Κ. Τσαούση στην εφημερίδα σας, το οποίο μας αναφέρει μεταξύ των πρώτων υποψηφίων που θα εισαγάγουν τις μετοχές τους στο Χρηματιστήριο Αθηνών, με βάση κάποια νέα νομοθεσία που συζητείται, σας γνωρίζουμε ότι η εταιρεία μας, της οποίας οι μετοχές είναι εισηγμένες στα χρηματιστήρια Luxembourg & Nasdaq, προς το παρόν δεν έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον ούτε έχει κάνει συζητήσεις περί εισαγωγής των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αθηνών».
ΤΟ ΒΗΜΑ δημοσιεύει επιστολές αναγνωστών για συγκεκριμένα θέματα, με τον όρο ότι είναι ενυπόγραφες. Για τον λόγο αυτόν οι επιστολογράφοι πρέπει να σημειώνουν και τον αριθμό του τηλεφώνου, μέσω του οποίου η Γραμματεία της Συντάξεως θα μπορεί να ελέγξει το γνήσιο της επιστολής. Ανευ των στοιχείων αυτών η δημοσίευση καθίσταται αδύνατη. Η Σύνταξη διατηρεί το δικαίωμα να συντομεύει τα κείμενα. Οι επιστολές με την ένδειξη «για δημοσίευση» μπορούν να αποστέλλονται μέσω Fax, στο (01) 3239.097 / μέσω Internet Ε-Mail: tovima@dolnet.gr
