Ηταν δέκα και έμειναν εννέα. Ο λόγος για τα θερινά θέατρα της Αθήνας και του Πειραιά που μοιάζουν να σιγοψιθυρίζουν μεταξύ τους «κάθε πέρσι και καλύτερα». Δύο μιούζικαλ, τρεις επιθεωρήσεις, τρεις κωμωδίες και μια μεταγραφή από τον χειμώνα ολοκληρώνουν τον θερινό θεατρικό χάρτη, στον οποίον ως πρόσφατα περιλαμβανόταν και ένα κοινωνικού περιεχομένου ελληνικό έργο που κατέβηκε πριν από περίπου δύο εβδομάδες.
Παρά τα λαμπερά ονόματα και τις λιγοστές μεν αλλά (σε ορισμένες περιπτώσεις) πλούσιες παραγωγές, το κοινό δεν φαίνεται να δελεάζεται από τα καλοκαιρινά θεάματα. Παρήλθον οι χρόνοι που το κοινό γέμιζε τα καλοκαιρινά θέατρα. Ισως φταίει η ακρίβεια (οι τιμές των εισιτηρίων φθάνουν και τις 6.000 δραχμές), ίσως η λιτότητα, ίσως φταίει η τηλεόραση, ίσως πάλι να φταίνε και τα φεστιβάλ στους δήμους της Αττικής που τραβούν το ενδιαφέρον του κοινού. Πάντως κάτι φταίει.
Δύο από τις πλέον συζητημένες παραστάσεις της καλοκαιρινής σεζόν, τα μιούζικαλ «Ο βιολιστής στη στέγη» και «Αντίο κορίτσι μου, έχουν ήδη διαγράψει την τροχιά τους και συνεχίζουν μέσα στον ζεστό μήνα Αύγουστο, τον χειρότερο από πλευράς προσέλευσης κοινού, τις παραστάσεις τους, το μεν στο «Αθήναιον», το δε στο «Παρκ». Τα νούμερα, όσο μπορεί κανείς να τα εμπιστευθεί, δίνουν σαφές προβάδισμα στον «Βιολιστή», όχι μόνο σε σχέση με το «αντίπαλο» «Κορίτσι», αλλά και σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα καλοκαιρινά θεάματα. Οι εισπράξεις στο «Αθήναιον» υπολογίζονται κατά μέσον όρο σε περίπου 15 εκατομμύρια δραχμές την εβδομάδα, σύμφωνα με τον επιχειρηματία Γιώργο Λεμπέση. Ο «Βιολιστής» πάντως δεν φαίνεται να βγάζει τα λεφτά του αφού για να καλυφθούν τα έξοδα θα χρειάζονταν δέκα εκατομμύρια εισπράξεις επιπλέον την εβδομάδα.
Με πεντακόσιες δραχμές φθηνότερο εισιτήριο στο μιούζικαλ «Αντίο κορίτσι μου» οι εισπράξεις στο θέατρο «Παρκ» υπολογίζονται γύρω στα δέκα εκατομμύρια δραχμές την εβδομάδα. «Ουσιαστικά μιλάμε για περίπου πεντακόσιους θεατές λιγότερους εβδομαδιαίως» λέει ο Γιώργος Κιμούλης για τη διαφορά ανάμεσα στα δύο θέατρα. Και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «στην καλοκαιρινή σεζόν ο κόσμος δεν πηγαίνει στα θέατρα όπως πάει τον χειμώνα. Και αυτό συμβαίνει κατ’ αρχήν γιατί ο κόσμος για να πάει στο θέατρο πρέπει να συμβαίνει ένα πολιτιστικό γεγονός, όπως εκείνος το κρίνει. Πολιτιστικά γεγονότα όμως γίνονται γύρω από τα θέατρα, στα φεστιβάλ. Γενικότερα πάντως το καλοκαίρι κανένας δεν ξεπερνά τις 2.500 εισιτήρια την εβδομάδα· για τον χειμώνα το νούμερο αυτό σημαίνει μια μέτρια επιτυχία. Τελείωσαν πια οι ευτυχισμένες καλοκαιρινές ημέρες των 55.000 – 60.000».
Εκτός από τα δύο μιούζικαλ, οι δύο παραδοσιακοί θεατρικοί επιχειρηματίες Γ. Λεμπέσης και Βαγγέλης Λιβαδάς έχουν από μια κωμωδία ο καθένας· στην ταράτσα του «Λαμπέτη» ο πρώτος, και στο θερινό «Σμαρούλα» ο δεύτερος. Οι εισπράξεις της κωμωδίας των Νίκου Τσιφόρου και Πολύβιου Βασιλειάδη «Ολίγον παντρεμένοι» στο «Λαμπέτη» μόλις που ξεπερνά τα δύο εκατομμύρια δραχμές ενώ τα έσοδα για τη «Φαύστα» του Μποστ, στην παράσταση που επιμελούνται οι δύο γιοι του, στο «Σμαρούλα» είναι λιγότερα.
«Αλσος», «Μενάνδρειο» (πρώην «Δελφινάριο») και «Μετροπόλιταν». Τρία θέατρα, τρεις επιθεωρήσεις, μόνον, για αυτό το καλοκαίρι. Το πάλαι ποτέ είδος που άνθιζε από τον Ιούνιο ως τον Σεπτέμβριο έχει πια χάσει όλη τη λάμψη του. «Τα παραμύθια του… χάλι μας», στο «Αλσος», πάντως είναι η πρώτη επιθεώρηση της σεζόν που στις πολύ καλές της εβδομάδες έχει γνωρίσει εισπράξεις της τάξεως των 13 – 14 εκατομμυρίων δραχμών. «Υπάρχει μια γενικότερη καθίζηση» λέει ο θεατρικός επιχειρηματίας του «Αλσους» Τάσος Τσιβουζίδης. «Κάθε χρόνο είμαστε και πιο πεσμένοι. Πολλά λέμε ότι φταίνε αλλά το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: όλο και λιγότερος κόσμος έρχεται. Συνολικά, θα έλεγα, το κοινό μας είναι 350 – 400 άτομα, συμπεριλαμβανομένων προσκλήσεων και εργατικών εισιτηρίων». Η χωρητικότητα πάντως του «Αλσους» είναι περισσότερες από 2.000 θέσεις. «Κάποτε τουλάχιστον γεμίζαμε ένα Σάββατο βράδυ· τώρα πια ούτε αυτό. Οσο για τον Αύγουστο είναι ο χειρότερος μήνας· ελπίζουμε μήπως και μετά τις 15 αλλάξουν τα πράγματα».
«Ηδη ξέρω ότι θα μπω μέσα εξήντα εκατομμύρια δραχμές» λέει για τη φετινή του παραγωγή στο «Μενάνδρειο» ο θεατρικός επιχειρηματίας Δημήτρης Μαροσούλης. Η παράσταση – επιθεώρηση «Ο Ελλην εξασθενής», με βασικό πρωταγωνιστή τον Θανάση Βέγγο και κείμενα που βασίζονται στον αριστοφανικό λόγο, δεν κόβει παρά περίπου 150 εισιτήρια κάθε βράδυ. «Ισως είμαστε λίγο καλύτερα από πέρυσι, αλλά και αυτό συμβαίνει διότι το φετινό μας εισιτήριο είναι κατά διακόσιες δραχμές ακριβότερο. Πάντως τα πράγματα δεν πάνε καλά. Ψέματα να λέμε;». Το «Μενάνδρειο» έρχεται δεύτερο από τις επιθεωρήσεις, ενώ στην τρίτη θέση ακολουθεί η παράσταση με τις τηλεοπτικές προεκτάσεις «Σκάει νύφη, Σκάι γαμπρός» στο «Μετροπόλιταν», με τον Κώστα Χατζηχρήστο.
Η θιασαρχική δουλειά που θέλησε να στήσει για αυτό το καλοκαίρι ο Στάθης Ψάλτης ατύχησε, αφού στη «Σφεντόνα», το επί της λεωφόρου Αλεξάνδρας θέατρο, το έργο του Πέτρου Γεωργιόπουλου «Στο μισό του φεγγαριού» δεν μακροημέρευσε. Πριν από περίπου δύο εβδομάδες πάρθηκε η απόφαση για να κατεβεί, αφού η επιχείρηση μπήκε μέσα περίπου είκοσι εκατομμύρια δραχμές.
Αντίθετα, τέταρτη σεζόν συνεχίζει με την ίδια κωμωδία ο Βασίλης Τσιβιλίκας στο καλοκαιρινό «Περοκέ»: «Τρεις επάνω, δύο κάτω» ο τίτλος της κωμωδίας που όπως σημειώνει ο ηθοποιός «έχει πτώση αλλά είναι αναμενόμενη λόγω των πολλών παραστάσεων· είμαστε ήδη στις 600». Ο Β. Τσιβιλίκας που θεωρεί κυρίως υπεύθυνα τα φεστιβάλ των δήμων για την κατάσταση των θεάτρων το καλοκαίρι, σημειώνει ότι «τα έσοδα της θερινής σεζόν υπολογίζουμε να είναι γύρω στα 48 εκατομμύρια δραχμές· πέρυσι είχαμε 75 ενώ τον χειμώνα τα διπλά». Τον χάρτη των καλοκαιρινών θεαμάτων συμπληρώνει το «Χαμάμ γυναικών» που από το χειμερινό θέατρο «Μπρόντγουεϊ» εγκαταστάθηκε στο «Μινώα» με τελείως διαφορετική διανομή από την αρχική και αμφίβολα οικονομικά αποτελέσματα.
Για πολλούς η θερινή περίοδος έχει ήδη δώσει τα μηνύματά της. Ο Αύγουστος θεωρείται «δύσκολος» μήνας καθώς οι περισσότεροι Αθηναίοι παίρνουν τότε την άδειά τους και εγκαταλείπουν την πόλη. Και το ερώτημα «τι φταίει» και «τι θα γίνει από εδώ και μπρος» παραμένει αναπάντητο. Μόνον που κοστίζει σε ορισμένους λίγο ακριβά.
