«Η τεχνολογία θα φέρει την επανάσταση στην εκπαίδευση»
Τι ωθεί έναν διεθνούς φήμης κινηματογραφικό παραγωγό, του οποίου οι ταινίες έχουν τιμηθεί με βραβεία Οσκαρ, να εγκαταλείψει την καριέρα του και να αποσυρθεί από την κινηματογραφική βιομηχανία; Το ερώτημα που έθεσε «Το Βήμα» στον Βρετανό σερ Ντέιβιντ Πάτναμ τον βρήκε έτοιμο. Δύο ήταν οι βασικοί λόγοι που τον οδήγησαν να πάρει αυτή την απόφαση: η ηλικία του και οι πολιτικές του πεποιθήσεις.
Οσο και αν φαίνεται παράδοξο, ο πενηνταεννιάχρονος Πάτναμ επισημαίνει ότι είχε υποσχεθεί στον εαυτό του πως θα αποσυρθεί από την κινηματογραφική βιομηχανία προτού συμπληρώσει τα 60 του χρόνια. «Οι άνθρωποι για τους οποίους κάνουμε ταινίες είναι πάντα 24 ετών» λέει. «Συνεπώς το ηλικιακό χάσμα ανάμεσα σε μένα και σε αυτούς γίνεται πραγματικά αγεφύρωτο. Το ζήτημα της ηλικίας είναι πολύ σημαντικό. Οταν άρχισα να κάνω ταινίες ήμουν 29 ετών. Είχα σχεδόν την ίδια ηλικία με το κοινό μου και είχα στενή, σχεδόν “προσωπική” σχέση μαζί του. Μας άρεσαν, συνήθως, τα ίδια πράγματα. Μετά από τριάντα χρόνια δεν μπορείς να διατείνεσαι ότι έχεις την ίδια σχέση».
Για τον δεύτερο και πιο σημαντικό λόγο, για τον οποίο ο Πάτναμ αποφάσισε να «συνταξιοδοτηθεί» από την κινηματογραφική βιομηχανία, λέει: «Είμαι πιστός στις πολιτικές μου πεποιθήσεις και στις αρχές του κόμματος το οποίο υποστηρίζω». Ετσι μετά τη νίκη του Εργατικού Κόμματος στις εκλογές την άνοιξη του 1997 και την ανάδειξή του στην εξουσία, ο Πάτναμ αποδέχθηκε την πρόταση του αρχηγού του κόμματος και πρωθυπουργού της Βρετανίας, Τόνι Μπλερ, να εργαστεί για λογαριασμό της βρετανικής κυβέρνησης ως σύμβουλος σε θέματα εκπαίδευσης.
Επιτυχημένος παραγωγός
Τη δεκαετία του 1980 οι ταινίες των οποίων ο Πάτναμ επιμελήθηκε την παραγωγή όπως Κραυγές στη σιωπή, Η αποστολή, Οι δρόμοι της φωτιάς σημείωσαν μεγάλη εμπορική επιτυχία αποσπώντας τους επαίνους της κριτικής. Ενδεικτικό μάλιστα της επιτυχίας είναι ότι το κοινό τις έχει συνδέσει κυρίως με το δικό του όνομα και όχι με εκείνο των σκηνοθετών. Εξάλλου ο Πάτναμ είναι ο μοναδικός ευρωπαίος παραγωγός που διηύθυνε κινηματογραφικό στούντιο στο Χόλιγουντ. Διετέλεσε πρόεδρος της Columbia Pictures το διάστημα 1986-1988. Γνωρίζει συνεπώς εκ των έσω τα τεκταινόμενα στην κινηματογραφική βιομηχανία, το περιώνυμο χάσμα μεταξύ αμερικανικής και ευρωπαϊκής κινηματογραφικής παραγωγής καθώς και την αιώνια σύγκρουση μεταξύ εμπορικών και ποιοτικών προϊόντων πολιτισμού.
Ο Ντέιβιντ Πάτναμ ανέλυσε διεξοδικά την κατάσταση της κινηματογραφικής παραγωγής στο τελευταίο του βιβλίο Movies and Money (εκδόσεις Knopf, 1997). Εμμένει σε μια ρεαλιστική προσέγγιση των πραγμάτων. Μας την συνοψίζει λέγοντας ότι «η αμερικανική και η ευρωπαϊκή κινηματογραφική παραγωγή είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Το ζήτημα είναι ότι σήμερα έχουμε να κάνουμε με ένα νεανικό κοινό εντελώς διαφορετικό, το οποίο σε πολύ μεγάλο βαθμό αποδέχεται το αμερικανικό ήθος. Η ιδέα του ευρωπαϊκού κινηματογράφου όπως είχε διαμορφωθεί πριν από τριάντα χρόνια δεν υφίσταται πλέον ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος του Τρυφό ή του Αγγελόπουλου. Φαντάζομαι ότι ο Αγγελόπουλος είναι ο τελευταίος αυτής της γενιάς σκηνοθετών, όπως ο Κουροσάβα υπήρξε ο τελευταίος σκηνοθέτης της δικής του γενιάς».
Τονίζει ότι η Ευρώπη έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την ηγεμονία του αμερικανικού πολιτισμού. «Η Ευρώπη» επισημαίνει «αντιμετωπίζει τον πολιτισμό της με νευρωτικό και κάπως αμυντικό τρόπο. Τα χαρτιά που είχε στα χέρια της τα τελευταία δέκα χρόνια δεν τα έπαιξε σωστά. Εχασε πολύ χρόνο ασχολούμενη με το να συζητεί μόνο τα προβλήματα. Εμείς οι Ευρωπαίοι διαπιστώσαμε, για παράδειγμα, ότι η τακτική των Γάλλων, η τακτική του πολιτισμικού προστατευτισμού δεν απέδωσε, και όμως δεν κατορθώσαμε να βρούμε εναλλακτικές λύσεις».
Η ευκαιρία της Ευρώπης
Η Ευρώπη ωστόσο μπορεί, κατά τον Πάτναμ, να εκμεταλλευθεί τις ευκαιρίες που της παρουσιάζονται αρκεί να τις συνειδητοποιήσει. Η εποχή της πληροφορίας, του εικοστού πρώτου αιώνα, είναι προφανώς αυτή που προσφέρει τις περισσότερες. Στα πλαίσια αυτά η εκπαίδευση μπορεί να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο. Αυτό το πιστεύει ακράδαντα και έχει επιστρατεύσει όλη του την ενέργεια για να το αποδείξει στον νέο χώρο όπου έχει στρατευθεί: το εθνικό Ταμείο για την Επιστήμη, την Τεχνολογία και τις Τέχνες στη Βρετανία, αλλά και στην κυβερνητική ομάδα εργασίας για τα εκπαιδευτικά πρότυπα.
«Τα οπτικοακουστικά μέσα μια βιομηχανία που γνωρίζω αρκετά καλά μπορούν να έχουν σημαντικό ρόλο στην εκπαιδευτική διαδικασία καθώς όλες οι νέες τεχνολογίες διαθέτουν τεράστια εκπαιδευτική δυναμική» επισημαίνει και συνεχίζει: «Η τεχνολογία θα φέρει επανάσταση στον τρόπο μάθησης, κυρίως επειδή μπορεί να προσφέρει πληροφορίες πολύ γρήγορα σε πολλούς ανθρώπους. Σε αντίθεση με τον παλαιό τρόπο εκπαίδευσης, ο οποίος προϋπέθετε ότι έπρεπε να μαθαίνουμε πράγματα και να προσπαθούμε να τα θυμόμαστε. Αυτό που έχει σημασία πλέον είναι η χρήση των όσων μαθαίνουμε και η εφαρμογή τους».
Στην εκτίμησή του για τη μορφή της εκπαίδευσης στο μέλλον ο Ντέιβιντ Πάτναμ δεν προβλέπει ότι οι παραδοσιακές δομές της, όπως το σχολείο ή η αίθουσα διδασκαλίας, θα εξαφανιστούν. Εν τούτοις τονίζει ότι θα αλλάξουν ριζικά. Και παραθέτει ένα εύγλωττο παράδειγμα. «Φανταστείτε ότι είστε γιατρός το 1900 και βρίσκεστε σε ένα σύγχρονο νοσοκομείο του 1999. Θα ήσαστε εντελώς άχρηστος για τους συναδέλφους σας. Το μόνο που ίσως θα μπορούσατε να κάνετε είναι να τους ετοιμάσετε καφέ! Αν όμως ήσαστε ένας δάσκαλος του 1900 και μπαίνατε σε μια σχολική αίθουσα σήμερα, θα μπορούσατε να διδάξετε, αρκεί να είχατε μια κιμωλία και έναν μαυροπίνακα: γιατί οι διαδικασίες μάθησης και μετάδοσης της γνώσης έχουν ελάχιστα αλλάξει στη διάρκεια του αιώνα. Και όμως, πιστεύω ότι οι αλλαγές στην εκπαίδευση τα επόμενα πενήντα χρόνια θα είναι ανάλογες με αυτές που έγιναν στην ιατρική στη διάρκεια αυτού του αιώνα».
Ο ρόλος του Internet
Από τα μέσα για τη βελτίωση της εκπαίδευσης με σκοπό την απόκτηση γενικής παιδείας και την αξιοποίηση του «αποθεματικού των ταλέντων» δεν θα μπορούσε φυσικά να λείπει το Internet. Σε εκείνους που θεωρούν το Internet απειλή για το μέλλον ο Ντέιβιντ Πάτναμ απαντά ότι «πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα αντιμετωπίζουν τις ευκαιρίες σαν απειλές. Είναι κομμάτι της ανθρώπινης φύσης. Δεν θεωρώ το Internet μεγαλύτερη απειλή από την τηλεόραση, τις ταινίες, τα βιντεοπαιχνίδια ή τα ποδήλατα. Αν μάλιστα» προσθέτει «επιστρατευθεί η κοινή λογική, θα καταφέρουμε να προστατευθούμε από τους πιθανούς “κινδύνους” με τον ίδιο τρόπο που καταφέραμε να μην παρακολουθούν τα πολύ μικρά παιδιά ταινίες βίας».
Πώς όμως μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα δημιουργήσουμε μια νέα γενιά, μια συνομοταξία κυβερνοχωρικών; (ο νεολογισμός ανήκει στον Πάτναμ).
«Με το να διασφαλίσουμε ότι τα μέσα για την απόκτηση της γνώσης είναι διαθέσιμα σε όλους» απαντά. «Με το να επεκτείνουμε τις υπηρεσίες των βιβλιοθηκών και κυρίως με το να διασφαλίσουμε ότι οι άνθρωποι έχουν ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση, με τη λογική ότι αυτό είναι αναφαίρετό τους δικαίωμα και όχι με το σκεπτικό του αν διαθέτουν τα οικονομικά μέσα για να το επιτύχουν».
Στη διαδικασία αυτή καλούνται να συνδράμουν και οι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι θα γίνουν «μάνατζερ της γνώσης». Δεν θα τη διοχετεύουν απλώς αλλά θα έχουν τη δυνατότητα να διαχειρίζονται και τη γνώση που δεν κατέχουν. «Παλαιότερα σε ένα σχολείο οι μαθητές μάθαιναν μόνο όσα γνώριζε ο δάσκαλός τους. Σήμερα οι εκπαιδευτικοί έχουν πρόσβαση σε άπειρη γνώση και ο ρόλος τους είναι να διαχειριστούν κατάλληλα ώστε αυτή να γίνει “κτήμα” των μαθητών».
Για τον Ντέιβιντ Πάτναμ η ικανότητα να μπορεί κανείς να μαθαίνει σε όλη τη διάρκεια της ζωής του είναι το σημαντικότερο εφόδιο για το μέλλον. Υπό αυτή τη λογική θα μπορέσει να αντιμετωπίσει και την τεχνολογία ως κάτι που απελευθερώνει και δεν φοβίζει. «Το να βλέπει κανείς τον ηλεκτρονικό υπολογιστή όπως η γιαγιά μου έβλεπε την ηλεκτρική σκούπα ή το πλυντήριο: δηλαδή ως κάτι που διευκόλυνε τη ζωή της».
Φύση αισιόδοξη, απορρίπτει κάθε είδους καταστροφολογία. «Εσείς οι δημοσιογράφοι μπορείτε να συμβάλετε στην αλλαγή του κλίματος: μπορείτε να μεταφέρετε το μήνυμα ότι αν διαχειριστούμε σωστά αυτά που έχουμε στη διάθεσή μας σήμερα, ο εικοστός πρώτος αιώνας θα είναι σίγουρα καλύτερος από τον εικοστό».
