Ενώ οι άνεμοι του πολέμου ήδη πνέουν στον Περσικό, στην άλλη άκρη του κόσμου – στη μακρινή Αρκτική και στο ιστορικό λιμάνι του Μούρμανσκ – παρατηρείται έντονη κινητικότητα: Η Lukoil, η μεγαλύτερη πετρελαϊκή εταιρεία της Ρωσίας, ξοδεύει 1,5 δισ. δολάρια για να κατασκευάσει εκεί ειδικές εγκαταστάσεις και αγωγούς για τη φόρτωση πετρελαίου σε σουπερτάνκερ, προκειμένου – σύμφωνα με το αποκαλυπτικό δημοσίευμα της εφημερίδας «Washington Post» – να «διευκολύνει» τις ΗΠΑ να απεξαρτηθούν από το μεσανατολικό μαύρο χρυσάφι, καλύπτοντας ως και το 10% της συνολικής τους κατανάλωσης.
Οσο και αν οι κυβερνήσεις της Ουάσιγκτον και της Μόσχας επιθυμούν να παρουσιάσουν τη Ρωσία ως ενεργειακό διάδοχο της Σαουδικής Αραβίας, στην πραγματικότητα οι ποσότητες ρωσικού πετρελαίου που φθάνουν στις ΗΠΑ παραμένουν αμελητέες. Μπορεί ο Μιχαήλ Κοντορκόφσκι, ο «βαρόνος» της Yukos, να έστειλε μέσα στο καλοκαίρι τρία φορτωμένα σουπερτάνκερ στο Χιούστον, αλλά το φορτίο τους (συνολικά 4,5 εκατ. βαρέλια) παραμένει σταγόνα, σε σχέση με τον ωκεανό του μεσανατολικού πετρελαίου που τροφοδοτεί τα αμερικανικά διυλιστήρια. .
Οπως λέει και ένας καθ’ ύλην αρμόδιος, ο πρόεδρος της Tyumen Oil Σιμόν Κούκες, ο θόρυβος για αντικατάσταση της Σ. Αραβίας από τη Ρωσία δεν είναι παρά δημόσιες σχέσεις μεταξύ Κρεμλίνου και Λευκού Οίκου: θα χρειαστούν τουλάχιστον πέντε χρόνια για να μπορέσει η Ρωσία να εξάγει 1 μόλις εκατ. βαρέλια την ημέρα στις ΗΠΑ… Ο νέος σταθμός στο Μούρμανσκ δεν αρκεί: ακόμη και αν χρησιμοποιηθούν όλες οι υπάρχουσες ή συζητούμενες δίοδοι, ακόμη και αν φτιαχτούν σταθμοί φόρτωσης στον Ειρηνικό, όπως προτείνει η κρατική εταιρεία αγωγών Transaneft, ακόμη και αν οι Αμερικανοί δώσουν στους Ρώσους όλα τα χρήματα και την τεχνογνωσία που τους υπόσχονται, η Ρωσία θα χρειαστεί τουλάχιστον δέκα χρόνια για να πλησιάσει μόλις τις εξαγωγικές δυνατότητες του… Ιράκ: ούτε λόγος για τη Σαουδική Αραβία.
Αυτά ως προς την παραγωγή. Γιατί, ως προς τα αποθέματα, η σύγκριση γίνεται ακόμη πιο δυσοίωνη για τους Ρώσους με τα μόλις 50 δισ. βαρέλια, αφού μόνη της η Σαουδική Αραβία «κάθεται» πάνω σε 262 δισεκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου – μακράν η μεγαλύτερη συγκέντρωση πλούτου στον πλανήτη και ουσιαστικός στόχος των ΗΠΑ στον σχεδιαζόμενο νέο πόλεμο. Ο Αντρέι Ιλαριόνοφ, κορυφαίος οικονομικός σύμβουλος του Πούτιν, μπορεί να χαρακτήρισε πέρυσι τον ΟΠΕΚ «ιστορικά καταδικασμένο οργανισμό” αλλά γνωρίζει καλά ότι η χώρα του δεν μπορεί να τα βάλει με το καρτέλ υπό κανονικές συνθήκες. Χρειάζονται λοιπόν ειδικές συνθήκες, που θα επιτρέψουν στη συμμαχία ΗΠΑ και Ρωσίας να κυριαρχήσει απόλυτα στην πετρελαϊκή αγορά: με αυτόν τον όρο δεν αναφερόμαστε μόνο στα όσα φοβερά προετοιμάζονται στον Περσικό αλλά και σε όλες τις «μεγάλες δουλειές» των δύο παλαιών αντιπάλων. Αυτές περιλαμβάνουν την επένδυση 12 δισ. δολαρίων από την Exxon για την εκμετάλλευση νέων κοιτασμάτων στη Σιβηρία (υπογράφηκε τον περασμένο Οκτώβριο), την κατασκευή αγωγού από το καζάκικο κοίτασμα Τεγκίζ – του έκτου μεγαλύτερου στον κόσμο – ως τη Μαύρη Θάλασσα (λειτουργεί εδώ και μερικούς μήνες, με τη συμμετοχή «θηρίων» όπως οι Chevron-Texaco, Arco, Mobil και Shell, και βέβαια των κυβερνήσεων της Ρωσίας και του Καζακστάν) και φυσικά του γνωστού μας αγωγού Μπακού – Τσεϊχάν, ενός από τα πιο «καυτά» επιχειρηματικά παιχνίδια της εποχής μας.
Ως γνωστόν, ο αγωγός αυτός σχεδιάστηκε για να μεταφέρει το πετρέλαιο του Αζερμπαϊτζάν στην Τουρκία μέσω Γεωργίας και Αρμενίας παρακάμπτοντας τη Ρωσία και το Ιράν. Για χρόνια οι Ρώσοι μποϊκοτάριζαν τον αγωγό, που είχε σχεδιαστεί σε βάρος τους, υπό το πρίσμα όμως των νέων σχέσεων με τις ΗΠΑ, οι αντιρρήσεις τους φαίνονταν εσχάτως να έχουν αρθεί και ρωσικά μεγαθήρια όπως οι Lukoil και Yukos εξέφρασαν πέρυσι το ενδιαφέρον τους για συμμετοχή στην κατασκευή αλλά και στην πετρελαϊκή τροφοδοσία του αγωγού. Η συμφωνία όμως «στράβωσε» και τα πρόσφατα συνοριακά επεισόδια Ρωσίας και Γεωργίας δεν είναι άσχετα με αυτήν την ιστορία.
Μια που αναφερθήκαμε όμως στο τουρκικό λιμάνι του Τσεϊχάν, ας κλείσουμε αυτό το κείμενο με την αχίλλειο πτέρνα της πολυδιαφημισμένης ρωσοαμερικανικής ενεργειακής συνεργασίας: το Ιράκ, που ως γνωστόν χρησιμοποιεί το Τσεϊχάν για το μεγαλύτερο μέρος των πετρελαϊκών εξαγωγών του. Οι σχέσεις μεταξύ Μόσχας και Βαγδάτης είναι παλιά ιστορία. Ξεκινούν από το 1971, όταν ο αντιπρόεδρος ακόμη Σαντάμ υπέγραψε το πρώτο σύμφωνο συνεργασίας τους. Πριν από μερικές εβδομάδες ο Χουσεΐν θυμήθηκε τα παλιά, υπογράφοντας σειρά εμπορικών συμφωνιών ύψους 27 δισ. δολαρίων – αν και οι ειδικοί λένε ότι η αξία τους θα ξεπεράσει τα 40 δισ. Ανάμεσα σε αυτές και η συμφωνία της Lukoil για εκμετάλλευση του τεράστιου κοιτάσματος της Δυτικής Κούρνα αλλά και για την εκμετάλλευση (μαζί με άλλες ρωσικές εταιρείες) των κοιτασμάτων στο Ναχρ Ουμάρ και στο Ματζνούν. Αναφερόμαστε σε αυτά τα κοιτάσματα, για όσους καλόπιστους εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η αντίθεση της Μόσχας στην αμερικανική επίθεση κατά του Ιράκ έχει ανθρωπιστικά κίνητρα: δυστυχώς, όπως έδειξαν και οι πρόσφατες δημόσιες προστριβές του ρώσου υφυπουργού Ενέργειας Βλαντίμιρ Μίλοφ και του αμερικανού πρέσβη στη Μόσχα, το μόνο που ενδιαφέρει πραγματικά το Κρεμλίνο είναι η εξασφάλιση μιας διαβεβαίωσης από την Ουάσιγκτον ότι οι ενεργειακές εταιρείες τους θα διατηρήσουν το ιδιότυπο «privelegium protogamiae» στο ιρακινό υπέδαφος και ύστερα από μια αλλαγή καθεστώτος στη Βαγδάτη.
Μια διαβεβαίωση που, για ευνόητους λόγους, αρνείται να δώσει μέχρι στιγμής η Ουάσιγκτον και που αναμένεται να σκιάσει τα προεδρικά χαμόγελα στην επερχόμενη ρωσοαμερικανική ενεργειακή σύνοδο στις αρχές Οκτωβρίου, η οποία θα λάβει χώρα – πού αλλού; – στη «φωλιά του λύκου», το Χιούστον του Τέξας!
