Τα πετροδολάρια και το φως των κεριών

Πώς η Ελλάδα και ο κόσμος αντιμετώπισαν την άνοδο των τιμών των καυσίμων τα τελευταία τριάντα χρόνια Τα πετροδολάρια και το φως των κεριών Μνήμες από τις πετρελαϊκές κρίσεις του 1973, του 1979 και του 1990 ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΚΟΥΛΙΔΟΥ Η εκρηκτική άνοδος της τιμής του πετρελαίου αποτελεί ένα ακόμη από τα παράδοξα μιας αγοράς στην οποία κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να προβλέψει τις εξελίξεις. Πριν από 20 μήνες και συγκεκριμένα

Τα πετροδολάρια και το φως των κεριών

Η εκρηκτική άνοδος της τιμής του πετρελαίου αποτελεί ένα ακόμη από τα παράδοξα μιας αγοράς στην οποία κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να προβλέψει τις εξελίξεις. Πριν από 20 μήνες και συγκεκριμένα τον Ιανουάριο του 1999, το πετρέλαιο είχε υποχωρήσει κάτω από τα 10 δολάρια το βαρέλι, δίνοντας αφορμή σε έγκυρους οργανισμούς, όπως το Ινστιτούτο Ενέργειας των ΗΠΑ, να διατυπώσουν την εκτίμηση ότι δεν ήταν μακριά η ημέρα που θα βλέπαμε το πετρέλαιο να πέφτει στα πέντε δολάρια. Οι εκτιμήσεις αυτές διαψεύστηκαν, όπως συμβαίνει κατά κανόνα στην αγορά πετρελαίου. Αντί για πέντε δολάρια το βαρέλι, το πετρέλαιο έχει ξεπεράσει σήμερα τα 35 δολάρια και οδεύει ολοταχώς προς τα 40, αν πιστέψει κανείς τις πρόσφατες δηλώσεις του προέδρου του ΟΠΕΚ ότι στο επίπεδο αυτό θα σταματήσει η τρελή κούρσα του αργού. Ετσι έχουμε μέσα σε 20 μήνες αύξηση της τιμής του πετρελαίου της τάξεως του 350%.



Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια νέα πετρελαϊκή κρίση; Οι απαντήσεις στο ερώτημα, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα, διίστανται. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι με τιμές ανώτερες από 35 δολάρια το βαρέλι δεν χρειάζονται άλλες αποδείξεις για την ύπαρξη πετρελαϊκής κρίσης. Κάποιοι άλλοι ­ οι περισσότεροι ­ θεωρούν ότι εφόσον η άνοδος του πετρελαίου δεν δημιουργεί καταστάσεις οικονομικής ύφεσης δεν μπορούμε να μιλάμε για πετρελαϊκή κρίση.


Ποια είναι όμως τα χαρακτηριστικά μιας πετρελαϊκής κρίσης; Στην πρόσφατη ιστορία και συγκεκριμένα τη δεκαετία του ’70 εκδηλώθηκαν δύο αναμφισβήτητες πετρελαϊκές κρίσεις. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 υπήρξε μια τρίτη ­ αμφιλεγόμενη πάντως ­ πετρελαϊκή κρίση. Ας ανατρέξουμε σε αυτές και ας βγάλουμε τα συμπεράσματά μας. Το 1973, όπως θα θυμούνται οι παλαιότεροι, η απόφαση των μεγάλων πετρελαιοπαραγωγών κρατών να απαλλαγούν από την πατρονία των «επτά αδελφών» (από τις οποίες γνωστότερες είναι η Shell, η ΒΡ, η Mobil, η Exxon και η Tecaco) είχε οδηγήσει σε υπερδιπλασιασμό της τιμής του πετρελαίου (από 2,6 στα 6 δολάρια το βαρέλι, τότε). Οι τιμές του πετρελαίου αυξήθηκαν αυτόματα και όχι μέσω του περιορισμού της παραγωγής από τις πετρελαιοπαραγωγούς χώρες, όπως συμβαίνει σήμερα.


* Μεταφορά πλούτου


Αμεσο αποτέλεσμα εκείνης της εξέλιξης ήταν η σχεδόν αυτόματη μεταφορά πλούτου από τις ανεπτυγμένες χώρες προς τις πετρελαιοπαραγωγούς χώρες ­ κυρίως του Περσικού Κόλπου. Η αλλαγή αυτή σηματοδότησε την έναρξη μιας περιόδου ύφεσης για την παγκόσμια οικονομία, με μείωση των ρυθμών ανάπτυξης και αύξηση των πληθωριστικών πιέσεων.


Στην πραγματικότητα, το 1973, η Δύση έγινε φτωχότερη και οι πετρελαιοπαραγωγοί χώρες πλουσιότερες. Τα «πετροδολάρια» αποτέλεσαν έναν νεολογισμό πολύ της μόδας εκείνη την εποχή, ενώ ακόμη και ισχυρές οικονομικά χώρες προχώρησαν σε απονενοημένες ενέργειες προκειμένου να περιορίσουν την κατανάλωση πετρελαίου και κατά συνέπειαν το κόστος για την οικονομία τους.


Αν ανατρέξει κανείς στα δημοσιεύματα του Τύπου το κρίσιμο 1973, διαπιστώνει το μέγεθος του προβλήματος. Είδηση που δημοσιεύτηκε στις 17 Νοεμβρίου του 1973 αναφέρει ότι «από τις 3 το πρωί της Κυριακής ως τις 3 το πρωί της Δευτέρας, οι Βέλγοι δεν θα μπορούν να κυκλοφορούν με αυτοκίνητο. Πρόκειται για ένα μέτρο οικονομίας. Το Βέλγιο θα εξοικονομήσει έτσι 10,5 εκατ. λίτρα βενζίνης». Αν πιστεύετε ότι οι ΗΠΑ που είναι οι ίδιες από τις μεγαλύτερες πετρελαιοπαραγωγούς χώρες διατήρησαν την ψυχραιμία τους, απατάσθε. Αλλη είδηση αναφέρει ότι ο τότε αμερικανός πρόεδρος Ρ. Νίξον ζήτησε από τους πρατηριούχους της χώρας του να μην πωλούν καύσιμα τις Κυριακές για να περιοριστεί με τον τρόπο αυτό η κατανάλωση πετρελαίου. Στη Βρετανία, η οποία επίσης είναι πετρελαιοπαραγωγός χώρα, η κυβέρνηση πρωτοτύπησε, ζητώντας από τους πολίτες να μην ανάβουν συχνά τους θερμοσίφωνες. Η ανταπόκριση των Βρετανών στην έκκληση ήταν απροσδόκητη, με αποτέλεσμα να μπαίνουν «στην μπανιέρα δυο-δυο».


* Σβήστε τα φώτα!


Στην Ελλάδα υπήρξαν επίσης μέτρα για τον περιορισμό της κατανάλωσης πετρελαίου. Το δικτατορικό καθεστώς μάλιστα φρόντισε να πλήξει τους Ελληνες εκεί που τους πονάει, υποχρεώνοντας τα ξενυχτάδικα να κλείνουν στις 2 το πρωί αντί στις 5 με 6 τα ξημερώματα, που ήταν μέχρι τότε η παράδοση στο είδος. Οι Ελληνες βέβαια αντιστάθηκαν όσο μπορούσαν. Πολλά νυχτερινά κέντρα παραβίαζαν συστηματικά το υποχρεωτικό ωράριο λειτουργίας, ενώ άλλα λειτουργούσαν μέχρι πρωίας υπό το φως των κεριών. Τότε ήταν που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα και το σύστημα της θερινής και χειμερινής ώρας. Ο συλλογισμός ήταν απλός και αποδοτικός. Αν μπορούσε να μεγαλώσει με τεχνητά μέσα η διάρκεια της εργάσιμης ημέρας, θα περιοριζόταν η κατανάλωση ενέργειας.


Η πετρελαϊκή κρίση του 1973 υποχώρησε σταδιακά, χωρίς ωστόσο το πετρέλαιο να επανέλθει ποτέ στα εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα των 2,6 δολαρίων το βαρέλι που ίσχυαν πριν από την εκδήλωσή της. Οι ανεπτυγμένες χώρες προσαρμόστηκαν στα υψηλότερα επίπεδα τιμών ενώ δρομολόγησαν μέτρα για τη μείωση της εξάρτησής τους από το πετρέλαιο και από τις ορέξεις του ΟΠΕΚ, ο οποίος είχε πλέον τον πρώτο λόγο στη διαμόρφωση της τιμής του μαύρου χρυσού.


Βεβαίως, η Δύση παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 ευάλωτη στην απειλή του πετρελαίου. Ετσι, το 1979, εκδηλώθηκε η δεύτερη πετρελαϊκή κρίση, την οποία πυροδότησε ο πόλεμος Ιράν – Ιράκ και η εγκαθίδρυση του θεοκρατικού καθεστώτος στο Ιράν. Οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου ανέβηκαν και τότε εντυπωσιακά, ξεπερνώντας τα 10 δολάρια το βαρέλι. Η παγκόσμια οικονομία, η οποία μόλις είχε αρχίσει να ανακάμπτει, οδηγήθηκε σε νέα ύφεση.


* Νέα ύφεση


Στην Ελλάδα άμεση παρενέργεια από τη δεύτερη πετρελαϊκή κρίση ήταν η εκτίναξη του πληθωρισμού. Προκειμένου να περιοριστούν οι πληθωριστικές πιέσεις, η τότε κυβέρνηση Καραμανλή ανακοίνωσε το «πάγωμα» των τιμών στην αγορά προκαλώντας, όπως ήταν φυσικό, έντονες αντιδράσεις. Αυτό πάντως δεν ήταν το πιο σκληρό μέτρο. Το 1979 ίσχυσε για μικρό χρονικό διάστημα και δελτίο στα καύσιμα. Η σχετική απόφαση προέβλεπε ότι οι κάτοχοι ΙΧ δικαιούνται μόνο 100 λίτρα βενζίνης τον μήνα. Την ίδια χρονιά άρχισε να ισχύει η εκ περιτροπής κυκλοφορία των ΙΧ στο κέντρο της Αθήνας (μικρά – μεγάλα), με επιχείρημα τον περιορισμό του νέφους αλλά και με την ελπίδα ότι θα περιοριστεί η κατανάλωση καυσίμων. Το μέτρο αυτό, ως γνωστόν, διατηρείται μέχρι σήμερα.


Το 1990, με αφορμή τον πόλεμο στον Περσικό Κόλπο, είχαμε επίσης μεγάλη άνοδο της τιμής του πετρελαίου, το οποίο πραγματοποίησε ιστορικό ρεκόρ ξεπερνώντας πρόσκαιρα τα 40 δολάρια το βαρέλι. Τότε βεβαίως ήταν λίγοι εκείνοι που θεώρησαν αυτή την εξέλιξη ως απειλή για την παγκόσμια οικονομία. Και ακόμη λιγότεροι εκείνοι που μίλησαν για νέα ενεργειακή κρίση. Στην Ελλάδα ενδεικτικό είναι ότι δεν υπήρξε κανένα μέτρο για τη μείωση της κατανάλωσης πετρελαίου, αν και εκδηλώθηκε αναζωπύρωση του πληθωρισμού. Βεβαίως, το 1991 δεν είχε απελευθερωθεί η αγορά των καυσίμων και κατά συνέπειαν η κυβέρνηση είχε τη δυνατότητα να καθορίζει αγορανομικά τις τιμές πώλησης από τα πρατήρια. Κράτησε συνεπώς τις τιμές των καυσίμων στην αγορά, όσο μπορούσε χαμηλότερα, προσδοκώντας στην υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου η οποία δεν άργησε. Το καλοκαίρι του 1991 το πετρέλαιο είχε επανέλθει στα επίπεδα των 20 δολαρίων το βαρέλι.


Σήμερα, παρά το επίμονο φλερτ του πετρελαίου με τα 40 δολάρια, οι περισσότερες κυβερνήσεις διατηρούν την ψυχραιμία τους. Αναγκαστικά μέτρα για τον περιορισμό της κατανάλωσης δεν έχουν ληφθεί πουθενά και τα μόνα μέσα άμυνας που συζητώνται είναι δύο: α) Η μείωση της φορολογίας στα καύσιμα, την οποία εισηγούνται οι υπουργοί Μεταφορών της Ευρωπαϊκής Ενωσης και δείχνουν να υιοθετούν κάποιες χώρες όπως η Γαλλία. β) Η λήψη μέτρων για τη στήριξη των χαμηλών εισοδημάτων την οποία, ως γνωστόν, διερευνά η κυβέρνησή μας.


Τα παραπάνω μέτρα είναι προφανές ότι έχουν δημοσιονομικό κόστος. Αυτό για ορισμένους αποτελεί απόδειξη ότι τόσο η ευρωπαϊκή οικονομία όσο και η ελληνική αντέχουν τις επιπτώσεις από την άνοδο της τιμής του πετρελαίου και δεν φοβούνται αυτή τη φορά το ενδεχόμενο να διολισθήσουν σε ύφεση. Βεβαίως, κάποιοι θα διερωτηθούν εύλογα πώς είναι δυνατόν να μην επηρεαστεί η ανάπτυξη από μια άνοδο της τιμής του πετρελαίου της τάξεως του 350%. Η απάντηση φαίνεται ότι βρίσκεται στο γεγονός ότι η Δύση, και σε μικρότερο βαθμό η Ελλάδα, έχουν μειώσει σημαντικά την εξάρτησή τους από το πετρέλαιο. Αυτό οφείλεται αφενός στην αναδιάρθρωση των οικονομιών, η οποία οδήγησε σε μείωση του μεγέθους της παραδοσιακής ενεργοβόρου οικονομίας, και αφετέρου στα μέτρα για την εξοικονόμηση ενέργειας και την ανάπτυξη των νέων ενεργειακών τεχνολογιών.


* Η βαριά βιομηχανία


Η βαριά βιομηχανία, π.χ., δεν έχει το ίδιο βάρος στην οικονομική ανάπτυξη που είχε στη δεκαετία του ’70. Η συμμετοχή της έχει υποχωρήσει προς όφελος του τομέα των υπηρεσιών και της νέας οικονομίας, η ανάπτυξη της οποίας στηρίζεται όχι στις παραδοσιακές πρώτες ύλες αλλά στη γνώση και στην πληροφορία. Από την άλλη πλευρά, το πετρέλαιο δεν έχει πλέον την ίδια βαρύτητα που είχε στο ενεργειακό ισοζύγιο των ανεπτυγμένων κρατών πριν από 30 χρόνια. Η χρήση άλλων ενεργειακών πηγών, όπως το φυσικό αέριο, έχει αναπτυχθεί εντυπωσιακά ενώ με κίνητρο την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και ειδικά του φαινομένου του θερμοκηπίου οι περισσότερες χώρες έχουν θέσει σε εφαρμογή μέτρα για την εξοικονόμηση ενέργειας και έχουν διευρύνει τη χρήση των νέων ενεργειακών τεχνολογιών. Βεβαίως, τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι η άνοδος του πετρελαίου δεν έχει καμιά επίπτωση. Οι διεθνείς οργανισμοί αναμένουν εφέτος, εξαιτίας της αύξησης του πετρελαίου, επιβράδυνση της ανάπτυξης της τάξεως της μισής μονάδας στην Ευρώπη και παράλληλη αύξηση του πληθωρισμού ενώ αντίστοιχη υπολογίζεται να είναι η επίπτωση και στην Ελλάδα.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version