ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ
Αρχαιοκάπηλοι, ένα σημαντικό μουσείο, μια παραίτηση υψηλά ισταμένης αρχαιολόγου, ένας έλληνας μεγαλοδικηγόρος και ένα εξοχικό σπίτι σε ελληνικό νησί. Συνδετικός κρίκος το Μουσείο του Ιδρύματος Ζαν Πολ Γκετί, ένα από τα πλουσιότερα του κόσμου. Τη σκανδαλώδη υπόθεση έφερε στο φως δημοσίευμα της εφημερίδας «Los Angeles Times». Σύμφωνα με αυτό, τα μισά από τα αντικείμενα της συλλογής αρχαιοτήτων του Γκετί θεωρείται ότι έχουν αγορασθεί παράνομα ή έστω από εμπόρους η αξιοπιστία των οποίων αμφισβητείται.
H υπόθεση έχει προκαλέσει την παραίτηση της επιμελήτριας των ελληνορωμαϊκών αρχαιοτήτων Μάριον Τρου. H κυρία Τρου αναγκάστηκε να παραιτηθεί λόγω των κατηγοριών, ενώ επίσης έγινε γνωστό ότι ένας από τους κύριους προμηθευτές του μουσείου, ο γνωστός έμπορος αρχαιοτήτων στο Λονδίνο Χρήστος Μιχαηλίδης (ο οποίος απεβίωσε το 1999), τη σύστησε το 1995 σε έλληνα δικηγόρο που κατάφερε να της εξασφαλίσει δάνειο ύψους 334.310 ευρώ. Ο «χρηματοδότης ελληνικών ναυτιλιακών εταιρειών», όπως της είχε παρουσιάσει τον δικηγόρο ο Μιχαηλίδης, ήταν η τελευταία ελπίδα της κυρίας Τρου, καθώς δεν της χορηγούσαν το δάνειο ούτε οι ελληνικές ούτε οι αμερικανικές τράπεζες. Ο πειραιώτης δικηγόρος κατέθεσε τα χρήματα σε ελβετική τράπεζα, κινώντας τις υποψίες της Interpol για το «πόθεν έσχες».
Σύμφωνα με τις κατηγορίες, η κυρία Τρου χρησιμοποίησε τα χρήματα για να αγοράσει μια εξοχική κατοικία στην Πάρο. Οι κανονισμοί λειτουργίας του μουσείου απαιτούν από τους εργαζομένους, και δη σε επιτελικές θέσεις, να αναφέρουν οποιαδήποτε προσωπική οικονομική δοσοληψία τους με προμηθευτές του μουσείου.
Επίσης, σε ντοκουμέντα του Ιδρύματος Γκετί της τελευταίας εικοσαετίας, που δημοσιεύει η αμερικανική εφημερίδα, αποκαλύπτεται ότι οι υπεύθυνοι του μουσείου, αν και γνώριζαν από το 1985 ότι η εντιμότητα ορισμένων από τους βασικούς προμηθευτές τους ήταν υπό αμφισβήτηση και παρά το ότι στη σχετική αλληλογραφία τους εντοπίζονται πολλά στοιχεία που συνδέουν το θέμα με αρχαιοκαπηλία, αποσιώπησαν την όλη υπόθεση. H υπόθεση έφτασε τελικά στα ιταλικά δικαστήρια από τις ιταλικές διωκτικές αρχές, με κατηγορουμένους τους εμπόρους έργων τέχνης Τζιάκομο Μέντιτσι και Ρόμπερτ Χετς, όπως επίσης και την κυρία Τρου. Ο Μέντιτσι καταδικάστηκε εφέτος σε 10 χρόνια φυλάκιση και άσκησε έφεση. H δίκη των άλλων δύο αναβλήθηκε και θα γίνει προσεχώς στη Ρώμη. Ολοι αρνούνται τις κατηγορίες.
Στο αμερικανικό δημοσίευμα αποκαλύπτεται επίσης ότι οι ιταλικές αρχές επιβεβαίωσαν πως ένας αριθμός αρχαίων έργων είναι προϊόντα αρχαιοκαπηλίας. Εχουν μάλιστα στην κατοχή τους και φωτογραφίες των αντικειμένων οι οποίες προέρχονται από την αποθήκη ενός συλλέκτη στην Ελβετία και δείχνουν πολύτιμα αγάλματα μέσα στη σκόνη, αμέσως μετά την παράνομη ανασκαφή και μεταφορά τους. Κάποιες από αυτές τις φωτογραφίες δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα της ιταλικής αστυνομίας, σε ένα ειδικό παράρτημα με τίτλο «κλεμμένα αντικείμενα τέχνης που πρέπει να επιστραφούν».
Οι ιταλικές αρχές ζητούν την επιστροφή 42 αντικειμένων. Σε ανακοίνωσή του το Ιδρυμα Γκετί αναφέρει ότι «το γεγονός ότι οι τρεις αυτοί άνθρωποι αμφισβητούνται δεν σημαίνει ότι όποιο αντικείμενο έχει αγοραστεί από αυτούς είναι προϊόν αρχαιοκαπηλίας». Εκπρόσωπός του αρνήθηκε να σχολιάσει περαιτέρω, λέγοντας ότι προσπαθεί να διαφυλάξει τη δίκαιη δίκη των κατηγορουμένων.
Στο σκανδαλώδες αυτό πλαίσιο και υπό την πίεση του ιταλού υπουργού Πολιτισμού Ρόκο Μπουτιλιόνε, το Γκετί αποφάσισε, σε ένδειξη καλής θέλησης, την επιστροφή τριών «αμφισβητούμενων» αρχαιοτήτων στις ιταλικές αρχές. Πρόκειται για μία λήκυθο, έργο πιθανόν έλληνα αγγειογράφου, η οποία χρονολογείται περίπου από το 340 π.X., βρέθηκε στην Ιταλία το 1974, πουλήθηκε σε έναν λαθρέμπορο και το Γκετί την αγόρασε το 1981 από έναν ελβετό έμπορο αντί 230.700 ευρώ. Επίσης αναφέρεται και η επιστροφή ενός χάλκινου ετρουσκικού λυχνοστάτη και μιας λίθινης, ελληνικής επιγραφής από τον Σελινούντα. Οι ενστάσεις των Ιταλών πάντως θέτουν σε κίνδυνο μία από τις σημαντικότερες συλλογές του Γκετί.
«Το ωραιότερο απόκτημα»
Το 1986 η Μάριον Τρου έμαθε από τον Ρόμπιν Σάιμς, έναν από τους βασικούς προμηθευτές του Ιδρύματος Γκετί, ότι πωλείται ένα άγαλμα της Αφροδίτης (φωτογραφία) σε εξαιρετικά καλή κατάσταση, το οποίο ήταν πιθανόν να χρονολογείται από το 400 π.X. και να προέρχεται από ελληνικό ναό της Νότιας Ιταλίας. Εδώ σημειώνεται ότι ο Ρόμπιν Σάιμς ήταν συνεταίρος του Χρήστου Μιχαηλίδη ο οποίος σκοτώθηκε σε δυστύχημα πριν από έξι χρόνια (1999). Στενή φιλία συνέδεε τους δύο συνεταίρους οι οποίοι κατοικούσαν τα καλοκαίρια στα Κουφονήσια. Εκεί ανήγειραν, σε μια τεράστια έκταση, πολυτελέστατη κατοικία διακοσμημένη στο εσωτερικό της με εξαιρετικά έργα τέχνης. Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Μιχαηλίδη όλη η περιουσία πέρασε στους κληρονόμους του. Ο Σάιμς βρέθηκε εκτός κληρονομιάς, καθώς όλα ήταν στο όνομα του Μιχαηλίδη, και η πολύκροτη υπόθεση έχει παραπεμφθεί και εκκρεμεί στα διεθνή δικαστήρια. Επιστρέφοντας όμως από τα Κουφονήσια στο σήμερα και στην υπόθεση της Αφροδίτης, αξίζει να σημειωθεί ότι η κυρία Τρου είχε υποστηρίξει την προσφορά του Σάιμς και στην εισήγησή της στην αρμόδια επιτροπή ανέφερε ότι το άγαλμα της Αφροδίτης «πιθανόν να είναι το ωραιότερο απόκτημα της συλλογής μας». Το άγαλμα υποτίθεται ότι προερχόταν από έναν ανώνυμο ελβετό συλλέκτη. Το μουσείο προχώρησε στην αγορά του αντί 18 εκατ. δολαρίων, που είναι το μεγαλύτερο ποσό που έχει ποτέ διαθέσει για αγορά αρχαίου έργου το ίδρυμα. Από την άλλη πλευρά, οι ιταλικές αρχές είχαν δηλώσει τότε ότι δεν είχαν στοιχεία για την προέλευσή του. Μερικά χρόνια αργότερα ένας ελβετός πολίτης παραπέμφθηκε σε ιταλικό δικαστήριο για την παράνομη διακίνηση της Αφροδίτης, έπειτα από καταγγελία ότι είχε κλέψει το άγαλμα από τη Μοργκαντίνα, τρεις μήνες προτού γίνει η προσφορά στο Γκετί. Τώρα η κυρία Τρου καλείται στη δίκη της να απαντήσει και για την υπόθεση αυτή.
H ιστορία του ιδρύματος
Ο αμερικανός βιομήχανος Ζαν Πολ Γκετί (1892-1976) υπήρξε ο ιδρυτής της ομώνυμης πετρελαιοβιομηχανίας. Γνωστός για την τσιγκουνιά και την εκκεντρικότητά του, είχε τοποθετήσει στη βίλα του στη Βρετανία τηλέφωνα με κερματοδέκτη για τους καλεσμένους του και δεν έδινε ποτέ φιλοδώρημα. Συνέλεγε όμως μανιωδώς έργα τέχνης, μεταξύ αυτών και αρχαία.
Οταν πέθανε ήταν ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο. Αφησε περί τα 5 δισ. δολάρια σε ένα ίδρυμα με αποκλειστικό σκοπό την προώθηση των τεχνών. Το νέο Κέντρο Γκετί, που περιλαμβάνει ένα μουσείο και πέντε ερευνητικά κέντρα, ολοκληρώθηκε το 1997. Τα αποκτήματα του Ζαν Πολ Γκετί αποτελούν τη βάση των συλλογών του ομώνυμου νέου μουσείου στο Λος Αντζελες. Το κτίριο χαρακτηρίστηκε το πιο ακριβό του αιώνα καθώς κόστισε 1 δισ. δολάρια, ενώ χρειάστηκαν 14 χρόνια για να υλοποιηθεί το σχέδιο του διάσημου αμερικανού αρχιτέκτονα Ρίτσαρντ Μέιερ.
Ο μεγιστάνας του πετρελαίου Ζαν Πολ Γκετί άρχισε να αγοράζει αρχαία τη δεκαετία του ’30, μια εποχή κατά την οποία η νομιμότητα της προέλευσής τους δεν έπαιζε σπουδαίο ρόλο. Στο τέλος όμως της ίδιας δεκαετίας, το 1939, η Ιταλία καθιέρωσε την αρχή ότι όλες οι αρχαιότητες που αποκαλύφθηκαν στη χώρα μετά το 1902 θεωρούνται κρατική περιουσία και δεν μπορούν να πουληθούν. Το 1970 η Σύμβαση της UNESCO καλούσε όλες τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών της να κηρύξουν παράνομη τη διακίνηση αρχαιοτήτων χωρίς κρατική άδεια.
Αργότερα, όταν οι νόμοι περί αρχαιοκαπηλίας άρχισαν να γίνονται πιο αυστηροί, οι υπεύθυνοι των μουσείων ήρθαν αντιμέτωποι με ένα δίλημμα: είτε θα περιόριζαν σημαντικά τις αγορές τους είτε θα αγόραζαν χωρίς τα απαραίτητα πιστοποιητικά. Οι συλλογές των μεγάλων μουσείων όμως δεν θα μπορούσαν να εμπλουτιστούν βάσει της πρώτης επιλογής. Ετσι το Γκετί, όπως και κάποια άλλα μουσεία, απέκτησε σημαντικές αρχαία έργα, η προέλευση των οποίων είναι ύποπτη.
