Ο αιώνας που έφυγε, τα κτίρια που έμειναν

ΕΚΘΕΣΗ Ο αιώνας που έφυγε, τα κτίρια που έμειναν Οι πιο λαμπρές στιγμές των δημιουργών του δομημένου περιβάλλοντος, όπως παρουσιάζονται στο Εργοστάσιο της Σχολής Καλών Τεχνών ΜΕΜΟΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ * Η έκθεση «Η αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα στην Ελλάδα» θα συνεχισθεί ως τις 2/7 στο Εργοστάσιο της ΑΣΚΤ (Πειραιώς 256, Ρέντης). Την έκθεση αυτή και τον αντίστοιχο κατάλογό της που εκδίδεται από τον γνωστό εκδοτικό

Ο αιώνας που έφυγε, τα κτίρια που έμειναν

Οι πιο λαμπρές στιγμές των δημιουργών του δομημένου περιβάλλοντος, όπως παρουσιάζονται στο Εργοστάσιο της Σχολής Καλών Τεχνών


* Η έκθεση «Η αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα στην Ελλάδα» θα συνεχισθεί ως τις 2/7 στο Εργοστάσιο της ΑΣΚΤ (Πειραιώς 256, Ρέντης). Την έκθεση αυτή και τον αντίστοιχο κατάλογό της που εκδίδεται από τον γνωστό εκδοτικό οίκο Prestel-Verlag επιμελείται το Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής με έδρα την Αθήνα. Επιμελητές της έκθεσης είναι ο Σ. Κονταράτος και ο W. Wang, ενώ σύμβουλος της έκθεσης είναι ο Ορ. Δουμάνης. Η επιστημονική επιτροπή της έκθεσης αποτελείται από τους: Ορ. Δουμάνη, Ν. Καλογερά, Σ. Κονταράτο, Η. Κωνσταντόπουλο, Β. Πετρίδου, Α. Τομπάζη, Π. Τουρνικιώτη, Σ. Τσιλένη, Δ. Φατούρο, Δ. Φιλιππίδη και τον W. Wang, ενώ βοηθοί επιμελητές είναι ο Η. Κωνσταντόπουλος, o Π. Δραγώνας και η Β. Πετρίδου. Ο κατάλογος της έκθεσης περιέχει κείμενα των Μ. Μπίρη, Σ. Κονταράτου, Η. Κωνσταντόπουλου, Α. Γιακουμακάτου, Ν. Καλογερά, Κ. Πατέστου, Β. Πετρίδου, Δ. Φιλιππίδη, Π. Τουρνικιώτη, Γ. Τζιρτζιλάκη και του Δ. Ζήβα. Η έκθεση πραγματοποιείται με τις χορηγίες του ιδρύματος Νιάρχου, του ΥΠΠΟ και του ΥΠΕΧΩΔΕ, καθώς και με ενισχύσεις από το ίδρυμα Ι. Φ. Κωστοπούλου και το Ιδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού. Η Αθήνα αποτελεί τον τέταρτο σταθμό της έκθεσης αυτής, η οποία και εγκαινιάστηκε πρώτα στο Γερμανικό Μουσείο Αρχιτεκτονικής της Φραγκφούρτης (30.11.99 ως 19.12.99), μετά περιόδευσε στη Θεσσαλονίκη (30.11.99 ως 19.12.99) και, πρόσφατα, στο Παρίσι, στο Pavillon de l’ Arsenal (24.2.00 ως 10.4.00). Τη σχεδιαστική προσαρμογή της έκθεσης στην αίθουσα της Σχολής Καλών Τεχνών (χωροθέτηση των πινακίδων και μακετών της έκθεσης καθώς και διάταξη των πανέλων της αίθουσας) επιμελήθηκε το γραφείο μελετών Α. Τομπάζη, με υπεύθυνο της μελέτης τον Σ. Γυφτόπουλο.


Εχουν λίγο χρόνο στη διάθεσή τους: προλαβαίνουν μια βόλτα ακόμη, πριν από την καθιερωμένη επίσκεψη στη Μέκκα του σύγχρονου σχεδιασμού (Αριστερά-Δεξιά, Kreas, Αφροδίτη, Interni). Στην Πειραιώς στρίβουν στο νούμερο 256 και παρκάρουν. Μπαίνοντας στη μεγάλη αίθουσα έκθεσης, στο Εργοστάσιο της Σχολής Καλών Τεχνών, εκτρέπονται απαλά στα δεξιά από έναν λοξά τοποθετημένο μεγάλο κόκκινο τοίχο. Η παρούσα έκθεση «Η ελληνική αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα στην Ελλάδα» τους ενδιαφέρει εμφανώς ­ άλλωστε το lifestyle τους υπαγορεύει καλή γνώση σε αυτόν τον τομέα.


Καθοδηγούνται χρονολογικά σε αυτή την έκθεση-πανόραμα από την αρχή του αιώνα ως το τέλος του, με τη χρήσιμη συνοδεία μιας σειράς από κόκκινες ρίγες που ξεκινούν από το πάτωμα και «διπλώνουν» ανεβαίνοντας στους τοίχους, σήμανση για κάθε δεκαετία του αιώνα. Τη ραχοκοκαλιά για αυτή την έκθεση που επιμελείται το Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής τη διακρίνουν χωρίς δυσκολία: είναι η τεθλασμένη σειρά από τοίχους στο κέντρο του εκθεσιακού χώρου. Αλλά αρχικά στέκονται περισσότερο στα έξι κάθετα στους τοίχους πανέλα που αναλαμβάνουν να εκθέσουν τα έργα-τομές του αιώνα, «μονογραφίες» για τους επτά αρχιτέκτονες που εκθέτουν από τρία έργα ο καθένας.


Απομνημονεύουν τα έξι πανέλα, τους «πρωταγωνιστές» που θα πρέπει να απαριθμήσουν πειστικά σε πρώτη ζήτηση: από τους Βασίλη Κασσάνδρα-Λεωνίδα Μπόνη, Βασίλειο Τσαγκρή και τον Αλέξανδρο Νικολούδη πέρασαν στους Δημήτρη Πικιώνη, Νίκο Βαλσαμάκη, Τάκη Ζενέτο, Αρη Κωνσταντινίδη, Δημήτρη Αντωνακάκη, Αλέξανδρο Τομπάζη και, τέλος, στον Κυριάκο Κρόκο. Δεν περιορίζονται πάντως εκεί: επιλογές κάνουν και από το γενικότερο σύνολο, τα 113 παραδειγματικά έργα, με πρωτότυπο σχεδιαστικό και φωτογραφικό υλικό από τα προπλάσματα που σχεδιάστηκαν ειδικά για την έκθεση. Είναι σίγουρα μια από τις σπάνιες ευκαιρίες να εξοικειωθούν με την ελληνική αρχιτεκτονική στις πιο λαμπρές στιγμές της. Απομακρύνονται (με τον κατάλογο ανά χείρας) και η κουβέντα για τα έργα που ξεχώρισαν έχει ανάψει. Ενώ πλησιάζουν τα ρεζερβέ τραπέζια τους στο Ρουφ, εμείς δημοσιεύουμε τα ονόματα που αναπόφευκτα θα πρωταγωνιστήσουν στη συζήτησή τους.


Μετοχικό Ταμείου Στρατού, Αθήνα (1928-1938) Βασίλης Κασσάνδρας – Λεωνίδας Μπόνης



Το μόνο κτίριο στο κέντρο της Αθήνας που καταλαμβάνει ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο. Παραπέμπει ­ έστω παροδικά ­ στο όραμα μιας μητρόπολης, όραμα που η Αθήνα ξέρει να διαψεύδει πειστικότατα παντού αλλού. Με το θέατρο «Παλλάς», το επίμηκες αίθριό του και τις εντυπωσιακές ράμπες καθόδου στο γκαράζ του, το κτίριο αυτό διατηρεί μια ατμόσφαιρα που τα μεταγενέστερα ψηλά γυάλινα κτίρια δεν μπόρεσαν να ξαναδώσουν. Ευχάριστες και διακριτικές είναι οι ερμηνείες art deco διακοσμητικών στοιχείων στο εσωτερικό του «Παλλάς», στο ζαχαροπλαστείο Zonar’s και στους ελεύθερους κυλινδρικούς κίονες του ισογείου.


Ανοικοδόμηση της Σαντορίνης, συγκροτήματα κατοικίας και σχολεία (1956-1959) Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας, Σάββας Κονταράτος, Βασίλης Μπογάκος, Βασίλης Γρηγοριάδης, Νίκος Σαπουντζής


Ξεχωριστό έργο που ξεκίνησε μετά από τον καταστρεπτικό σεισμό του 1956, ξεχωριστό γιατί έδειξε πώς το μοντέρνο μπορεί να συνδυαστεί επιτυχημένα με το παραδοσιακό στοιχείο. Ο μόνος ολότελα καινούργιος οικισμός που πραγματοποιήθηκε από τις προτάσεις τους υλοποιήθηκε στο Καμάρι και, μαζί με τα σχολεία που έχτισαν σε άλλα σημεία του νησιού, δείχνουν και την απόσταση μιας ποιοτικής αρχιτεκτονικής από τη σύγχρονη «κανιβαλοποίηση» της Σαντορίνης στον βωμό ενός «κερδοφόρου» τουρισμού. Οι προτάσεις της ομάδας αυτής που ανέλαβε την ανοικοδόμηση συνδύαζαν με επιτυχία τον άσπρο σοβά με τις λίθινες μάνδρες, τους θόλους που ακολουθούν τις γραμμές της παραδοσιακής καμάρας με τη διάταξη ελεύθερων πτερύγων και τις μεγάλες αυλές που εξασφαλίζουν επαρκή αερισμό και ηλιασμό.


Η οικία Αργυροπούλου στην οδό Φωκυλίδου (1933-1935) Δημήτρης Φωτιάδης


Είναι αινιγματική η γοητεία που ασκεί ακόμη αυτή η κατοικία: Η σουρεαλιστική παρουσία μιας αιγαιοπελαγίτικης κατοικίας μέσα στο κέντρο της πόλης, τα νεοβυζαντινά στοιχεία, η χαρακτηριστική σκάλα της αυλής κρυμμένη πίσω από τους συμπαγείς λευκούς τοίχους με τα κυματιστά νησιώτικα «σαμάρια» και τη «λότζα» στο ενδιάμεσο πλατύσκαλο. Απελευθερωμένοι από τις τύψεις συνείδησης που αναδύονται από τα λίγο-πολύ γκροτέσκα αμαλγάματα γυαλιού και κιονόκρανων της σύγχρονης Αθήνας, μπορείτε εδώ να αντικρίσετε μια από τις πιο επιτυχημένες στιγμές του εκλεκτικισμού.


Μέγαρο Εφεσίου στην οδό Σταδίου (1925-1928) Βασίλειος Τσαγκρής



Ανυποψίαστοι ανεβαίνουμε στο βιβλιοπωλείο «Κάουφμαν» είτε στον κινηματογράφο «Αστορ», αμέριμνοι σε μεγάλο βαθμό για το κτίριο όπου έχουμε εισέλθει. Ισως δικαιολογημένα, γιατί διατηρεί μια αρκετά στενή πρόσοψη επί της Σταδίου, ενώ ο κύριος όγκος του αναπτύσσεται σε βάθος. Το κτίριο αυτό του Βασίλειου Τσαγκρή διακρίνεται για τη μετρημένη όψη του που χρησιμοποιεί στοιχεία της σχολής της Βιέννης του Otto Wagner, αλλά κυρίως για τον πολυώροφο κυλινδρικό χώρο που μένει κενός στο εσωτερικό του: φωτισμένος άνωθεν από έναν αντίστοιχο κυκλικό φεγγίτη, είναι από τους μοναδικούς ποιοτικά δημόσιους χώρους που έμελλε να βγάλει η ελληνική αρχιτεκτονική ­ ακριβώς επειδή έκανε μια αριστοτεχνική «σπατάλη» λειτουργικού χώρου.


Κατοικία στο Καβούρι (1959-1961) Τάκης Ζενέτος


Οσο περνάει ο καιρός και οι ταινίες δοκιμάζουν όλο και πιο ακραίες καταστάσεις (τρόμου-βίας) για να «επιτύχουν» μπροστά σε ένα κοινό που αναισθητοποιείται σταδιακά τόσο οι κατοικίες μοιάζουν (αναχρονιστικά) ασφαλείς σε σχέση με το έργο αυτό του Τάκη Ζενέτου. Στα όρια του ιλίγγου, ο περιμετρικός πάγκος του αιωρείται έξω από το μπαλκόνι της κατοικίας αυτής, ενώ το δάπεδο του μπαλκονιού είναι ξύλινο με κενά μέσα από τα οποία διακρίνεται (καθαρά) το έδαφος του οικοπέδου ­ να απομακρύνεται ολοένα και πιο πολύ προς τα κάτω. Ο πρόβολος αυτός μέσα στο καταπράσινο τοπίο αιωρείται με την καθαρότητα των οριζόντιων παραθύρων της πρόσοψης του Φιξ αλλά και με την τόλμη των γυάλινων πανέλων στις προσόψεις των πολυκατοικιών του Ζενέτου. Και όλα αυτά πολύ προτού φτάσουμε να διαφημίζουμε τόσα προϊόντα μέσα σε συνθήκες έλλειψης βαρύτητας.


Κατοικία Λαναρά στην Ανάβυσσο (1961-1963) Νίκος Βαλσαμάκης



Οσο ιλιγγιώδης ήταν η προηγούμενη κατοικία τόσο αφοπλιστικά ήρεμα είναι τα έργα του Νίκου Βαλσαμάκη. Το επίτευγμά του αυτό πηγάζει από μια γενικευμένη απουσία «παρεμβολών» στα έργα του: Από τη μία καταλήγει σε μια απλότητα που επεκτείνεται σε όλα τα συνθετικά στοιχεία ­ οι χώροι ενοποιούνται αθόρυβα μεταξύ τους ενώ ταυτόχρονα αποκτούν (τελευταία) και μια ενότητα τονική, γίνονται όλο και περισσότερο όλα λευκά. Από την άλλη τα σπίτια του παρέχουν μια κινηματογραφική οπτική στον κάτοικό τους: είναι αποκλειστικά δική του ειδικότητα η σινεμασκόπ οπτική, το πανόραμα της θέας το οποίο εξασφαλίζεται ανάμεσα από τις δύο ελαφριές, οριζόντιες πλάκες και από τα συρόμενα ανοίγματα που εξαφανίζονται στις άκρες, αποκαλύπτοντας μια μνημειακή θέα. Ο Βαλσαμάκης συνεχίζει απτόητος να παράγει έργα μεγάλης σημασίας ­ και σε αυτό πάλι είναι ένας από τους πολύ λίγους.


Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη (1978-1993) Κυριάκος Κρόκος


Μια από τις πιο ιδιότυπες μορφές που ανέδειξε ποτέ η ελληνική αρχιτεκτονική μάς εισάγει απτικά σε έναν κόσμο ολότελα διαφορετικό από τον οικείο μας. Στα έργα του βρισκόμαστε τριγυρισμένοι από υφές και χρώματα τα οποία μοντάρονται με έναν πλούτο σχεδόν κινηματογραφικό: ανεπίχριστο μπετόν, πελεκητό μπετόν, μπρούντζινα στηθαία, σοβάς σε βαθύ χοντροκόκκινο χρώμα, τούβλα, γκρίζα μάρμαρα, ξύλινα διαφραγματικά στοιχεία. Το έργο του αποπνέει μια σπάνια ευαισθησία, σχεδόν μια βυζαντινή κατάνυξη ­ με λεπτομέρειες που παραπέμπουν στην πολυπλοκότητα ενός τέμπλου.


Κτίριο γραφείων της Glaxo, Χαλάνδρι, Αθήνα (1992-1995) Κυριάκος Κυριακίδης με συνεργάτες τον Τάκη Εξαρχόπουλο και τον Γιώργο Αποστολάκο



Πολλοί ανεβαίνουν την Κηφισιάς με ένα ύφος απαθές, σχεδόν μισοκοιμισμένο από την κίνηση. Και τα κτίρια της λεωφόρου, αυτές οι γυάλινες φιμέ βιτρίνες που κάποιο πανικόβλητο προσωπικό μουσείου παρέταξε (πιθανότερα προς πώληση παρά προς επιθεώρηση) κατά μήκος της, δεν βελτιώνουν ομολογουμένως την κατάσταση. Αλλά στο κτίριο γραφείων της Glaxo οι οδηγοί βρίσκουν αυτό που ζητάνε («εκδίκηση»;). Πάνω σε μια απαλή στροφή της λεωφόρου ξεπροβάλλει η «πρύμνη» αυτού του κτιρίου πλάθοντας με εφευρετικότητα μια μνημειακή «πύλη» από γρανίτη, όπου το γυαλί αποσύρεται στο εσωτερικό της. Η δυναμικότητα αυτού του κτιρίου συμπληρώνεται από τον πρισματικό όγκο του αμφιθεάτρου που προβάλλει χαμηλότερα μέσα από μια ρηχή λίμνη νερού ­ κάθε άλλο λοιπόν από ένα στεγνό, γυάλινο κουτί γραφείων.


Σπίτι διακοπών στη Σαντορίνη (1993-1997) Αγνή Κουβελά-Παναγιωτάκου


Τοποθετημένο στον λόφο του Ακρωτηρίου, το σπίτι αυτό που ανοίγεται σε μια εξαιρετική θέα της Καλντέρας «συσχετίζεται με το φυσικό περιβάλλον του νησιού αλλά και με την ιστορία και παράδοσή του». Οι αναφορές αυτές ξεκινούν ήδη στην πρόσοψη της κατοικίας (όπου και μια ευφυής μέθοδος εκτρέπει ως «ασπίδα» τον βοριά μέσα από ένα σύστημα αγωγών αέρα μέσα στο πάχος του τοίχου): από τη «μείωση» της πρόσοψης που χαρακτηρίζει τους ιστορικούς «πύργους» του νησιού. Αλλά στη συνέχεια αναγνωρίζουμε στοιχεία που συνιστούν πραγματικά μια «ποιητικότητα του ερειπίου»: οι τοίχοι «σκάβονται» πέρα από την εξωτερική επιδερμίδα τους λες και από την κίνηση κάποιας αρχαιολογικής σκαπάνης, μιας ανασκαφής που σταμάτησε αιφνίδια με την εύρεση των παραθύρων (βρισκόμαστε άλλωστε πολύ κοντά στις ανασκαφές του Ακρωτηρίου). Οπως η «φθορά του χρόνου» σμιλεύει τα ανοίγματα, με την ίδια λογική σχηματίζεται και ο χώρος της αυλής, με τους περιμετρικούς της πεσσούς να αποκαθιστούν το νοητό στερεό του κτιρίου.


Κτίριο γραφείων της Μηχανικής, Μαρούσι, Αθήνα (1993-1998) Ανδρέας Κούρκουλας, Μαρία Κοκκίνου



Το συγκρότημα αυτό συνοψίζει μία αρκετά διαφορετική νοοτροπία ­ αντί για το ένα και μοναδικό μνημειακό κτίριο γραφείων που κλείνει με τον όγκο του όλο το βάθος του οικοπέδου, το κτίριο αυτό είναι διασπασμένο σε τρεις διαφορετικούς όγκους (τυπολογίες): ένα επίμηκες τμήμα καλυμμένο με θολωτή οροφή, ένα τριγωνικό σε κάτοψη τμήμα και τέλος, στο βάθος, ένα κυβικό κτίριο με τετράγωνα ανοίγματα. Είναι μία από τις ελάχιστες φορές που το δημόσιο κτίριο δεν «ποζάρει» μετωπικά και αυτάρεσκα, αλλά διασκορπίζεται σε βάθος, απορροφώντας τον επισκέπτη σε μια κίνηση διαμπερή ως προς το οικόπεδο. Και είναι αυτά τα «διάσκορπα» κτίρια μέσα στην (de Chirico) πλατεία τους, αυτή η «πόλη» που δύσκολα περιορίζεται σε μια φωτογραφία, που μας προσφέρουν μια απόδραση από τις κενές καρτ ποστάλ κάθε τυπικού τζαμένιου κτιρίου γραφείων.


Κτίριο γραφείων στη λεωφόρο Αλεξάνδρας (1991-1995) Αλέξανδρος Τομπάζης


Το πρότυπο αυτό κτίριο γραφείων για την Αθήνα κατάφερε να ξεφύγει από τη «ρηχή» επίπεδη τζαμαρία τόσων άλλων (συναδέλφων) και να αποτελέσει ως πρόσοψη ένα τρισδιάστατο γλυπτό από μεταλλικές σχάρες και γυάλινες επιφάνειες σε ξεχωριστά επίπεδα. Συνεπείς στη γενικότερη βιοκλιματική ιδεολογία του γραφείου, οι σχάρες αυτές περιορίζουν την ηλιακή ακτινοβολία μέσα στους χώρους γραφείων και εισάγουν αιφνίδια το (μπλε) χρώμα, παραμερίζοντας ένα από τα μεγάλα και καλοδιατηρημένα ταμπού της Αθήνας, την εμμονή στο λευκό. Οι συνεχιστές καλούνται στο καθήκον.


Ο κ. Μέμος Φιλιππίδης είναι αρχιτέκτονας.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version