Η Γκάρμπο της λογοτεχνίας

J. D. Salinger Η Γκάρμπο της λογοτεχνίας Ο μυστηριώδης συγγραφέας εξαγγέλλει την έκδοση του νέου βιβλίου του. Μια εβδομάδα αργότερα την αναστέλλει! Θα κυκλοφορήσει το βιβλίο; Νέο ερωτηματικό δίπλα σε αυτά που θρέφουν τον θρύλο του. Γιατί έχει εξαφανισθεί εδώ και 34 χρόνια; Γιατί δεν μιλά στον Τύπο; Τι κάνει κλεισμένος στη βίλα του; Πώς μοιάζει; Από τα χείλη του Ρότζερ

Η Γκάρμπο της λογοτεχνίας

Ο μυστηριώδης συγγραφέας εξαγγέλλει την έκδοση του νέου βιβλίου του. Μια εβδομάδα αργότερα την αναστέλλει! Θα κυκλοφορήσει το βιβλίο; Νέο ερωτηματικό δίπλα σε αυτά που θρέφουν τον θρύλο του. Γιατί έχει εξαφανισθεί εδώ και 34 χρόνια; Γιατί δεν μιλά στον Τύπο; Τι κάνει κλεισμένος στη βίλα του; Πώς μοιάζει;



Από τα χείλη του Ρότζερ Λάθμπερι, δύο εβδομάδες τώρα, είκοσι πέντε λέξεις αξιώθηκα να ακούσω: «Ρότζερ Λάθμπερι, του Τμήματος Αγγλικών του Πανεπιστημίου Τζορτζ Μέισον. Αφήστε μήνυμα με όνομα, τηλέφωνο και ώρα κλήσης. Ευχαριστώ». Το νούμερο του σπιτιού του είναι απόρρητο. Στο Πανεπιστήμιο ως τώρα θα έχει ακούσει τη δική μου φωνή σε άπειρες παραλλαγές: «Παρακαλώ, πάρτε με τηλέφωνο…», «Θα το εκτιμούσα αν μου τηλεφωνούσατε…», «Είναι το δέκατο έβδομο μήνυμα που σας αφήνω…». Παρακλητικά, τυπικά, ευγενικά, σύντομα… Δεν έχει διαφορά. Το ήξερα άλλωστε από την αρχή: ο κ. Λάθμπερι, ο καθηγητής Αγγλικών του Τζορτζ Μέισον και ιδιοκτήτης του εκδοτικού οίκου Orchises Press, δεν πρόκειται να απαντήσει. Βλέπετε, πίσω του κρύβεται ένας θρύλος που τον τρέφει η σιωπή: ο Τζερόμ Ντέιβιντ Σάλιντζερ, ο επονομαζόμενος και «Γκρέτα Γκάρμπο της αμερικανικής λογοτεχνίας»!


Και ξαφνικά, πριν από τρεις εβδομάδες, η 34χρονη σιωπή του Σάλιντζερ έσπασε! «Ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, ο συγγραφέας του “Φύλακα στη Σίκαλη”, θα βγάλει καινούργιο βιβλίο στον εκδοτικό οίκο Orchises Press», έγραφε η ανακοίνωση. Τα νιάτα κάθε μεσήλικου Αμερικανού χτύπησαν καμπανάκι στη μνήμη. Είναι δυνατόν; Ο Σάλιντζερ; Ο συγγραφέας που έχει αποκοπεί από τα εγκόσμια ήδη από τη δεκαετία του ’60; Το λακωνικό δελτίο Τύπου έλεγε μονάχα πως το νέο βιβλίο θα είναι επανέκδοση μιας νουβέλας 20.000 λέξεων που είχε τίτλο «Hapworth 19, 1924» και δημοσιεύθηκε το 1965 στο περιοδικό «Νιου Γιόρκερ». Και το χειρότερο: λίγες ημέρες μετά, η έκδοση ανεκλήθη. «Το βιβλίο», έγραφε το νέο ανακοινωθέν του Orchises Press, του… παγκοσμίως άγνωστου εκδοτικού οίκου της Βιρτζίνια που μυστηριωδώς επέλεξε ο συγγραφέας, «θα κυκλοφορήσει αργότερα για λόγους που δεν θα θέλαμε να δημοσιοποιήσουμε». Για μία ακόμη φορά ο σκοτεινός κ. Σάλιντζερ έκανε το θαύμα του: το σκόπευτρο της δημοσιότητας στραμμένο πάνω του και το κυνήγι της είδησης ξεκινά.


Απευθείας επικοινωνία του «Βήματος» με το πρακτορείο του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ στη Νέα Υόρκη Harold Ober Associates. Από την πρώτη κιόλας φράση ο διάλογος ομοιάζει με… συζήτηση με τη Σφίγγα. Ο αρμόδιος πράκτορας κ. Κρις Μπιρν είναι άκρως ευγενής και εξίσου σιβυλλικός:


­ Θα κυκλοφορήσει το βιβλίο, κύριε Μπιρν;


«Αυτή τη στιγμή το μόνο που μπορώ να σας πω είναι πως πιστεύουμε ότι τελικώς θα κυκλοφορήσει. Αλλά συγκεκριμένη ημερομηνία είναι αδύνατον να σας δώσω».


­ Δηλαδή, έδωσε συγκατάθεση ο κ. Σάλιντζερ στον κ. Λάθμπερι;


«Λυπάμαι, αλλά αυτό δεν μπορώ να σας το πω».


­ Τι πρόβλημα προκάλεσε την καθυστέρηση;


«Βασικά, κάποιο πρόβλημα με το εξώφυλλο. Τεχνικής φύσεως πρόβλημα, είχε να κάνει με την έκδοση».


­ Είναι πραγματικά ένα βιβλίο γραμμένο από τον κύριο Σάλιντζερ; Κάποιοι αμφισβητούν κι αυτό ακόμη…


«Μα ναι, και βέβαια είναι δικό του».


­ Και το πρόβλημα που ανέκυψε δεν ήταν κάτι μεταξύ του κ. Σάλιντζερ και του κ. Λάθμπερι, απ’ ό,τι μου λέτε.


«Α, αυτό δεν μπορώ να σας το απαντήσω».


­ Μήπως μπορείτε να μου πείτε πότε είδατε τελευταία φορά τον κ. Σάλιντζερ;


«Αυτό κι αν δεν μπορώ να σας το πω!».


­ Γιατί;


«Κοιτάξτε, ο κ. Σάλιντζερ θέλει να κρατήσει κάποια πράγματα σε προσωπικό επίπεδο. Εγώ δεν μπορώ να μιλήσω γι’ αυτά. Θα το ήθελα, αλλά δεν μπορώ. Λυπάμαι πάρα πολύ γι’ αυτό, αλλά δεσμεύομαι».


Για οποιονδήποτε έχει ασχοληθεί, έστω και ελάχιστα, με την υπόθεση Σάλιντζερ, το κλίμα της συζήτησης είναι ­ δυστυχώς ­ απόλυτα οικείο. Μπροστά σ’ αυτόν και στους εκάστοτε συνεργάτες του τα πυρά των δημοσιογράφων απανταχού της υφηλίου αποδεικνύονται άσφαιρα. Ο προαναφερθείς κ. Λάθμπερι, ο ιδιοκτήτης του εκδοτικού οίκου που εδράζεται στο Φέρφαξ της Βιρτζίνια, είναι καλά οχυρωμένος πίσω από τον αυτόματο τηλεφωνητή του. Ο κ. Μπιρν κρύβεται πίσω από την ευγενική, πλην όμως κάθετη άρνησή του να πει οτιδήποτε. Κάποιος Πολ Αλεξάντερ, που ίσως μπορούσε να ρίξει φως στην υπόθεση αφού λέγεται πως ετοιμάζει κάποια βιογραφία του Σάλιντζερ, είναι αδύνατον να εντοπισθεί. Οσο για τον ίδιο τον συγγραφέα, ουδείς πλέον τρέφει ελπίδες να μιλήσει μαζί του. Εδώ και δεκαετίες, όταν πρόκειται γι’ αυτόν, ο Τύπος σηκώνει τα χέρια ψηλά.


Τόσα χρόνια, μόνο μία φωτογραφία έχουν κατορθώσει να υποκλέψουν από τον θρύλο του οι αδηφάγες μηχανές: αυτήν που το 1951 μπήκε εξώφυλλο στον «Φύλακα στη Σίκαλη», για να αποσυρθεί κατόπιν απαίτησης του συγγραφέα εν μια νυκτί και να αντικατασταθεί με ένα «κλασικό» κολάζ από δακτυλογραφημένες σελίδες. Σ’ αυτήν ο Σάλιντζερ δείχνει νέος, περί τα τριάντα, με σκούρα λαμπερά μάτια και γοητεία α λα Ροκ Χάντσον. Διάφορες άλλες φωτογραφίες, δήθεν «αποκλειστικές» των παπαράτσι, που κατά καιρούς είδαν το φως της δημοσιότητας (μεταξύ αυτών και η δημοσιευθείσα), θεωρούνται αμφισβητούμενης γνησιότητας.


Δεδομένου πως σήμερα ο Σάλιντζερ είναι 78 ετών, ουδείς μπορεί με βεβαιότητα να πει πώς μοιάζει. Λίγοι τον έχουν δει και ουδείς εξ αυτών προτίθεται να ξεσκεπάσει τον μύθο του. Τα δύο παιδιά του (έχει παντρευτεί και χωρίσει δύο φορές) είναι τα πλέον απρόθυμα να αποκαλύψουν λεπτομέρειες ­ ποιος θα τολμούσε να σπάσει την ιδιότυπη «ομερτά» και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες; Η Πέγκι, η κόρη του, ποτέ δεν έχει μιλήσει σε μέσο ενημέρωσης και ο Ματ, ο γιος του, μετά από ένα νεανικό «στραβοπάτημα» (έπαιξε κάποια φορά σε δύο – τρεις χολιγουντιανές παραγωγές), βυθίστηκε εκ νέου στη σιωπηλή παράδοση της οικογενείας… Κι έτσι το ερώτημα «ποιος είναι ο Σάλιντζερ;» παραμένει. Κάποιοι, αδυνατώντας να απαντήσουν, φθάνουν σε σημείο να πιστεύουν πως αυτός και ο Τόμας Πίνσον, ο έτερος «αντιστάρ» της αμερικανικής λογοτεχνίας, είναι ένα και το αυτό πρόσωπο!


Η λογοτεχνική καριέρα του κράτησε λιγότερο από μια δεκαπενταετία: «Ο Φύλακας στη Σίκαλη» (1951), «Ιδανική Μέρα για Μπανανόψαρα» (1953), «Φράνι και Ζούι» (1961), «Ψηλά Σήκωσε τη Σκεπή» (1963) και τέλος! Εδώ και 34 χρόνια ο Σάλιντζερ τηρεί σιγή ιχθύος ­ κι ας λένε οι φήμες πως από το 1965 ως σήμερα γράφει πυρετωδώς, παρ’ ότι δεν εκδίδει ούτε μία φράση. Το βέβαιον είναι πως κρύβεται από τους πάντες στη βίλα του, πίσω από ένα συμπαγές τείχος δυόμισι μέτρων, απροσπέλαστο για κάθε φανατικό θαυμαστή, ξέγνοιαστο εισβολέα ή ανεπιθύμητο παπαράτσι. Τα γαβγίσματα των σκυλιών – φυλάκων που καραδοκούν στη μέσα μεριά του τείχους και χαλούν τον κόσμο μόλις κάποιος αποπειραθεί να πλησιάσει τη σιδηρόφρακτη πύλη αποτρέπουν και τους πιο τολμηρούς ­ ο Σάλιντζερ έχει καταδικάσει τον εαυτό του σε τέλεια απομόνωση κι εμάς σε απόλυτη άγνοια των κινήσεών του. Αφήνει τη σιωπή να γιγαντώνει τον μύθο του.


Η πόλη όπου μένει, το Κόρνις του Νιου Χαμσάιρ, είναι μια σχεδόν αδιόρατη κουκκίδα στον αμερικανικό χάρτη. Οι γείτονές του είναι καλύτερα εκπαιδευμένοι και από τα σκυλιά – φύλακες της βίλας του. Οταν πρόκειται για τον Σάλιντζερ, δεν βλέπουν τίποτε, δεν ακούνε τίποτε και προπάντων δεν βγάζουν λέξη. Η τελευταία φορά όπου ο ίδιος ο συγγραφέας μίλησε στον Τύπο ήταν πριν από 17 χρόνια, σε κάποια Μπέτι Επς, για την Baton Rouge Advocate, αλλά πολλοί λένε πως η ρεπόρτερ τον ξεγέλασε. Το βέβαιον είναι πως προ 44 ετών (!) είχε δώσει μια συνέντευξη στην Daily Eagle του Βερμόντ ­ και πέραν ταύτης ουδεμία άλλη.


Ετσι, ελλείψει στοιχείων, οι φανατικοί αναγνώστες του αποδύονται σε ατέρμονη «σαλιντζερολογία». Λένε πως γράφει ατελείωτες σελίδες στο βάθος της αυλής του σπιτιού του, σε ένα τσιμεντένιο παράπηγμα, και πως για να φθάσει ως εκεί, διασχίζει τον κήπο του… υπογείως, μέσω ενός τούνελ που συνδέει το παράπηγμα με το εσωτερικό του σπιτιού! Πριν από δύο χρόνια η βίλα του έπιασε φωτιά και τα πλάνα από το ελικόπτερο έδειξαν πως ο συγγραφέας στην πίσω αυλή του έχει μια τεράστια δορυφορική κεραία. Αυτομάτως η φαντασία των θαυμαστών του πέταξε σπίθες. «Ο Σάλιντζερ είναι μανιακός της δορυφορικής τηλεόρασης», είπαν. «Ταξιδεύει στα τηλεοπτικά κανάλια, όπως ακριβώς σερφάρει στο Ιντερνετ»


Γι’ αυτό το δεύτερο, για τα ταξίδια του συγγραφέα στο Ιντερνετ δηλαδή, οι… σαλιντζερομανείς είναι απολύτως βέβαιοι. Αλλωστε, πώς αλλιώς θα μπορούσε να εντοπίσει και να… τορπιλίσει τις διάφορες πηγές πληροφοριών που άμα τη γενέσει του Ιντερνετ ξεκίνησαν να υποσκάπτουν την… ανωνυμία του; Αρχικά έβαλε τον δικηγόρο του να «επιτεθεί» στον web κόμβο «Holden Server» (βαφτισμένο προς τιμήν του ήρωα Hoden Caulfield στο βιβλίο «Ο Φύλακας στη Σίκαλη») που άφηνε «αδέσποτα» αποσπάσματα του έργου του να βολτάρουν στις λεωφόρους των πληροφοριών. Μετά από δικαστική μάχη μερικών μηνών, κατάφερε να τον εξολοθρεύσει. Στη συνέχεια τα έβαλε με τον κόμβο «Bananafish» (ήτοι «Μπανανόψαρο», από το δεύτερο βιβλίο του «Ιδανική Μέρα για Μπανανόψαρα») περιορίζοντάς τον σε πεδίο συζήτησης των θαυμαστών του και απαγορεύοντας κάθε αναφορά τμημάτων από τα βιβλία του. Υπήρχε και προηγούμενο απαγορεύσεων ­ χωρίς ηλεκτρονικά κυκλώματα, φυσικά. Ο συγγραφέας είχε κυνηγήσει μέχρις εξαντλήσεως έναν δυστυχή που κάτι τόλμησε να εκστομίσει περί συγγραφής βιογραφίας, ενώ απέρριψε μετά βδελυγμίας την πρόταση του Ελία Καζάν να γυρίσει ταινία τον «Φύλακα στη Σίκαλη».


Γιατί όλα αυτά; Ισως γιατί, όπως λένε οι αμερικανοί ειδήμονες που έχουν αναγάγει την ψυχανάλυση εξ αποστάσεως σε τέχνη, όλη η σχολική και πανεπιστημιακή ζωή του ήταν μια σειρά ευκαιριών πεταμένων στα σκουπίδια ­ και γι’ αυτό έφταιγε φυσικά ο ίδιος· οι γονείς του και πλούσιοι ήταν και κάθε πρόθεση είχαν να τον στείλουν στα καλύτερα σχολεία… Αντ’ αυτού όμως ο, πιτσιρίκος τότε, Τζέι Ντι όχι μόνο πήρε πλημμελή μόρφωση, αλλά σαν να μην έφθανε αυτό, άρχισε να μισεί απαξάπαντες τους εκπροσώπους της υψηλής διανόησης. Μια φορά, μάλιστα, ξέσπασε σε ουρλιαχτά μέσα στο διαμέρισμά του στη Νέα Υόρκη απλά και μόνο επειδή ένας από τους καλεσμένους του απεδείχθη πως είχε πτυχίο Χάρβαρντ!


Από τα παιδικά του χρόνια, λένε οι Αμερικανοί, ο Σάλιντζερ κουβαλά ένα φορτίο πικρίας και θύμου, αλλά και την πίστη πως όλα γύρω του είναι ψεύτικα. Ισως γι’ αυτό οχύρωσε τη σκέψη του πίσω από μια δική του κουλτούρα, πέρα από τα στεγανά της εκπαίδευσης, κι έστησε γύρω της τείχη από ιδέες ουτοπικές, που τράβηξαν σαν μαγνήτης αναγνώστες τρελούς και αθώους μαζί ­ δηλαδή νέους. Οι ήρωές του πάντοτε συντρίβονταν στην πλαστότητα του κόσμου κι έφθαναν το είναι τους στα άκρα, γίνονταν σχεδόν παράφρονες· δεν είναι τυχαίο πως η αγαπημένη λέξη του Holden Caulfield είναι «phony» (δηλαδή ψεύτικο, κίβδηλο)… Ούτε πως ο Μαρκ Τσάπμαν, ο δολοφόνος του Τζον Λένον, συνελήφθη με ένα αντίτυπο του «Φύλακα στη Σίκαλη» στην τσέπη…

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version