Ο σοφότερος άνθρωπος που γνώρισα σ’ όλη μου τη ζωή δεν ήξερε ούτε να διαβάζει ούτε να γράφει.
Στις τέσσερις τα ξημερώματα, όταν η υπόσχεση μιας νέας μέρας πλανιόταν ακόμη πάνω από τα γαλλικά εδάφη, σηκωνόταν από το αχυρόστρωμα κι έφευγε για το χωράφι, παίρνοντας μαζί του για βοσκή μισή ντουζίνα γουρούνια, που με τη γονιμότητά τους έτρεφαν τον ίδιο και τη γυναίκα του. Σ’ αυτήν την ένδεια ζούσαν οι γονείς της μητέρας μου, από ένα μικρό εκτροφείο γουρουνιών που, μόλις απογαλακτίζονταν, τα πουλούσαν στους γείτονες του χωριού μας, της Αζινιάγκα, στην επαρχία Ριμπατέζου. Τους παππούδες μου αυτούς τους έλεγαν Ζερόνιμο Μελρίνιο και Ζοζέφα Καϊσίνια και ήταν αναλφάβητοι κι οι δυο τους. Τον χειμώνα, όταν τη νύχτα το κρύο έσφιγγε τόσο που πάγωνε το νερό στις στάμνες μέσα στο σπίτι, έψαχναν στο χοιροστάσιο για τα πιο αδύναμα γουρουνάκια και τα έπαιρναν μαζί τους στο κρεβάτι. Κάτω από τα χοντρά στρωσίδια η ζεστασιά των ανθρώπων προφύλασσε τα μικρά ζώα απ’ την παγωνιά και τα έσωζε από βέβαιο θάνατο. Παρ’ όλο που ήταν άνθρωποι καλόκαρδοι, δεν ήταν η μεγαλοψυχία κι η συμπόνια που καθοδηγούσε τους δύο γέρους: αυτό που τους απασχολούσε, δίχως συναισθηματισμούς και μεγάλα λόγια, ήταν να προστατέψουν το ψωμί τους, όπως είναι φυσικό για τους ανθρώπους που, για να κρατηθούν στη ζωή, έμαθαν να σκέφτονται ως εκεί που ήταν απαραίτητο.
Βοήθησα πολλές φορές τον παππού μου τον Ζερόνιμο στη βοσκή, πολλές φορές έσκαψα το χώμα του λαχανόκηπου που συνόρευε με το σπίτι και έκοψα καυσόξυλα για τη φωτιά και πολλές φορές, φέρνοντας βόλτα ξανά και ξανά τη μεγάλη σιδερένια ρόδα που έβαζε σε λειτουργία την αντλία, έβγαζα νερό από το πηγάδι της κοινότητας και το κουβαλούσα στους ώμους μου. Πολλές φορές, κρυφά από τους φύλακες των σιτοβολώνων, πήγαμε με τη γιαγιά μου και πάλι ξημερώματα, εφοδιασμένοι με τσουγκράνα, τσουβάλι και σκοινί, για να μαζέψουμε τα σκόρπια άχυρα που θα χρησίμευαν κατόπιν για στρωμνή των ζώων. Και κάποιες φορές, κάτι ζεστές νύχτες του καλοκαιριού, μετά το δείπνο, ο παππούς μου έλεγε: «Ζοζέ, απόψε θα κοιμηθούμε οι δυο μας κάτω από τη συκιά». Υπήρχαν δύο ακόμη συκιές, όμως εκείνη, σίγουρα επειδή ήταν η ψηλότερη και η αρχαιότερη, υπήρχε πάντα, ήταν για όλους μας μέσα στο σπίτι η συκιά. Κατ’ αντονομασία, θα μπορούσαμε να πούμε, μια λέξη λόγια που τη σημασία της θα μάθαινα μετά από πολλά πολλά χρόνια… Μέσα στη γαλήνη της νύχτας, ανάμεσα απ’ τα ψηλά κλαριά του δέντρου, εμφανιζόταν μπρος μου ένα αστέρι κι ύστερα, αργά, κρυβόταν πίσω από ένα φύλλο και, όταν κοίταζα απ’ την άλλη πλευρά, σαν ένα ποτάμι που κυλάει σιωπηλά, πάνω στον κοίλο ουρανό πρόβαλλε η ιριδίζουσα φωτεινότητα του Γαλαξία, ο Δρόμος του Σαντιάγο, όπως το λέγαμε ακόμη στο χωριό. Μέχρι ν’ αποκοιμηθούμε, η νύχτα στοίχειωνε από τις ιστορίες και τα περιστατικά που διηγιόταν ο παππούς μου: θρύλοι, οράματα, λαχτάρες, απίστευτα επεισόδια, παλιοί θάνατοι, καβγάδες και μαλλιοτραβήγματα, κουβέντες των προγόνων, ένα ακάματο βουητό αναμνήσεων που με κρατούσε ξύπνιο ενώ ταυτόχρονα με νανούριζε απαλά.
Ποτέ δεν κατάφερα να μάθω αν σώπαινε μόλις καταλάβαινε πως είχα αποκοιμηθεί ή αν συνέχιζε να μιλάει για να μην αφήσει στη μέση την απάντηση στην ερώτηση που του έκανα αδιακρίτως στις παύσεις που τραβούσαν λίγο παραπάνω και που εκείνος έβαζε μέσα στη διήγησή του εσκεμμένα: «Και μετά;». Ισως να επαναλάμβανε τις ιστορίες για λογαριασμό του, για να μην τις ξεχνά, για να τις εμπλουτίζει με καινούργιες περιπέτειες. Στην ηλικία που είχα τότε και την εποχή που ζούσαμε όλοι μας δεν χρειάζεται δα να πω πως εγώ θεωρούσα τον παππού μου Ζερόνιμο κύριο και γνώστη όλης της σοφίας του κόσμου. Οταν, με το πρώτο φως του πρωινού, με ξυπνούσε το κελάηδισμα των πουλιών, εκείνος δεν βρισκόταν πια εκεί, είχε φύγει με τα ζώα του για το χωράφι και μ’ είχε αφήσει να κοιμάμαι. Τότε σηκωνόμουν, δίπλωνα το στρωσίδι και ξυπόλυτος (στο χωριό κυκλοφορούσα πάντα ξυπόλυτος ως τα δεκατέσσερά μου), με άχυρα ακόμη πιασμένα στα μαλλιά μου, διέσχιζα τον λαχανόκηπο και πήγαινα από την άλλη πλευρά, εκεί που βρισκόταν το χοιροστάσιο, δίπλα στο σπίτι.
Η γιαγιά μου, που ήταν στο πόδι πριν ακόμη από τον παππού, έβαζε μπρος μου μια μεγάλη κούπα με καφέ, με κομμάτια ψωμί μέσα, και με ρωτούσε αν είχα κοιμηθεί καλά. Οταν της διηγιόμουν κάποιο κακό όνειρο που γέννησαν οι ιστορίες του παππού, εκείνη πάντα με καθησύχαζε: «Μη σκιάζεσαι. Τα όνειρα είναι φευγάτα». Σκεπτόμουν τότε πως η γιαγιά μου, παρ’ όλο που ήταν κι εκείνη σοφή γυναίκα, δεν έφτανε τον παππού μου, εκείνον που όταν ήταν ξαπλωμένος κάτω από τη συκιά, έχοντας στο πλάι του τον εγγονό του Ζοζέ, ήξερε να κινεί το σύμπαν μοναχά με δυο λέξεις. Πέρασε πολύς καιρός, ο παππούς μου είχε φύγει απ’ αυτόν τον κόσμο κι εγώ ήμουν άνδρας μεγάλος, όταν πια κατάλαβα πως η γιαγιά μου εν τέλει κι αυτή πίστευε στα όνειρα. Για ποιον λόγο εξάλλου, καθισμένη μια νύχτα στην πόρτα του φτωχικού της, όπου ζούσε πια μονάχη, κοιτάζοντας τα μικρά και τα μεγάλα αστέρια πάνω απ’ το κεφάλι της, είπε αυτές τις κουβέντες: «Ο κόσμος είναι τόσο όμορφος κι εγώ λυπάμαι να πεθάνω». Δεν είπε φοβάμαι, είπε λυπάμαι να πεθάνω, λες κι εκείνη η ζωή ατέρμονης και βαριάς δουλειάς που είχε ζήσει, στην ύστατη σχεδόν στιγμή της, λάβαινε τη χάρη ενός ύψιστου κι έσχατου αποχαιρετισμού, την παρηγοριά μιας αποκαλυμμένης ομορφιάς. Ηταν καθισμένη στην πόρτα ενός σπιτιού που όμοιό του δεν νομίζω ότι υπήρξε ξανά, γιατί μέσα του έζησαν άνθρωποι που μπορούσαν να κοιμούνται με τα γουρούνια σαν να ‘ταν παιδιά τους, άνθρωποι που λυπούνταν να φύγουν από τη ζωή, μόνο και μόνο γιατί ο κόσμος είναι όμορφος, άνθρωποι, σαν τον παππού μου τον Ζερόνιμο, βοσκό και αφηγητή ιστοριών, που όταν προαισθάνθηκε πως ο θάνατος ερχόταν να τον πάρει, πήγε και αποχαιρέτησε τα δέντρα του κήπου του, ένα προς ένα, αγκαλιάζοντάς τα και κλαίγοντας, γιατί ήξερε πως δεν θα τα ξανάβλεπε.
Πολλά χρόνια αργότερα, όταν έγραφα για πρώτη φορά για τον παππού μου Ζερόνιμο και τη γιαγιά μου Ζοζέφα (παρέλειψα να πω πως υπήρξε, απ’ ό,τι λένε όσοι τη γνώριζαν από μικρή, γυναίκα σπάνιας καλλονής), είχα συνείδηση πως μεταμόρφωνα κοινούς ανθρώπους σε λογοτεχνικούς χαρακτήρες και πως αυτός ήταν ίσως ο δικός μου τρόπος να μην τους ξεχνώ: σχεδιάζοντας και ξανασχεδιάζοντας τα πρόσωπά τους με το διαρκώς μεταβαλλόμενο μολύβι της ανάμνησης, χρωματίζοντας και φωτίζοντας τη μονοτονία μιας επίπεδης, δίχως ορίζοντα, καθημερινότητας, με τον ίδιο τρόπο που αναπλάθουμε, πάνω από τον ασταθή χάρτη της μνήμης, την υπερφυσική ανυπαρξία της χώρας όπου αποφασίσαμε να ζήσουμε.
Ηταν η ίδια πνευματική στάση που, μαθαίνοντας για τη συναρπαστική και αινιγματική μορφή κάποιου Βέρβερου προπάππου, θα με οδηγούσε να περιγράψω μια παλιά φωτογραφία (ογδόντα χρόνων σήμερα) όπου παριστάνονται οι δυο γονείς μου: «Είναι οι δυο τους όρθιοι, νέοι και όμορφοι, απέναντι από τον φωτογράφο, κι έχουν στο πρόσωπό τους μια έκφραση επίσημης σοβαρότητας, που ίσως είναι ο τρόμος μπροστά στη φωτογραφική μηχανή, τη στιγμή που ο φακός ετοιμάζεται να αποτυπώσει μια εικόνα που ποτέ ξανά δεν θα έχουν, γιατί η επόμενη μέρα θα είναι αναπόφευκτα άλλη μέρα… Η μάνα μου στηρίζει τον δεξιό αγκώνα της σε μια ψηλή κολόνα και στο αριστερό χέρι, πεσμένο στο πλευρό της, κρατά ένα λουλούδι. Ο πατέρας μου έχει περασμένο το μπράτσο του πίσω απ’ την πλάτη της μητέρας μου και η ροζιασμένη του παλάμη εμφανίζεται πάνω στον ώμο της σαν φτερό. Κι οι δυο τους στέκονται στριμωγμένοι πάνω σ’ ένα κλαρωτό χαλί. Η λινάτσα που χρησιμεύει για τεχνητό φόντο στη φωτογραφία δείχνει κάτι συγκεχυμένα και ασυνάρτητα νεοκλασικά αρχιτεκτονικά σχήματα». Και κατέληγα: «Θα ‘ρθει κάποτε η μέρα να τα διηγηθώ όλ’ αυτά. Είναι πράγματα που έχουν σημασία μόνο για μένα. Ενας Βέρβερος παππούς, φερμένος από τη Βόρεια Αφρική, ένας άλλος παππούς, χοιροβοσκός, μια γιαγιά εκπληκτικά όμορφη, δυο γονείς σοβαροί και ωραίοι, ένα λουλούδι στη φωτογραφία για ποια άλλη γενεαλογία να νοιαστώ; Σε ποιο καλύτερο δέντρο ν’ ακουμπήσω;».
Πάνε σχεδόν τριάντα χρόνια από τότε που έγραψα αυτές τις λέξεις, με μόνη μου πρόθεση να ανασυστήσω και να καταγράψω στιγμές απ’ τη ζωή των ανθρώπων που με ανάστησαν και βρέθηκαν πιο κοντά μου, με τη σκέψη πως δεν χρειαζόταν να εξηγήσω τίποτε άλλο στους ανθρώπους για να μάθουν από πού έρχομαι και από τι υλικά είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος που άρχιζα να γίνομαι και στον οποίο σιγά σιγά καταστάλαζα. Να όμως που έκανα λάθος η βιολογία δεν καθορίζει τα πάντα, κι όσο για τη γενετική, πρέπει να είναι πολύ μυστήριοι οι δρόμοι της για να ‘χει κάνει τόσο μεγάλους κύκλους… Απ’ το γενεαλογικό μου δέντρο (συγχωρήστε μου την αυταρέσκεια να το ορίζω ως τέτοιο, τόσο αδύναμο που είναι το συστατικό του χυμού του) δεν έλειπαν μονάχα τα κλαριά, που ο χρόνος και οι αλλεπάλληλες συγκυρίες της ζωής κόβουν σιγά σιγά από τον κεντρικό κορμό, έλειπε το πρόσωπο που θα βοηθούσε τις ρίζες του να εισχωρήσουν ως τα πιο βαθιά υπόγεια στρώματα, που θα δοκίμαζε τη σύσταση και τη γεύση των καρπών του, που θ’ άπλωνε και θα δυνάμωνε τη φυλλωσιά του για να την κάνει καταφύγιο μεταναστευτικών πουλιών και στήριγμα φωλιάς.
Ζωγραφίζοντας τους γονείς και τους παππούδες μου με τα χρώματα της λογοτεχνίας, μεταμορφώνοντάς τους από απλούς ανθρώπους με σάρκα και οστά σε πρόσωπα που εκ νέου και με διαφορετικό τρόπο οικοδόμησαν τη ζωή μου, αυτό που έκανα, χωρίς να το καταλαβαίνω, ήταν να χαράζω την πορεία μέσα από την οποία θα επινοούνταν άλλα πρόσωπα, αληθινά λογοτεχνικά αυτά, που θα κατασκεύαζαν και θα μου έφερναν τα υλικά και τα εργαλεία που, καλώς ή κακώς, επαρκώς ή ανεπαρκώς, επιτυχημένα ή αποτυχημένα, με το έλλειμμα και το περίσσευμά μου, θα με έφτιαχναν εν τέλει τον άνθρωπο που σήμερα αναγνωρίζω σ’ εμένα: δημιουργός αυτών των ηρώων αλλά ταυτόχρονα δημιούργημα δικό τους. Κατά κάποιον τρόπο θα μπορούσα μάλιστα να πως πως, γράμμα το γράμμα, βιβλίο το βιβλίο, διαδοχικά, εμφύτευα σ’ αυτό που είμαι τα πρόσωπα που δημιούργησα.
Τώρα μπορώ να δω ολοκάθαρα πως στάθηκαν οι δάσκαλοί μου στη ζωή, αυτοί που μου δίδαξαν με μεγαλύτερη ένταση το σκληρό επάγγελμα να ζω, οι δεκάδες αυτοί μυθιστορηματικοί και θεατρικοί χαρακτήρες που τη στιγμή ετούτη περνούν μπροστά από τα μάτια μου, οι άνδρες και οι γυναίκες που είναι φτιαγμένοι από χαρτί και μελάνι, ο κόσμος αυτός που εγώ πίστευα πως οδηγούσα κατά τη δική μου βολή ως αφηγητής και, υπακούοντας στη θέλησή μου ως συγγραφέα, σαν να ‘ταν μαριονέτες που οι ενέργειές τους δεν μπορούσαν να έχουν επίδραση πάνω μου μεγαλύτερη από το βάρος τους και την τάση του νήματος που τις κινούσε.
Απ’ τους δασκάλους μου αυτούς, ο πρώτος, το δίχως άλλο, υπήρξε ένας μέτριος ζωγράφος πορτρέτων, που ονόμασα απλώς με το γράμμα Η., πρωταγωνιστής μιας ιστορίας που θεωρώ δίκαιο να ονομάσω διπλή αφετηρία (αφετηρία του χαρακτήρα αλλά επίσης, κατά κάποιον τρόπο, και του συγγραφέα του βιβλίου), και είχε τον τίτλο Εγχειρίδιο ζωγραφικής και καλλιγραφίας και μου δίδαξε το στοιχειώδες φιλότιμο να αναγνωρίζω και να αποδέχομαι, δίχως να θίγομαι ή να αποκαρδιώνομαι, τα ίδια μου τα όρια: μια και δεν μπορούσα ούτε φιλοδοξούσα να δοκιμάσω την τύχη μου πέρα από το μικρό μου χωραφάκι, μου απέμενε η δυνατότητα να σκάψω σε βάθος, παρακάτω, στις ρίζες τις δικές μου, αλλά και του κόσμου, αν μου επιτρέπεται τέτοια απροσμέτρητη φιλοδοξία. Δεν είναι δικό μου έργο φυσικά να εκτιμήσω την αξία του αποτελέσματος της προσπάθειάς μου, πιστεύω όμως ότι είναι σήμερα πασίδηλο πως όλη μου η δουλειά, κι αυτή που έχω μπροστά μου, υπάκουσε σ’ αυτόν τον σκοπό και σ’ αυτήν την αρχή.
Ηρθαν κατόπιν οι άνδρες και οι γυναίκες του Αλεντέζου, η ίδια εκείνη αδελφότητα των κολασμένων της γης στην οποία ανήκαν ο παππούς μου ο Ζερόνιμο και η γιαγιά μου η Ζοζέφα, τραχείς χωρικοί, υποχρεωμένοι να νοικιάζουν τη δύναμη των χεριών τους με αντάλλαγμα μισθό και συνθήκες δουλειάς που μόνο ατιμωτικές μπορούν να χαρακτηριστούν, κι έδιναν αξία μικρότερη κι απ’ το τίποτε στη ζωή αυτήν που εμείς οι καλλιεργημένες και ευγενείς υπάρξεις, όπως νομίζουμε ότι είμαστε, την αποκαλούμε, ανάλογα με την περίσταση, ιερή ή ύψιστη. Λαϊκοί άνθρωποι που γνώρισα, ακτήμονες, εξαπατημένοι από μια Εκκλησία συνένοχη, που επωφελούνταν από την εξουσία του κράτους και των γαιοκτημόνων τσιφλικάδων, άνθρωποι κάτω από τη διαρκή παρακολούθηση της αστυνομίας, άνθρωποι, πόσες και πόσες φορές, αθώα θύματα των αυθαιρεσιών μιας κίβδηλης δικαιοσύνης. Τρεις γενιές μιας οικογένειας χωρικών, των Κακόκαιρων, από τις αρχές του αιώνα ως την Επανάσταση, τον Απρίλιο του 1974, που γκρέμισε τη δικτατορία, περνούν από το μυθιστόρημα αυτό που του έδωσα τον τίτλο Απ’ τη γη θρεμμένος.
Και με τέτοιους άνδρες και γυναίκες από τη γη θρεμμένους, πρόσωπα αληθινά αρχικά, μυθιστορηματικές φιγούρες κατόπιν, έμαθα να είμαι υπομονετικός, να εμπιστεύομαι και να παραδίνομαι στον χρόνο, σ’ αυτόν τον χρόνο που ταυτόχρονα μας δημιουργεί και μας καταστρέφει, για να μας ξαναδημιουργήσει και να μας καταστρέψει από την αρχή. Μόνο που δεν είμαι σίγουρος ότι έχω αφομοιώσει αρκετά αυτό που η σκληρή εμπειρία μετέτρεψε σε αρετή σ’ αυτές τις γυναίκες και στους άνδρες: τη φυσική στωικότητα απέναντι στη ζωή. Αν σκεφτεί κανείς, πάντως, πως το μάθημα αυτό που πήρα πριν από περισσότερα από είκοσι χρόνια παραμένει άθικτο στη μνήμη μου, πως καθημερινά το αισθάνομαι παρόν στο μυαλό μου σαν επίμονο προσκλητήριο, δεν χάνω την ελπίδα να δω τον εαυτό μου να γίνεται λίγο περισσότερο αντάξιος του μεγαλείου που είχε το παράδειγμα αξιοπρέπειας που μου έδωσαν στις απέραντες πεδιάδες του Αλεντέζου. Ο χρόνος θα δείξει.
Τι άλλα μαθήματα θα μπορούσα να πάρω από έναν Πορτογάλο που έζησε τον 14ο αιώνα, που συνέθεσε το έργο Rimas και τη δόξα, τα ναυάγια και τις εθνικές μας απογοητεύσεις στο έπος Lusiadas (οι Λουζιτανοί), που υπήρξε η απόλυτη ποιητική μεγαλοφυΐα, η μεγαλύτερη της λογοτεχνίας μας, όσο κι αν αυτό στενοχωρεί τον Φερνάντο Πεσόα, που αποκάλεσε ο ίδιος τον εαυτό του Σούπερ Καμόες της πορτογαλικής λογοτεχνίας; Κανένα μάθημα δικό του δεν είναι στα μέτρα μου, κανένα μάθημα δεν θα μπορούσα εγώ να πάρω, εκτός από το απλούστερο που θα μπορούσε να μου προσφέρει ο άνθρωπος Λουίς Βαζ ντε Καμόες στην πιο ανθρώπινη διάστασή του, λόγου χάρη την περήφανη ταπεινότητα ενός συγγραφέα που χτυπά όλες τις πόρτες ψάχνοντας να βρει κάποιον διατεθειμένο να εκδώσει το βιβλίο που έγραψε, υπομένοντας για τον λόγο αυτόν την περιφρόνηση των ανίδεων γαλαζοαίματων και ευγενών, την περιφρονητική αδιαφορία ενός βασιλιά και του κύκλου του των κραταιών, τη χλεύη με την οποία ανέκαθεν υποδέχεται ο κόσμος αυτός τους ποιητές, τους οραματιστές και τους τρελούς.
Τουλάχιστον για μία φορά στη ζωή τους όλοι οι συγγραφείς χρειάστηκε ή θα χρειαστεί να γίνουν Λουίς ντε Καμόες, ακόμη κι αν δεν έχουν γράψει ένα ποίημα σαν το Sobolos Rios… Ανάμεσα στους αυλικούς και στους λογοκριτές της Ιεράς Εξέτασης, ανάμεσα στους περασμένους έρωτες και στις απογοητεύσεις των πρόωρων γηρατειών, ανάμεσα στον πόνο που νιώθει αυτός που πάει να γράψει και στη χαρά αυτού που ήδη έγραψε, αυτόν τον άρρωστο άνδρα που επιστρέφει φτωχός από την Ινδία, όπου πολλοί πήγαν για να πλουτίσουν, αυτόν τον μονόφθαλμο στρατιώτη με τη λαβωμένη ψυχή, αυτόν τον δίχως περιουσία σαγηνευτή, που δεν θα κάνει ποτέ πια να φτεροκοπήσουν οι καρδιές των κυριών της αυλής, αυτόν ανέβασα στο πάλκο του θεατρικού έργου που ονομάζεται Τι θα κάνω μ’ αυτό το βιβλίο; που στο τέλος του αντηχεί μια άλλη ερώτηση, αυτή που είναι στην πραγματικότητα η σημαίνουσα, αυτή που ποτέ δεν θα μάθουμε αν της δόθηκε ικανοποιητική απάντηση: «Τι θα κάνεις μ’ αυτό το βιβλίο;». Περήφανη ταπεινότητα είναι να κρατά κανείς υπό μάλης ένα αριστούργημα και να βλέπει τον κόσμο να το απορρίπτει άδικα. Περήφανη ταπεινότητα, και πεισματάρα, είναι επίσης να θέλουμε να ξέρουμε σε τι θα χρησιμεύουν αύριο τα βιβλία που γράφουμε σήμερα κι αμέσως να αμφιβάλλουμε ότι θα καταφέρουν να επικρατήσουν για πολύ (ως πότε;) οι καθησυχαστικές κουβέντες που μας απευθύνονται ή απευθύνουμε οι ίδιοι στους εαυτούς μας. Αυτός που γελιέται περισσότερο είναι αυτός που επιτρέπει να τον ξεγελούν οι άλλοι…
Και τώρα πλησιάζει ένας άνδρας που άφησε το αριστερό του χέρι στον πόλεμο και μια γυναίκα που ήρθε στον κόσμο με τη μυστηριώδη δύναμη να βλέπει αυτό που υπάρχει μέσα στους ανθρώπους. Αυτός λέγεται Μπαλτάζαρ Ματέους και έχει το παρατσούκλι Επτάηλιος κι εκείνη είναι γνωστή με το όνομα Μπλιμούντα, κι ακόμη με το παρανόμι Επταφέγγαρη, που της πρόσθεσαν αργότερα, γιατί, όπως λένε τα γραμμένα, όπου υπάρχει ένας ήλιος, εκεί πρέπει να υπάρχει και μια σελήνη, και μονάχα η αρμονική παρουσία και των δύο από κοινού μπορεί να κάνει τη γη κατοικήσιμη μέσα απ’ τον έρωτα. Πλησιάζει προς τα εδώ κι ένας ιησουίτης παπάς με το όνομα Μπαρτολομέου, ο οποίος επινόησε μια μηχανή που ανεβαίνει στον ουρανό και πετά δίχως άλλο καύσιμο απ’ την ανθρώπινη θέληση, αυτήν που, απ’ ό,τι λένε, τα πάντα μπορεί, κι ας μην μπόρεσε, ή δεν ήξερε πώς, ή δεν θέλησε, ως σήμερα, να γίνει ο ήλιος και η σελήνη της απλής καλοσύνης και του απλούστερου ακόμη σεβασμού. Είναι τρεις τρελοί Πορτογάλοι του 18ου αιώνα, σε μια εποχή και μια χώρα όπου βασιλεύουν οι δεισιδαιμονίες και η πυρά της Ιεράς Εξέτασης, όπου η ματαιοδοξία και η μεγαλομανία ενός βασιλιά έκτισε ένα μοναστήρι, ένα παλάτι και μια εκκλησία βασιλική που θα θάμπωναν τον έξω κόσμο, στην ελάχιστα πιθανή περίπτωση που ο κόσμος αυτός είχε όρεξη να ρίξει τα μάτια του και να δει την Πορτογαλία, ικανότητα που γνωρίζουμε πως είχε η Μπλιμούντα, να βλέπει αυτό που ήταν κρυμμένο…
Και να που πλησιάζουν ακόμη χιλιάδες και χιλιάδες άνδρες, με χέρια βρώμικα και ροζιασμένα και με κορμί εξαντλημένο, που έχτιζαν, για χρόνια ολόκληρα στη σειρά, πέτρα την πέτρα, τα άψογα τείχη του μοναστηριού, τις θεόρατες αίθουσες του παλατιού, τις κολόνες και τις παραστάδες, τα αέρινα καμπαναριά, τον θόλο της βασιλικής που αιωρείται πάνω από το κενό. Οι ήχοι που ακούμε είναι από το εκκλησιαστικό όργανο του Ντομένικο Σκαρλάτι, που δεν ξέρει αν πρέπει να γελάσει ή να κλάψει… Αυτή είναι η ιστορία του Χρονικού του μοναστηριού, ενός βιβλίου όπου ο μαθητευόμενος συγγραφέας, χάρη σ’ αυτά που είχε διδαχθεί από τους παλιούς εκείνους χρόνους των παππούδων του, Ζερόνιμο και Ζοζέφα, κατάφερε ήδη τότε να γράψει λίγες λέξεις που δεν στερούνται ολότελα ποίησης, λέξεις σαν κι αυτές: «Εκτός από τις κουβέντες των γυναικών, τα όνειρα είναι που κρατούν τον κόσμο δεμένο στην τροχιά του. Κι ακόμη τα όνειρα είναι που του φτιάχνουν μια φεγγαρένια κορόνα, γι’ αυτό κι ο ουρανός είναι το θάμβος που υπάρχει μέσα στα κεφάλια των ανθρώπων, για να μην πούμε πως το κεφάλι των ανθρώπων είναι ο ίδιος, ο μοναδικός ουρανός». Αμήν.
Από μαθήματα ποίησης κάτι ήξερε ο έφηβος, απ’ αυτά που μάθαινε στα εγχειρίδια, όταν εκπαιδευόταν σε μια επαγγελματική σχολή της Λισαβόνας, για την τέχνη που άσκησε στην αρχή της επαγγελματικής του ζωής: αυτήν του μηχανικού. Είχε καλούς δασκάλους στην ποιητική τέχνη τις ατέλειωτες νυχτερινές ώρες που πέρασε στις δημόσιες βιβλιοθήκες, διαβάζοντας στην τύχη ό,τι έπεφτε στα χέρια του ή από τους καταλόγους, δίχως καθοδήγηση, δίχως κάποιον να τον συμβουλέψει, με την ίδια δημιουργική έκπληξη του θαλασσοπόρου που επινοεί κάθε τόπο που ανακαλύπτει. Οσο για το βιβλίο Η Χρονιά που πέθανε ο Ρικάρντο Ρέις, άρχισε να γράφεται στη βιβλιοθήκη της Βιομηχανικής Σχολής… Εκεί συνάντησε μια μέρα ο νεαρός μαθητευόμενος μηχανικός (ήταν τότε 17 χρόνων) ένα περιοδικό «Ατένα» ήταν ο τίτλος του όπου υπήρχαν ποιήματα με την ομώνυμη υπογραφή και, όπως είναι φυσικό, μια κι ήταν τόσο κακός γνώστης της λογοτεχνικής χαρτογραφίας της χώρας του, νόμισε πως υπήρχε στην Πορτογαλία ένας ποιητής που λεγόταν έτσι: Ρικάρντο Ρέις. Δεν πέρασε πολύς καιρός, ωστόσο, κι έμαθε πως ο ποιητής αυτός τελικά ήταν κάποιος Φερνάντο Νογκέιρα Πεσόα, που υπέγραφε ποιήματα με ονόματα ανύπαρκτων ποιητών που είχαν γεννηθεί στο κεφάλι του και τους ονόμαζε «ετερώνυμους», λέξη που δεν υπήρχε στα λεξικά της εποχής, γι’ αυτό και πολύ δυσκολεύτηκε ο μαθητευόμενος των γραμμάτων να μάθει τι σήμαινε. Εμαθε απέξω πολλά ποιήματα του Ρικάρντο Ρέις («Για να γίνεις μεγάλος, να είσαι ακέραιος. Βάζε όλο σου το είναι στο ελάχιστο που κάνεις»), δεν μπορούσε όμως να συμβιβαστεί, όσο νέος και αδαής κι αν ήταν, με το γεγονός ότι ένα ανώτερο πνεύμα είχε μπορέσει να συλλάβει, χωρίς καμιά τύψη, αυτόν τον σκληρό στίχο: «Σοφός είναι αυτός που αρκείται στο θέαμα του κόσμου». Πολλά πολλά χρόνια αργότερα, ο μαθητευόμενος, με άσπρα πια μαλλιά και λίγο πιο σοφός από τη δική του σοφία, αποτόλμησε να γράψει ένα μυθιστόρημα για να δείξει στον ποιητή των Ωδών κάτι από το θέαμα της Κατοχής της Ρηνανίας από τα ναζιστικά στρατεύματα, τον πόλεμο του Φράνκο ενάντια στην Ισπανική Δημοκρατία, τη δημιουργία της πορτογαλικής φασιστικής πολιτοφυλακής από τον Σαλαζάρ. Ηταν σαν να του έλεγε: «Ιδού το θέαμα του κόσμου, ποιητή της γαλήνιας πικρίας και του κομψού σκεπτικισμού. Αδραξε, απόλαυσε, ατένισε, αφού η σοφία σου είναι να κάθεσαι με τα χέρια σταυρωμένα…».
Η Χρονιά που πέθανε ο Ρικάρντο Ρέις κατέληγε με μερικά μελαγχολικά λόγια: «Εδώ που τελειώνει η θάλασσα και η στεριά προσμένει». Ωστόσο τέλειωσαν οι ανακαλύψεις για την Πορτογαλία, μόνο της πεπρωμένο, μια αέναη αναμονή ενός μέλλοντος αδιανόητου: μονάχα το γνωστό fado, η διαρκής saudade και κάτι λίγα ακόμη… Φαντάστηκε τότε ο μαθητευόμενος πως ίσως υπήρχε κάποιος τρόπος να ξαναριχτούν τα πλοία στη θάλασσα αν, λόγου χάρη, μετακινούσε την πατρίδα του ολόκληρη και την έβαζε να πλεύσει στ’ ανοιχτά.
Αμεσος καρπός της συλλογικής αγανάκτησης των Πορτογάλων για την ιστορική περιφρόνηση της Ευρώπης (πιο ακριβές θα ήταν αν έλεγα καρπός της προσωπικής μου αγανάκτησης…) το μυθιστόρημα που έγραψα τότε Η πέτρινη σχεδία , που κινείται χωρίς κουπιά, χωρίς πανιά, χωρίς έλικες, προς τον Νότο του κόσμου, «μάζα πέτρινη και χωμάτινη σκεπασμένη από πόλεις, χωριά, ποτάμια, δάση, εργοστάσια, παρθένα δασοτόπια, καλλιεργημένα χωράφια, με τους ανθρώπους και τα ζώα τους», στον δρόμο για μια νέα ουτοπία: την πολιτισμική συνάντηση των λαών της χερσονήσου μας με τους λαούς της άλλης πλευράς του Ατλαντικού, αμφισβητώντας έτσι, ως εκεί τόλμησε το στρατήγημά μου, την ασφυκτική κυριαρχία που έχουν ασκήσει στα μέρη αυτά οι Ηνωμένες Πολιτείες της Βόρειας Αμερικής…
Ενα διπλά ουτοπιστικό όραμα θα μπορούσε να κατανοήσει την πολιτική αυτή φαντασία ως μια μεταφορά πολύ πιο γενναιόδωρη και ανθρώπινη: πως η Ευρώπη ολόκληρη θα έπρεπε να μετακινηθεί προς τον Νότο, ώσπου, σε αντίτιμο των παλιών και νεότερων αποικιοκρατικών της καταχρήσεων, να βοηθήσει τον κόσμο να ισορροπήσει. Η Ευρώπη, δηλαδή, ως ηθική οντότητα. Οι χαρακτήρες της Πέτρινης σχεδίας δύο γυναίκες, τρεις άνδρες κι ένας σκύλος ταξιδεύουν ακούραστα στην Ιβηρική καθώς αυτή σχίζει τον ωκεανό. Ο κόσμος αλλάζει και εκείνοι γνωρίζουν πως θα πρέπει να αναζητήσουν μέσα τους τα νέα πρόσωπα στα οποία θα εξελιχθούν (κι αυτό ισχύει και για τον σκύλο, που είναι αλλιώτικος απ’ τους άλλους…). Αυτό τους είναι αρκετό.
Αναλογίστηκε τότε ο μαθητευόμενος πως κάποια στιγμή στη ζωή του είχε κάνει διόρθωση και επιμέλεια σε χειρόγραφα βιβλίων και πως αφού τώρα είχε κάνει, στην Πέτρινη σχεδία, τη διόρθωση του μέλλοντος, δεν θα ήταν άσχημη ιδέα να κάνει και μια διόρθωση στο παρελθόν, επινοώντας ένα μυθιστόρημα που θα λεγόταν Ιστορία της πολιορκίας της Λισαβόνας, στο οποίο ένας επιμελητής, επιμελούμενος ένα βιβλίο με τον ίδιο τίτλο, που είναι όμως βιβλίο ιστορίας, και απαυδημένος από το πόσο λίγο μπορεί πια η ιστορία αυτή να εκπλήσσει, αποφασίζει να βάλει ένα «όχι» στη θέση ενός «ναι», ανατρέποντας την αυθεντία της «ιστορικής αλήθειας».
Ο Ραϊμούντο Σίλβα, έτσι ονομάζεται ο επιμελητής, είναι ένας απλός άνθρωπος, κοινός, που το μόνο το οποίο τον διακρίνει από την πλειονότητα είναι ότι πιστεύει πως όλα τα πράγματα έχουν μια θεατή και μια αθέατη πλευρά και πως τίποτε δεν γνωρίζουμε γι’ αυτά αν δεν εξετάσουμε και τις δύο. Αυτό ακριβώς πραγματεύεται μια συζήτηση που έχει ο επιμελητής με τον ιστορικό: «Σας υπενθυμίζω ότι οι επιμελητές είναι νηφάλιοι άνθρωποι, έχουν δει πολλά τα μάτια τους στη ζωή και στη λογοτεχνία, Το βιβλίο μου, σας υπενθυμίζω κι εγώ, είναι ιστορικό, Χωρίς να έχω την πρόθεση να υποδείξω άλλες αντιφάσεις, κύριε καθηγητά, κατά την άποψή μου, ό,τι δεν είναι ζωή είναι λογοτεχνία, και η ιστορία, Προπαντός η ιστορία, χωρίς να θέλω να σας προσβάλω, Και η ζωγραφική και η μουσική, Η μουσική αντιστέκεται από την ώρα που γεννήθηκε, μια έτσι μια αλλιώς, θέλει να απαλλαγεί απ’ αυτήν τη λέξη, υποθέτω από ζήλια μάλλον, αλλά επανέρχεται πάντα στην τάξη, Και η ζωγραφική, Μα η ζωγραφική δεν είναι παρά λογοτεχνία φτιαγμένη με πινέλα, Ελπίζω να μην ξεχνάτε ότι η ανθρωπότητα άρχισε να ζωγραφίζει πολύ προτού μάθει να γράφει, Γνωρίζετε το ρητό, όποιος δεν έχει σκύλο κυνηγάει με γάτα, μ’ άλλα λόγια, όποιος δεν μπορεί να γράψει ζωγραφίζει, ή σχεδιάζει, αυτό κάνουν και τα παιδιά, Θέλετε να πείτε, με άλλα λόγια, ότι η λογοτεχνία υπήρχε ήδη προτού γεννηθεί, Μάλιστα, όπως και ο άνθρωπος, μ’ άλλα λόγια, ήταν άνθρωπος προτού υπάρξει, Αρκετά πρωτότυπη μου φαίνεται η οπτική σας γωνία, Μην το νομίζετε, κύριε καθηγητά, ο βασιλιάς Σολομών, που έζησε πριν από τόσο καιρό, από τότε ακόμη δήλωνε πως δεν υπήρχε τίποτε καινούργιο κάτω από τον ήλιο, ε, αφού το αναγνώριζαν ήδη σε τόσο περασμένες εποχές, τι να πούμε κι εμείς σήμερα, μετά από τριάντα ολόκληρους αιώνες, αν δεν με απατά η εγκυκλοπαιδική μου μνήμη, Είναι περίεργο, εγώ, που είμαι και ιστορικός, δεν θα θυμόμουν, αν με ρωτούσαν ξαφνικά, ότι έχουν περάσει τόσα χρόνια, Το έχει αυτό ο χρόνος, περνάει και δεν τον παίρνουμε είδηση, κάθεται κανείς και ασχολείται με τα δικά του τα καθημερινά και ξαφνικά εκπλήσσεται με τον εαυτό του και αναφωνεί Θεέ μου, πώς περνά ο καιρός, σαν χθες ο βασιλιάς Σολομών ήταν ζωντανός κι έχουν περάσει κιόλας τρεις χιλιάδες χρόνια, Μου φαίνεται πως διαλέξατε λάθος ειδικότητα, θα έπρεπε να είχατε γίνει φιλόσοφος, ή ιστορικός, έχετε και την αίγλη και την κοψιά, γιατί αυτές είναι οι αρετές που απαιτούνται, Μου λείπει η παίδευση, τι μπορεί να κάνει ένας απλός άνθρωπος χωρίς παίδευση, και πάλι τυχερός είμαι που ήρθα με το γενετικό μου υλικό εντάξει μεν, αλλά σε κατάσταση άξεστη, για να το πω έτσι χοντρά, και ποτέ δεν εξευγενίστηκε, γιατί τα πρώτα γράμματα είναι που μένουν, Μπορείτε να παρουσιαστείτε ως αυτοδίδακτος, καρπός της ίδιας σας της τίμιας προσπάθειας, δεν είναι ντροπή, παλιότερα η κοινωνία ήταν περήφανη για τους αυτοδίδακτούς της, Αυτό έχει σταματήσει, ήρθε η εξέλιξη και το σταμάτησε, τους αυτοδίδακτους δεν τους βλέπουν πια με καλό μάτι, μονάχα αυτοί που γράφουν στίχους και ιστορίες έχουν το δικαίωμα να είναι αυτοδίδακτοι, οι τυχεροί, εγώ όμως σας ομολογώ ότι δεν είχα ποτέ κλίση προς τη λογοτεχνική δημιουργία, Γίνετε φιλόσοφος, άνθρωπέ μου, Είστε ένας χιουμορίστας με λεπτό πνεύμα, κύριε καθηγητά, καλλιεργείτε την ειρωνεία αριστοτεχνικά, φτάνω να αναρωτιέμαι πώς και αφοσιωθήκατε στην ιστορία, τέτοια βαριά και βαθιά επιστήμη, Είρωνας είμαι μονάχα στην πραγματική ζωή, Καλά το είχα καταλάβει λοιπόν ότι η ιστορία δεν είναι πραγματική ζωή, ότι είναι λογοτεχνία και τίποτε άλλο, Μα η ιστορία υπήρξε πραγματική ζωή σε μια εποχή που ακόμη δεν μπορούσε να ονομαστεί ιστορία, Επομένως, κύριε καθηγητά, πιστεύετε πως η ιστορία και η πραγματική ζωή, Μάλιστα αυτό πιστεύω, Οτι η ιστορία ήταν κάποτε πραγματική ζωή, ήθελα να πω, Μην έχετε την παραμικρή αμφιβολία, Τι θα γινόμαστε χωρίς την απαλοιφή, αναστέναξε ο επιμελητής». Δεν χρειάζεται βέβαια να πούμε ότι ο μαθητευόμενος έμαθε πλάι στον Ραϊμούντο Σίλβα το μάθημα της αμφιβολίας. Καιρός ήταν.
Λοιπόν, αυτό ακριβώς το μάθημα της αμφιβολίας τον οδήγησε, δυο χρόνια αργότερα, να γράψει Το Κατά Ιησούν Ευαγγέλιον. Είναι αλήθεια βέβαια, μας το έχει πει κι ο ίδιος, πως οι λέξεις του τίτλου προέκυψαν ως αποτέλεσμα οπτικής ψευδαίσθησης, εμείς όμως δικαιούμαστε να αναρωτηθούμε μήπως ήταν το γαλήνιο παράδειγμα του επιμελητή αυτό που, στο μεταξύ, είχε προετοιμάσει το έδαφος για να φυτρώσει αυτό το νέο μυθιστόρημα. Ετούτη τη φορά δεν επρόκειτο να κοιτάξει πίσω από τις σελίδες της Καινής Διαθήκης αναζητώντας αντιθέσεις, αλλά να φωτίσει μ’ ένα ισοπεδωτικό φως την επιφάνειά τους, όπως κάνει κανείς σ’ έναν ζωγραφικό πίνακα, έτσι που να ξεπεταχτούν από μέσα του τα ανάγλυφα, τα ίχνη του περάσματος, η σκιά της κοιλότητας. Ετσι έγινε, και ο μαθητευόμενος, περιτριγυρισμένος από ευαγγελικά πρόσωπα, διάβασε, σαν να ήταν η πρώτη φορά, την περιγραφή της σφαγής των Νηπίων, τη διάβασε και δεν κατάλαβε. Δεν κατάλαβε πώς γίνεται να έχει ήδη μάρτυρες μια θρησκεία που θα περιμένει ακόμη τριάντα χρόνια ώσπου ο θεμελιωτής της να αρθρώσει την πρώτη της κουβέντα, δεν κατάλαβε γιατί δεν έδωσε τη ζωή των βρεφών της Βηθλεέμ ο μοναδικός άνθρωπος που θα μπορούσε να το είχε κάνει, δεν κατάλαβε την απουσία, από τον Ιωσήφ, και του ελάχιστου συναισθήματος ευθύνης, τύψης, ενοχής ή έστω περιέργειας, αφότου επέστρεψε από την Αίγυπτο με την οικογένειά του. Ούτε μπορεί να προβάλει κανείς, ως επιχείρημα υπεράσπισης, πως ήταν ανάγκη να πεθάνουν τα νήπια της Βηθλεέμ για να σωθεί ο Ιησούς: η απλή κοινή λογική, αυτή που θα έπρεπε να επικρατεί σε όλα τα ζητήματα, σε ανθρώπινα και θεϊκά, έρχεται να μας υπενθυμίσει πως ο Θεός δεν θα έστελνε τον Γιο του στη γη, και μάλιστα επιφορτίζοντάς τον να άρει τις αμαρτίες της ανθρωπότητας, για να αποκεφαλιστεί τελικά στα δύο του χρόνια από έναν στρατιώτη του Ηρώδη…
Στο Ευαγγέλιο αυτό, που έγραψε ο μαθητευόμενος με τον σεβασμό που αξιώνουν τα μεγάλα δράματα, ο Ιωσήφ θα συνειδητοποιήσει την ενοχή του, θα δεχθεί τις τύψεις ως τιμωρία για την παράλειψή του και θα αφήσει να τον οδηγήσουν στον θάνατο σχεδόν χωρίς αντίσταση, σαν να ‘ταν αυτό το χρέος που όφειλε για να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τον κόσμο. Το Ευαγγέλιο του μαθητευόμενου δεν είναι, επομένως, ένας ακόμη ηθοπλαστικός μύθος ευλογημένων και θεών αλλά μια ιστορία κάμποσων ανθρώπινων υπάρξεων που υπόκεινται σε κάποια εξουσία, παλεύουν ενάντιά της, αλλά δεν μπορούν να τη νικήσουν. Ο Ιησούς, που θα κληρονομήσει τα σανδάλια που φορούσε ο πατέρας του όταν πατούσε τη σκόνη των δρόμων της γης, θα κληρονομήσει και το τραγικό συναίσθημα της ευθύνης και της ενοχής που δεν θα τον εγκαταλείψει ποτέ πια, ούτε ακόμη όταν θα υψώσει τη φωνή του πάνω στον σταυρό: «Ανθρωποι, συγχωρήστε τον, γιατί δεν ξέρει τι κάνει», αναφερόμενος βέβαια στον Θεό που τον είχε οδηγήσει ως εκεί, ίσως όμως ποιος ξέρει; ενθυμούμενος, στο έσχατο ψυχομαχητό του, τον αυθεντικό του πατέρα, εκείνον που με σάρκα και αίμα τον είχε γεννήσει ως άνθρωπο. Οπως βλέπουμε, ο μαθητευόμενος είχε κάνει μεγάλο ταξίδι όταν στο αιρετικό του Ευαγγέλιο έγραψε τις τελευταίες λέξεις του διαλόγου στον ναό μεταξύ του Ιησού και του γραμματέα: «Η ενοχή είναι ένας λύκος που τρώει τον γιο αφού κατασπαράξει τον πατέρα, είπε ο γραμματέας, Ο λύκος που λες έφαγε ήδη τον πατέρα μου, είπε ο Ιησούς, Τότε απομένει να κατασπαράξει κι εσένα, Κι εσένα σ’ έφαγε και σε κατασπάραξε, Οχι απλώς μ’ έφαγε και με κατασπάραξε, αλλά και με ξέρασε, απάντησε ο γραμματέας».
Αν ο αυτοκράτορας Καρλομάγνος δεν είχε ιδρύσει στον Βορρά της Γερμανίας ένα μοναστήρι, αν αυτό το μοναστήρι δεν είχε σταθεί αφορμή για να ιδρυθεί η πόλη του Μίνστερ, αν το Μίνστερ δεν είχε θελήσει να σηματοδοτήσει τα χίλια διακόσια χρόνια από την ίδρυσή του με μια όπερα σχετική με τον πόλεμο, που έφερε αντιμέτωπους τον 16ο αιώνα αναβαπτιστές, προτεστάντες και καθολικούς, ο μαθητευόμενος δεν θα είχε γράψει το θεατρικό έργο που ονόμασε In Nomine Dei («Εις το όνομα του Κυρίου»). Για μία ακόμη φορά, δίχως βοήθεια άλλη από τα μικρά φώτα της λογικής του, ο μαθητευόμενος χρειάστηκε να εισχωρήσει στον σκοτεινό λαβύρινθο των θρησκευτικών δογμάτων, αυτών που με τόση ευκολία βάζουν τους ανθρώπους να σκοτώνουν και να σκοτώνονται. Κι αυτό που είδε ήταν και πάλι η φρικιαστική μάσκα της αδιαλλαξίας, μια αδιαλλαξία που στο Μίνστερ άγγιξε τον τρελό παροξυσμό, μια αδιαλλαξία που πρόσβαλε τον σκοπό που και τα δύο μέρη κήρυσσαν πως υπερασπίζονταν. Γιατί δεν επρόκειτο για πόλεμο στο όνομα δύο εχθρών θεών αλλά για πόλεμο στο όνομα ενός και του ίδιου θεού. Τυφλωμένοι από τις ίδιες τους τις πεποιθήσεις, οι αναβαπτιστές και οι καθολικοί του Μίνστερ δεν στάθηκαν ικανοί να καταλάβουν το πλέον ξεκάθαρο και αυταπόδεικτο: την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας, όταν θα εμφανιστούν οι μεν και οι δε για να δεχθούν την επιβράβευση ή την τιμωρία που άξιζαν οι πράξεις τους στη γη, ο Θεός, αν στις αποφάσεις του βασιλεύει κάτι που να μοιάζει λίγο με την ανθρώπινη λογική, θα πρέπει να δεχθεί στον Παράδεισο και τους δυο τους, για τον απλούστατο λόγο ότι τόσο οι μεν όσο και οι δε πιστεύουν σ’ αυτόν. Η τρομερή ανθρωποθυσία του Μίνστερ δίδαξε στον μαθητευόμενο πως, αντίθετα μ’ αυτό που είχαν τάξει, οι θρησκείες ποτέ δεν βοήθησαν στην προσέγγιση των ανθρώπων και πως ο πιο παράλογος απ’ όλους τους πολέμους είναι ο θρησκευτικός πόλεμος, αν σκεφτεί κανείς πως ο Θεός δεν μπορεί, ακόμη και να ‘θελε, να κηρύξει πόλεμο ενάντια στον εαυτό του…
Τυφλοί. Ο μαθητευόμενος σκέφτηκε: «Είμαστε τυφλοί», κι έκατσε να γράψει Το περί τυφλότητος, για να υπενθυμίσει, σε όποιον τυχόν το διαβάσει, πως όταν εξευτελίζουμε τη ζωή χρησιμοποιούμε διεστραμμένα τη λογική, πως η αξιοπρέπεια της ανθρώπινης ύπαρξης προσβάλλεται καθημερινά από τους κραταιούς του κόσμου μας, πως το παγκόσμιο ψέμα πήρε τη θέση της πληθυντικής αλήθειας και πως ο άνθρωπος έπαψε να σέβεται τον εαυτό του όταν έχασε τον σεβασμό του για τον πλησίον. Κατόπιν ο μαθητευόμενος, σαν να ‘θελε να εξορκίσει τα τέρατα που γέννησε η τυφλότητα της λογικής, βάλθηκε να γράψει την πιο απλή απ’ όλες τις ιστορίες του: ένας άνθρωπος αναζητεί έναν άλλον άνθρωπο μόνο και μόνο γιατί κατάλαβε πως αυτό είναι το πιο σημαντικό που μπορεί να απαιτήσει η ζωή από μια ανθρώπινη ύπαρξη. Το βιβλίο λέγεται Ολα τα ονόματα. Αγραφα, όλα τα ονόματά μας βρίσκονται εκεί. Τα ονόματα των ζωντανών και τα ονόματα των νεκρών.
Σταματώ εδώ. Η φωνή που διάβασε αυτές τις σελίδες θέλησε να γίνει η ηχώ της φωνής όλων μαζί των ηρώων μου. Δεν έχω, έτσι κι αλλιώς, άλλη φωνή από τη φωνή που έχουν εκείνοι. Συγχωρήστε με αν σας φάνηκε λίγο αυτό που είναι για μένα το παν.
Βραβείο Νομπέλ 1998
