Τα φτερά των αγγέλων

Τα φτερά των αγγέλων ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ Κάθε εβδομάδα ένα βιβλίο από το ράφι της μεγάλης παγκόσμιας βιβλιοθήκης Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε το καλοκαίρι του 1913 Σύμφωνα με τον Ρόμπερτ Γκρέιβς, «αν γραφόταν ποτέ το τέλειο ποίημα, θα σταματούσε ο κόσμος». Γι'' αυτό ίσως οι μεγάλοι ποιητές δημιουργούν μια δική τους εικόνα του κόσμου ή αλλιώς την προσωπική τους μυθολογία. Παρ'' ότι όμως γνωρίζουν εδώ και αιώνες

Τα φτερά των αγγέλων

Κάθε εβδομάδα ένα βιβλίο από το ράφι της μεγάλης παγκόσμιας βιβλιοθήκης


Σύμφωνα με τον Ρόμπερτ Γκρέιβς, «αν γραφόταν ποτέ το τέλειο ποίημα, θα σταματούσε ο κόσμος». Γι’ αυτό ίσως οι μεγάλοι ποιητές δημιουργούν μια δική τους εικόνα του κόσμου ή αλλιώς την προσωπική τους μυθολογία. Παρ’ ότι όμως γνωρίζουν εδώ και αιώνες πως τους είναι αδύνατον να μιλήσουν με τη φωνή των αγγέλων, δεν παύουν να την αναζητούν. Ετσι και ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε το 1922 στο Ντουίνο της Βόρειας Ιταλίας (και σε κατάσταση πνευματικής και ψυχικής υπερδιέγερσης) γράφει τις Ελεγείες του Ντουίνο, ένα από τα μεγαλύτερα ποιητικά έργα της εποχής του, συνεχίζοντας τούτη τη ρομαντική κατ’ ουσία παράδοση και βαδίζοντας ως ένα βαθμό στα ίχνη του Χέλντερλιν – με μια ουσιαστική διαφορά ωστόσο: αφού δεν μπορούμε, έστω και υποθετικά, να μιλήσουμε με αγγελική γλώσσα, αυτό που μας μένει είναι να απευθυνθούμε στους αγγέλους με τη γλώσσα των ανθρώπων. Τότε κι εκείνοι ίσως να σηκώσουν πάνω στα φτερά τους τη δική μας φωνή.


Μιλώντας όμως στους αγγέλους ο Ρίλκε συνομιλεί παραβολικά με τον ίδιο τον εαυτό του, με κάποιον άλλον ποιητή ή καλύτερα με ένα alter ego – γι’ αυτό άλλωστε και ισχυριζόταν πως την ώρα που έγραφε τις Ελεγείες ήταν σαν να του τις υπαγόρευε κάποιος, δηλαδή σαν κάποιο αόρατο χέρι να οδηγούσε το δικό του. Χρησιμοποιώντας μια από τις πλέον επεξεργασμένες ποιητικές μορφές, την ελεγεία, προκειμένου να γράψει το μείζον έργο του ο Ρίλκε αναδεικνύει το τρομερό, σαν την ομορφιά, και ανυπόφορο, σαν τον θάνατο, της ύπαρξης με μια δύναμη που δεν τη συναντούμε ακόμη και στις πιο ευτυχισμένες στιγμές του ρομαντισμού.


Ο λόγος φορτισμένος στον ύψιστο βαθμό καθιστά δραστική την αιωνιότητα και μεταβάλλει το εφήμερο βίωμα σε τμήμα του χρόνου, που το περιεχόμενό του δεν είναι πλέον θεολογικό αλλά κοσμολογικό. Αυτή η σχεδόν απόλυτη φόρτιση του νοήματος, η αποθέωση της γλωσσικής παντοδυναμίας, η οποία γεννάται από την αναγωγή του ρυθμού σε πρωταρχική αξία και της μουσικής σε οργανικό τμήμα της λέξης ορίζοντας έτσι και την αυτονομία της, μαζί με τη συγκλονιστική ψυχρότητα του γλωσσικού σχήματος καθιστούν τις Ελεγείες ανεπανάληπτες. Αν ο άλλος, στον οποίο παραβολικά «απευθύνεται» ο ποιητής μιλώντας στους αγγέλους του, είναι το άλλο του εγώ, δηλαδή ένας νεκρός που μένει ασάλευτος στον χωροχρόνο ανάμεσα στα αστέρια και στα αγγελικά φτεροκοπήματα, τότε συμπεραίνουμε ότι εδώ δεν έχουμε το πορτρέτο του Ρίλκε αλλά την προβολή εκείνου που ο ίδιος αισθάνεται ότι είναι – και θα ήθελε για πάντα να είναι: του ποιητή, της εφήμερης ύπαρξης που τολμά να σταματήσει τον χρόνο στην κίνησή του και να απομνημειωθεί τη στιγμή της ανύψωσής της, οικεία και όμως απρόσιτη, μια φλόγα που παγώνει, για να μείνει έτσι στο διηνεκές.


Ο Ρίλκε ζητεί από τους αγγέλους να του πουν ό,τι δεν μπορούμε να μάθουμε: ποια ουσία κρύβεται κάτω από το περίβλημα των αισθήσεων. Η γνώση αυτής της αδυναμίας, που αποκτάται σχεδόν «σωματικά» μέσα από τη σχέση έρωτα – θανάτου, είναι που απογειώνει το κοσμολογικό, μεταφυσικό και υπαρξιακό πάθος των Ελεγειών. Πρόκειται για πάθος της σκιάς, αρχαϊκό σχεδόν και ωστόσο πάθος της κορυφής, του ακραίου σημείου της πτήσης, όπου ανοίγεται μέσα σε αιφνίδιες εκλάμψεις ο παράδεισος που δεν θα κατακτήσουμε. Ενας τέτοιος παράδεισος δεν μπορεί παρά να παραπέμπει σε χειμερινά τοπία. Εκεί όπου γίνονται μακρινά τα οικεία – και αντιστρόφως – και όπου το δάκρυ είναι καθαρό και ανέγγιχτο, σαν το χιόνι που πέφτει από τα φτερά των αγγέλων του Ρίλκε.


Ράινερ Μαρία Ρίλκε, «Οι ελεγείες του Ντουίνο»

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version