Περί τα μέσα του 20ού αιώνα ένα ανέκδοτο κυκλοφορούσε στους ακαδημαϊκούς κύκλους της Οξφόρδης. Οταν ένας καθηγητής του πανεπιστημίου συστήθηκε σε ένα πάρτι ως «ο πλέον έξυπνος άνδρας στην Αγγλία», κάποιος από τους παρευρισκομένους παρατήρησε: «Α, τότε θα πρέπει να είστε ο Αϊζάια Μπερλίν».
Διάσημος για την ευφυΐα του ακόμη και όταν ο ίδιος ήταν απών, ο Αϊζάια Μπερλίν υπήρξε μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες μορφές της σύγχρονης φιλοσοφίας. Αρκετούς μήνες μετά τον θάνατο του φιλοσόφου που έβλεπε τους ανθρώπους να διακρίνονται σε «σκαντζόχοιρους» και «αλεπούδες», ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Μάικλ Ιγκνάτιεφ παρουσιάζει τη βιογραφία του και φωτίζει τις λιγότερο γνωστές πλευρές μιας συναρπαστικής ζωής: από την Πετρούπολη και τη Μόσχα ως τη Νέα Υόρκη και την Ουάσιγκτον, ο Μπερλίν υπήρξε μάρτυρας όλων των σημαντικών γεγονότων του 20ού αιώνα.
Το ενδιαφέρον ανιχνεύεται και στο χρονικό της συγγραφής. Για να συλλέξει και να οργανώσει το υλικό του ο Ιγκνάτιεφ συναντούσε τακτικά τον Μπερλίν για μία δεκαετία. Οι απογευματινές «εξομολογήσεις» λάμβαναν χώρα στο pied a terre που διατηρούσε ο Μπερλίν στο Πικαντίλι του Λονδίνου. Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου ο Ιγκνάτιεφ μοιράζεται με τους αναγνώστες του το σκηνικό των συναντήσεων: το χαμηλό τραπεζάκι του καφέ, το ανοιχτό μαγνητόφωνο και η χαμηλόφωνη αφήγηση του Μπερλίν μπερδεύονται με τον ήχο τον αμυγδάλων που τη συνόδευε και τον χτύπο του γαλλικού ρολογιού που μετρούσε τον χρόνο.
Ο Αϊζάια Μπερλίν γεννήθηκε στις 6 Ιουνίου του 1909 στη Ρίγα, την πρωτεύουσα της Λιθουανίας, τότε επαρχίας της ρωσικής αυτοκρατορίας. Παρά την εβραϊκή καταγωγή του, ο νεαρός Αϊζάια δεν ακολουθούσε τις θρησκευτικές συνήθειες της οικογένειάς του. Αργότερα θα αποδεχθεί την εβραϊκή του ταυτότητα ως αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας του, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν θα σταθεί κριτικά απέναντί της. Ενδεικτικό είναι το ανέκδοτο που συνήθιζε να αφηγείται: Ο καμπούρης αμερικανός εφευρέτης Στάινμετζ περνά μπροστά από έναν εβραϊκό ναό στη Νέα Υόρκη μαζί με τον Οτο Καν, έναν επενδυτή εβραϊκής καταγωγής. Στην παρατήρηση του Καν ότι κάποτε επισκεπτόταν συχνά τη συναγωγή, ο Στάινμετζ απαντά: «Ναι, κι εγώ είχα κάποτε καμπούρα».
Τα ιστορικά γεγονότα υπέδειξαν σε μεγάλο βαθμό την πορεία της οικογένειας Μπερλίν, που το 1916 μετακόμισε στο Πέτρογκραντ και πέντε χρόνια αργότερα στο Λονδίνο. Εκεί ο νεαρός Αϊζάια συνέχισε την εκπαίδευσή του και σε ηλικία 15 ετών γνώρισε τον 30χρονο Σαμουέλ Ραχμιλίεβιτς, Εβραίο ρωσικής καταγωγής, που τον μύησε για πρώτη φορά στη φιλοσοφία. Μία δεκαετία αργότερα το όνομα του Ραχμιλίεβιτς συμπεριλαμβάνεται στα ονόματα των ανθρώπων που ο Μπερλίν ευχαριστεί στο πρώτο βιβλίο του, τη βιογραφία του Καρλ Μαρξ. Η εισαγωγή του σε κολέγιο της Οξφόρδης το 1928 σήμανε το τέλος των εφηβικών πειραματισμών και της οικογενειακής κηδεμονίας και την έναρξη των προσωπικών και φιλοσοφικών αναζητήσεων.
Η αφήγηση μπορεί να χωριστεί σε τρεις βασικούς άξονες: στον ακαδημαϊκό, στον κοινωνικό και στον προσωπικό. Στον πρώτο ζωντανεύουν οι φοιτητικές συγκεντρώσεις, όταν το φαγητό που σερβιριζόταν στον κάθε συνδαιτυμόνα αντανακλούσε τον χαρακτήρα του (εξ ου και σε έναν «σκοτεινής διάθεσης» φοιτητή προσφέρθηκε ένα μελανού χρώματος γεύμα, με μαύρη πουτίγκα, καμένο τοστ, σκέτο καφέ και μαύρες ελιές). Σε δεύτερο επίπεδο ανακαλείται η αφετηρία της φιλοσοφικής σκέψης του βιογραφουμένου: μέσα από την απλότητα της μουσικής ερμηνείας του Τοσκανίνι και του στοχασμού του Μπέρτραντ Ράσελ ο Μπερλίν συνειδητοποιεί ότι οι μεγάλοι καλλιτέχνες και στοχαστές βασίζονται σε μια κεντρική ιδέα, η οποία, παρά την περιπλοκότητα που μπορεί να συνεπάγεται, είναι πάντα απλή.
Κεντρικό σημείο της φιλοσοφικής θεωρίας του Μπερλίν είναι η εισαγωγή των όρων της «θετικής» και «αρνητικής ελευθερίας», και η διάκριση των ανθρώπων σε «σκαντζόχοιρους» και «αλεπούδες». Ο διαχωρισμός αυτός αναλογεί στα χαρακτηριστικά των προσφιλών κατοίκων του ζωικού βασιλείου: ο πρώτος παραμένει σταθερός σε μία αλήθεια την οποία προφυλάσσει, ενώ η δεύτερη έχει τη δυνατότητα να ελίσσεται. Ο Μπερλίν ξεκίνησε να εφαρμόζει τη θεωρία του στις μεγάλες προσωπικότητες του παρελθόντος: ο Γκαίτε και ο Πούσκιν ήταν αλεπούδες· ο Ντοστογέφσκι και ο Τολστόι ήταν σκαντζόχοιροι. Σε αυτό το σημείο ο φιλόσοφος διέγνωσε τη σύγκρουση στον ίδιο του τον εαυτό: «Μια αλεπού που επιθυμούσε να είναι σκαντζόχοιρος, ένας μοναχικός στοχαστής που διψούσε για κοινωνικότητα».
Και όμως η κοινωνική ζωή του ήταν κάθε άλλο παρά φτωχή σε περιστατικά και εμπειρίες. Η καθεμία από τις συναντήσεις του με τους Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, Βιρτζίνια Γουλφ, Γερτρούδη Στάιν, Τ. Σ. Ελιοτ, Σίγκμουντ Φρόιντ, Σεργκέι Αϊζενστάιν, Αννα Αχμάτοβα, Ιγκόρ Στραβίνσκι και Γουίνστον Τσόρτσιλ φέρει τον δικό της μύθο. Οταν η Γκρέτα Γκάρμπο τον συνάντησε στη Νέα Υόρκη περί τα μέσα της δεκαετίας του 1940, τον κοίταξε για πολλή ώρα και στη συνέχεια παρατήρησε με τη βραχνή φωνή της: «Εχετε ωραία μάτια».
Παρά την εντύπωση που δημιούργησε στη σουηδή ντίβα της μεγάλης οθόνης, στην προσωπική του ζωή ο Αϊζάια Μπερλίν διατήρησε ένα εντυπωσιακά συνεσταλμένο προφίλ. Οι περισσότερες από τις ερωτικές σχέσεις που αναφέρονται στο βιβλίο έχουν πλατωνικό χαρακτήρα. Η ενηλικίωση της σεξουαλικής ζωής του τοποθετείται σε ηλικία 41 ετών και εστιάζεται στη σχέση του με μια παντρεμένη γυναίκα με την οποία γνωριζόταν από το 1930. Οταν οι τύψεις τον οδήγησαν να εξομολογηθεί στον σύζυγό της τη σχέση τους, ο τελευταίος δεν τον πίστεψε· αντίθετα, παρατήρησε στη σύζυγό του κατάπληκτος ότι «ο Αϊζάια αρχίζει να τρελαίνεται. Μου λέει ότι είναι ερωτευμένος μαζί σου». Ο Μπερλίν όμως θα γνωρίσει τον μεγάλο έρωτα μερικά χρόνια αργότερα στο πρόσωπο της Αλίν Χάλμπαμ, μιας κομψής, αθλητικής και αριστοκρατικής Γαλλίδας εβραϊκής καταγωγής, συζύγου ενός συναδέλφου του στην Οξφόρδη και μητέρας τριών τέκνων. Παρά τις δυσκολίες, ο Μπερλίν θα τη διεκδικήσει και θα την παντρευτεί τον Φεβρουάριο του 1956. Το ζεύγος θα μείνει αχώριστο ως τον θάνατο του Αϊζάια, στις 5 Νοεμβρίου του 1997.
«Ακουσα τις ίδιες ιστορίες πολλές φορές, σαν η επανάληψη να αποδείκνυε ότι ο ίδιος υπήρξε διαχειριστής της ζωής του, ότι διείσδυσε στις πιο σκοτεινές γωνίες της και διέλυσε όλες τις παύσεις. Μου έγινε ξεκάθαρο γιατί δεν έγραψε ποτέ την αυτοβιογραφία του· οι ιστορίες του την υποκαθιστούσαν ταχυδακτυλουργικά. Διατηρούσαν το παρελθόν ενώ ταυτόχρονα τον έσωζαν από οποιαδήποτε αυτοπαρατήρηση» παρατηρεί ο Ιγκνάτιεφ κατά την αφήγηση του χρονικού της επικοινωνίας ανάμεσα στον βιογράφο και στον βιογραφούμενο. Στο ερώτημα αν η αποσπασματικότητα των περιστατικών μπορεί να λειτουργεί ανάλογα με την επιλεκτικότητα της μνήμης, η απάντηση δίνεται από τον ίδιο τον Μπερλίν: «Είμαι ευτυχισμένος επειδή είμαι επιφανειακός. Ζω περισσότερο στην επιφάνεια από όσο υποθέτουν οι υπόλοιποι».
