Πρόσφυγας από την ανυπαρξία

ποίηση Πρόσφυγας από την ανυπαρξία Οταν η καθημερινότητα του ζωντανού μας σώματος γίνεται σοφία, θαλπωρή, απαντοχή και τελικώς παραμυθία ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ Ξεκινώ την παρουσίαση της τελευταίας ποιητικής συλλογής της Κικής Δημουλά με δύο επισημάνσεις, μάλλον φιλολογικού χαρακτήρα. Πρώτον, η Δημουλα ανήκει ως γνωστόν στην πιο ταλαιπωρημένη λογοτεχνικά - και όχι μόνο - ποιητική γενιά, αυτήν του ''60, που εξακολουθεί

Πρόσφυγας από την ανυπαρξία

Ξεκινώ την παρουσίαση της τελευταίας ποιητικής συλλογής της Κικής Δημουλά με δύο επισημάνσεις, μάλλον φιλολογικού χαρακτήρα. Πρώτον, η Δημουλα ανήκει ως γνωστόν στην πιο ταλαιπωρημένη λογοτεχνικά – και όχι μόνο – ποιητική γενιά, αυτήν του ’60, που εξακολουθεί όμως να παράγει έργο, παρ’ ότι πολλά από τα μέλη της έχουν διαβεί την ηλικία της «τιμητικής αποστρατείας». Δεύτερον, αυτή η γενιά έχει στις τάξεις της ίσως τις περισσότερο ευδιάκριτες γυναικείες φωνές από κάθε άλλη ποιητική γενιά. Αναφέρω ενδεικτικά τις κυρίες Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Ζέφη Δαράκη, Ρούλα Αλαβέρα, Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, αλλά και τις πρόωρα χαμένες Νανά Ησαΐα και Αμαλία Τσακνιά. Ετσι λοιπόν δεν πρέπει να μας εκπλήσσει ή να μας ξενίζει το γεγονός της συστηματικής εκδοτικής παρουσίας μιας ποιήτριας που εκφράζει το πνεύμα της γενιάς της. Αν θα θέλαμε μάλιστα να ξεχωρίσουμε ένα ουσιαστικό σημείο διαφοράς της δεύτερης από την πρώτη μεταπολεμική γενιά, είναι η προσήλωση στα καθημερινά και στα οικεία, η ενδελεχής ανίχνευση ενός καθημαγμένου μικρόκοσμου που είχε συστηματικά αγνοηθεί από την ποίηση των μεγάλων κοινωνικών οραμάτων. Ετσι νομίζω πως η Δημουλά βρίσκεται στις καλύτερες στιγμές της όταν ακριβώς υπηρετεί αυτή τη «γραμμή», κρατώντας πάνω από τα μικροσκοπικά του βίου μας γεγονότα τον μεγεθυντικό της φακό και αποφεύγοντας τη χρήση του όταν προσεγγίζει τα ευδιάκριτα, ώστε να μη φτάσουν στον αναγνώστη κραυγαλέα.


Στοχαστική δύναμη


Στη συλλογή Χλόη θερμοκηπίου, περιλαμβάνοντας όλα τα γνώριμα μοτίβα τής ως τώρα πορείας της, επιβεβαιώνει παράλληλα την πρόθεσή της να επικεντρωθεί και πάλι στην καθημερινότητα του σώματος. Λέω «και πάλι» γιατί στις δύο προηγούμενες συλλογές της είχε επιδιώξει χρησιμοποιώντας μια πιο ευρύχωρη φόρμα να «συνομιλήσει» με τον Χρόνο, τον Θάνατο και τον Δημιουργό, με έναν «προμηθεϊκού» τύπου στοχασμό. Αυτά όμως τα ποιήματα παρ’ ότι ιδιαίτερα δημοφιλή στο αναγνωστικό κοινό, πιστεύω πως ήταν αρκετά μακριά από το ποιητικό προφίλ της που έχτισε με Το λίγο του κόσμου ή το Χαίρε ποτέ. Τώρα ξαναγυρίζει με περισσότερη στοχαστική δύναμη στο μόνο πράγμα που, όπως έγραφε και ο Σεφέρης στα ημερολόγιά του, έχουμε απόλυτα δικό μας, «το ζωντανό μας σώμα». H Δημουλά προσπαθεί εκ νέου να αντλήσει γνώση, σοφία, θαλπωρή από το ίδιο το σώμα της, να αφουγκραστεί τα μηνύματα της άφθαρτης εσωτερικής ζωής του, να ανιχνεύσει το πετάρισμα της ψυχής. «Σώμα φταις. Και μάταια η φθορά σου μηνύει τώρα την ψυχή για δολιοφθορές / Σε προειδοποίησα πως ήρθε / πρόσφυγας από την άλωση της ανυπαρξίας / και πως το όνομα ψυχή δεν είναι δικό της / ανήκε σε μια έννοια πεθαμένη / προ των εγκοσμίων…» ή, ακόμη, κλασικό παράδειγμα το κορυφαίο ποίημα της συλλογής «Πέρασε τόσο σώμα», ένα μικρό αριστούργημα, όπου η φθαρτή σάρκα ποθεί και συνάμα φοβάται τη μαρμάρινη αθανασία των αγαλμάτων. Τρίτο παράδειγμα, το εξ ίσου σημαντικό ποίημα «Ευκολοδιάλυτα σύμβολα», καβαφικής καταγωγής. Εδώ η ποιήτρια, μπροστά στη βιτρίνα ενός κοσμηματοπωλείου, συλλογίζεται όχι μονάχα την ποιότητα: «Φοβάσαι να κοιτάξεις χορταστικά / μη σου ζητήσουν να πληρώσεις / Μεταξύ μας έτσι πλουτίσαμε: κοιτώντας / Φτώχυναν βέβαια τα χέρια / αλλά τα κρεμάς ανάποδα / με το κεφάλι κάτω / δεμένα με σπαγκάκι / σε σκοτεινό δωμάτιο / κι αποξηραίνεις την αφή…».


Από τη μια το βλέμμα που αιχμαλωτίζει το αντικείμενο του πόθου, από την άλλη η προσδοκία της αφής, της κατοχής, η ανάγκη να κρύψουμε τη γύμνια μας αποκτώντας υλικά αγαθά, ωστόσο η μοίρα των πολλών προδιαγεγραμμένη, «κοιτώντας μόνο θα πλουτίσουμε». Αυτή η ευκολία που έχει η Δημουλά να μετατρέπει κάποια δίστιχα ή τρίστιχά της σε γνωμικά, σε ποιητικούς αφορισμούς, αν προτιμάτε, και που τόσο συχνά έχει κατηγορηθεί γι’ αυτό, θα έπρεπε να γεννούσε στους επικριτές της κάποιες δεύτερες σκέψεις για τη γενικότερη λειτουργία της ποίησης. Ελάχιστοι ίσως έχουν αναρωτηθεί πόση δύναμη αποκτά ένα ποίημα εξοπλισμένο με παρόμοιας πυκνότητας στίχους ή την «υψηλή διεισδυτικότητα» που εξασφαλίζει αυτό στους νεότερους αναγνώστες. Κι ακόμη, το πιο σημαντικό: πως στο απώτατο μέλλον έτσι μένει ο ποιητής στη συλλογική μνήμη, με ευάριθμα αποσπάσματα, που σπάζουν το φράγμα του χρόνου και γίνονται κοινό κτήμα. Στο παρόν βιβλίο μάλιστα υπάρχουν πολλά ποιήματα που με τη δραστικότητά τους διεκδικούν παρόμοια μοίρα.


Ο κ. Νίκος Δαββέτας είναι συγγραφέας. Από τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορεί το βιβλίο του «Το θήραμα».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version