Η ανάγκη φωτογραφικής καταγραφής των πολέμων και των πολιτικών γεγονότων κίνησαν το ενδιαφέρον των φωτογράφων από τις πρώτες κιόλας στιγμές της γέννησης της φωτογραφίας.
Ηδη από το 1855 πρώτος απ’ όλους ο άγγλος φωτογράφος Roger Fenton με χρηματοδότηση της αγγλικής κυβέρνησης φωτογράφισε τον πόλεμο της Κριμαίας, δείχνοντας πώς έμοιαζε το παρασκήνιό του. Το μήνυμα που πέρασε από τις φωτογραφίες του ήταν άκρως αντιπολεμικό. Αργότερα, το 1860, ο Mathew Brady, ο πρώτος φωτογράφος που η παρουσία του ταυτίστηκε με αυτό που σε λίγο θα ονομαζόταν πολεμικό φωτορεπορτάζ, κατέγραψε τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο. Ο Brady παρουσίασε για πρώτη φορά νεκρούς σε πεδία μαχών, πληγωμένους στρατιώτες, κτίζοντας έναν κόσμο φρίκης με απίστευτη αληθοφάνεια.
Οι φωτογράφοι των πολέμων εκείνης της εποχής κάλυπταν τα γεγονότα μόνο από απόσταση, γιατί οι τεχνικές δυνατότητες που είχαν στη διάθεσή τους και η μέθοδος του υγρού κολλοδίου δεν τους επέτρεπε να κάνουν λήψεις κατά τη διάρκεια των μαχών.
Με την πάροδο των ετών οι φωτογράφοι εμπλούτισαν τον φωτογραφικό τους ορίζοντα με εικόνες πέρα από τα πεδία μάχης, που αφορούσαν την καταγραφή γεγονότων πολιτικών, κοινωνικών, καθημερινής ζωής. Ο όρος «φωτογραφία ντοκουμέντου», ο οποίος πρωτοεμφανίστηκε τη δεκαετία του 1920, έδειξε πολύ γρήγορα τις ιμπεριαλιστικές του τάσεις ενσωματώνοντας όλα σχεδόν τα είδη της φωτογραφίας.
Στην Ελλάδα το πρώτο πολεμικό φωτορεπορτάζ έγινε από τον Πέτρο Πουλίδη, ο οποίος πήγε στον πόλεμο το 1912 ως εθελοντής στρατιώτης, φέροντας μαζί με το όπλο του και τη φωτογραφική μηχανή του.
Σήμερα οι αρχειακές φωτογραφίες, και ιδιαίτερα αυτές που άπτονται ιστορικών γεγονότων, έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών εκδοτικών οίκων με αποτέλεσμα την έκδοση σημαντικών φωτογραφικών βιβλίων.
Δύο λευκώματα προϊόντα έρευνας και συλλογής ετών , βασισμένα σε φωτογραφίες πολέμου και πολιτικών γεγονότων, κυκλοφόρησαν λίγο πριν από τα Χριστούγεννα· το ένα έχει τίτλο Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913 (εκδόσεις Κέδρος) και το άλλο Ελλάδα, 20ός αιώνας, Οι Φωτογραφίες (εκδόσεις Ποταμός).
Η ιδέα της έκδοσης του λευκώματος Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913, όπως αναφέρει στον πρόλογό του ο κ. Αστέριος Τόπης, γεννήθηκε σε ένα παλαιοπωλείο της Αλεξάνδρειας. Μια δέσμη σκουρόχρωμα πασπαρτού, επιμελώς δεμένα μ’ ένα καταπονημένο κορδόνι, τράβηξαν την προσοχή του καθώς επάνω τους ήταν κολλημένες εντυπωσιακές ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Στο εξώφυλλο ήταν γραμμένο στα γερμανικά «1912-1913 των Ρωμαΐδη Zeitz», «οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν από τον Zeitz».
Ο F. Zeitz καταγράφει λεπτομερειακά τα πολεμικά γεγονότα των Βαλκανικών Πολέμων, καλύπτοντας όλες τις όψεις τους. Παρών στις σημαντικότερες συγκρούσεις και στις περιοχές γύρω από τα πεδία μαχών. Σαραντάπορο, Μπιζάνι, Γιαννιτσά, Σιδηρόκαστρο… Νεκροί πεσμένοι στα πυροβολεία, βυθισμένοι στη λάσπη των χαρακωμάτων ή στη μέση κάποιου δρόμου. Χειμώνας του 1912. Ο βασιλιάς με τους επιτελείς του. Ο φωτογράφος καταγράφει τα παρασκήνια, μας δίνει πληροφορίες για τη ζωή στους καταυλισμούς, στα μαγειρεία, στην πυροβολαρχία των όλμων. Χειμερινοί στρατώνες, η αναμονή και η προετοιμασία για τη μάχη, το ερειπωμένο σκηνικό στις Σέρρες μετά την πυρπόληση από τους Βούλγαρους. Το ιππικό αναρριχάται στο λόφο.
Ο Ελληνικός Στρατός επανακτά πόλεις και χωριά, ο Zeitz καταγράφει την Ιστορία. Φυλάκια, οδοφράγματα, σωροί παραδοθέντων τουρκικών όπλων, κατεστραμμένα γεφύρια, παραπήγματα.
Η τοπιογραφία των περιοχών, εκεί όπου έγιναν οι μάχες. Ο ποταμός Λούρος, ο Στρυμόνας, η γύρω φύση, οι απόψεις των χωριών, οι τοποθεσίες του χθες. Η λίμνη των Ιωαννίνων και η προκυμαία της Θεσσαλονίκης.
Οι νικητές του πολέμου, ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος και ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος στον σιδηροδρομικό σταθμό της Βυρώνειας. Τα πορτρέτα τους εκφράζουν κύρος και σοβαρότητα. Στο ξετύλιγμα της Ιστορίας βλέπουμε ότι αυτοί οι άνθρωποι ήξεραν πώς να διατηρήσουν την αίγλη της παρουσίας τους ανεξίτηλη μέσα στον χρόνο.
Η ματιά του φωτογράφου Zeitz είναι εμφανέστατα με την πλευρά των νικητών. Οι φωτογραφίες διατηρούν το προνόμιο ενός συγκλονιστικού ρεαλισμού, πλούσιες σε σκηνές δράσης, καταγραμμένες με κοφτερή ματιά, συνθέτουν ένα σύνολο που κυριολεκτικά ρουφιέται και από τους απαιτητικούς θεατές. Το αποτέλεσμα είναι ότι κλείνοντας το βιβλίο πάρα πολλές εικόνες έχουν εντυπωθεί στη μνήμη μας.
Στην έκδοση διατηρούνται οι πρωτότυπες λεζάντες των φωτογραφιών. Χρονολόγιο με τα σημαντικά γεγονότα της εποχής, χάρτες και σχέδια των στρατιωτικών επιχειρήσεων καθώς και ευρετήριο με τα ονόματα των πόλεων και των περιοχών που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα πλαισιώνουν λειτουργικά τις φωτογραφίες.
Το λεύκωμα 20ός αιώνας, Οι Φωτογραφίες (329 τον αριθμό) του Μιχάλη Κατσίγερα είναι αποτέλεσμα έρευνας σε ένα πλούσιο φωτογραφικό αρχειακό υλικό που βρίσκεται εναποτεθειμένο στα αρχεία του Πολεμικού Μουσείου, του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων, του Μουσείου Μπενάκη, του αρχείου Κ. Μεγαλοκονόμου, του αρχείου Σ. Μελετζή κ.α. Πρόκειται για μια επίπονη εργασία στην οποία ο επιμελητής δεν περιορίζεται απλώς να δώσει μερικές αποσπασματικές στιγμές αλλά να ανασυνθέσει την Ιστορία του πρώτου μισού του 20ού αιώνα μέσα από τις φωτογραφίες.
Στις σελίδες του λευκώματος ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει τις μορφές των ηγετών, τις πόζες τους μπροστά στον φακό, τις προσεγμένες κινήσεις τους, τις αμηχανίες τους και όλα τα γεγονότα που συνδέονται άμεσα με αυτούς. Αλλά και ανώνυμους ήρωες, ζωντανές μορφές που δρουν και πάσχουν σε καταστάσεις σφραγισμένες από την Ιστορία.
Ο θεατής-αναγνώστης μπορεί να αναρωτηθεί για την καταγωγή και την ταυτότητά του, να αναζητήσει την εμπειρία της μνήμης, να ανακαλέσει την ανάμνηση ή να βουτήξει στην ανασκαφή, εν ολίγοις στην αναζήτηση του ξεχασμένου χρόνου.
Το λεύκωμα περιλαμβάνει πέντε ενότητες. Η πρώτη «1900-1912. Από την ήττα στην ανόρθωση», η δεύτερη «1912-1922. Αποκατάσταση και καταστροφή», η τρίτη «1922-1935. Η δυσχερής Δημοκρατία», η τέταρτη «1935-1939. Παλινόρθωση και Δικτατορία» και η πέμπτη «1939-1945. Ο πόλεμος, η Κατοχή και η Αντίσταση».
Οι φωτογραφίες συνοδεύονται από υπομνήματα που τοποθετούν τον αναγνώστη στο γενικότερο ιστορικό πλαίσιο και του παρέχουν τη δυνατότητα να ενημερωθεί για τα απεικονιζόμενα γεγονότα.
Θέλουμε να επισημάνουμε όμως κάποια σημεία που κατά τη γνώμη μας αδυνατίζουν το περιεχόμενο του βιβλίου. Συγκεκριμένα. Ορισμένες από τις φωτογραφίες που επιλέχθηκαν διακρίνονται από θεματική ασάφεια γιατί στερούνται της δυναμικής την οποία έχει ανάγκη το ντοκουμέντο για να αυτοϋποστηριχθεί. Από πολλές εικόνες λείπει η λεπτομέρεια που αναδεικνύει το απτό και το συγκεκριμένο, η στιγμή που έχει τη δύναμη να αποκαλύπτει έναν ολόκληρο κόσμο. Για παράδειγμα, η φωτογραφία 203 με το αναδυόμενο υποβρύχιο, όπου δεν φαίνεται πουθενά η ελληνική του ταυτότητα, η 206 με τα εφόδια του Ελληνικού Στρατού στον δρόμο της Κορυτσάς, που ελάχιστα ο θεατής αντιλαμβάνεται τι βλέπει, η 174 από την κηδεία του Βενιζέλου μια φωτογραφία κενή μαρτυρίας.
Μια άλλη επισήμανση αφορά την αισθητική πλευρά των φωτογραφιών, η οποία είναι απούσα σε όλες σχεδόν τις φωτογραφίες παρά τη γνώμη του επιμελητή ο οποίος στον πρόλογό του ισχυρίζεται ότι πολλές φωτογραφίες έχουν επιλεγεί με βάση το «λαμπρό αισθητικό αποτέλεσμά τους».
Πρέπει βέβαια να λάβουμε υπόψη μας ότι εδώ δεν πρόκειται για φωτογραφίες με αισθητική αξία αλλά για φωτογραφίες που εξυπηρετούν την ιστορική αφήγηση και έγιναν με σκοπό να συμβάλουν στην ουσιαστικότερη κατανόηση του εθνικού βίου εκείνης της περιόδου.
Ισως ο τίτλος «Ιστορικές Φωτογραφίες 1900-1945» να ήταν πιο δόκιμος, αντί του τίτλου Οι Φωτογραφίες που είναι πιο απαιτητικός και χρειάζεται ισχυρότερη υποστήριξη, η οποία δεν προκύπτει από το περιεχόμενο του λευκώματος.
Ας είναι. Σημασία έχει ότι, έστω και αν κάποιος δεν αποδέχεται συνολικά τις προτάσεις αυτές, τέτοιου είδους εργασίες δημιουργούν το ερέθισμα για νέες καταβυθίσεις στον ανεκμετάλλευτο πλούτο των φωτογραφικών αρχείων και κατά προέκταση στην εθνική αυτογνωσία.
Ο δεύτερος τόμος, που θα καλύπτει την περίοδο από τον Εμφύλιο ως τον Δεκέμβριο του 2000, πρόκειται να κυκλοφορήσει την άνοιξη του 2001.
Η κυρία Νίνα Κασσιανού είναι ερευνήτρια φωτογραφικών αρχείων.
