ΜΕΣΗΜΕΡΙ Σαββάτου και ο χειμερινός ήλιος λαμπυρίζει στα νερά του Σαρωνικού. Στη ναυπηγοεπισκευαστική βάση, στο Πέραμα, μια μικρή ομάδα εργαζομένων εκτελεί νωχελικά τις καθιερωμένες δουλειές πάει καιρός τώρα όπου η υπεραπασχόληση έδωσε τη θέση της στην αναδουλειά. Την ίδια στιγμή στα «νεόκτιστα της Shell», ψηλά στο όρος Αιγάλεω, οι κάτοικοι έχουν βγει στις αυλές των σπιτιών τους· ασχολούνται με τα νοικοκυριά τους.
Στα τσιμεντοστρωμένα δρομάκια του συνοικισμού, που ακόμη και σήμερα παραμένει εκτός σχεδίου πόλεως, διακρίνονται ορισμένες μεσήλικες γυναίκες την ώρα όπου επιστρέφουν από τα μπακάλικα της γειτονιάς. Ολες κρατούν από μια σακούλα όχι περισσότερες. Κοινό γνώρισμα μιας πορείας που οι οικονομολόγοι ονομάζουν «δραστική εξασθένηση της αγοραστικής δύναμης για ορισμένα στρώματα του πληθυσμού». Οι παραδοσιακοί μπακάληδες πάλι, με επιγραμματικό τρόπο, περιγράφουν την κατάσταση λέγοντας χαρακτηριστικά: «Ο κόσμος το… έχει γυρίσει στα όσπρια»!
Γεγονός είναι ότι μετά από πολλά χρόνια οι ιδιοκτήτες πολλών συνοικιακών καταστημάτων, καφενείων, ακόμη και περιπτέρων της Αττικής έχουν τοποθετήσει δίπλα από τις ταμειακές μηχανές πρόχειρα τετράδια, στα οποία αναγράφουν τις επί πιστώσει αγορές. Δεν είναι άλλα από τα λεγόμενα «μπακαλοτέφτερα», τα οποία, αφού διέπρεψαν τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, κάνουν εκ νέου την εμφάνισή τους. Την τελευταία τριετία έκαναν αισθητή την παρουσία τους στο Μαντούδι και στο Λαύριο. Τώρα «εδραιώνουν» τη θέση τους και σε άλλες περιοχές της Αττικής, όπως στο Πέραμα, στη Δραπετσώνα και σε διάφορα άλλα σημεία της Αθήνας.
«Από τις 40 οικογένειες, με τις οποίες δουλεύω, μόνο οι 10 πληρώνουν αμέσως», λέει με δυνατή φωνή η κυρία Ανατολή Αναστασίου. Είναι ιδιοκτήτρια ενός μικρού παντοπωλείου στα νεόκτιστα της Shell, στο Πέραμα. Πολύ συχνά διαμαρτύρεται στους πελάτες της για τους απλήρωτους λογαριασμούς. «Το πρόβλημα δεν είναι ότι τους γράφεις στο τεφτέρι, αλλά ότι πρέπει να τους κυνηγάς με το ντουφέκι για να πληρώσουν τις οφειλές τους. Με έχουν βάλει… μέσα χοντρά», τονίζει η κ. Αναστασίου εξυπηρετώντας ταυτόχρονα μερικούς πιτσιρικάδες που ήρθαν σαν σίφουνες να αγοράσουν σοκολάτες και γαριδάκια. Οι πιτσιρικάδες κρατούν στις ιδρωμένες παλάμες τους μικρά χαρτονομίσματα και κέρματα το χαρτζιλίκι του Σαββάτου.
Ενα κοριτσάκι πάλι ζητάει δύο πακέτα τσιγάρα για τους γονείς της. «Τα τσιγάρα φεύγουν όσο τίποτα άλλο, έχουν σπάσει ταμείο», λέει ο γιος της κυρίας Αναστασίου που βρίσκεται στο ταμείο. Από τα λόγια τους, μα περισσότερο από τις κινήσεις τους, δίνουν την εντύπωση ότι το εμπόριο στην περιοχή είναι λιγότερο επικερδές ακόμη και από κατάστημα καλλυντικών που βρίσκεται στο βάθος της ερήμου. Στην πλειονότητά τους οι κάτοικοι του συνοικισμού της Shell δουλεύουν στις λαϊκές αγορές. Οι μικροεπαγγελματίες των λιγοστών καταστημάτων της περιοχής εδώ και χρόνια προσπαθούν να ορθοποδήσουν. Μάταια όμως. Τον τελευταίο χρόνο το ένα μετά το άλλο εμπορικό μαγαζάκι κλείνει, ξεπουλάει όσο όσο ό,τι μπορεί να ξεπουλήσει και βάζει λουκέτο. Το τελειωτικό χτύπημα ήρθε πρόσφατα. Ενα μεγάλο σουπερμάρκετ, που άνοιξε λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα καλύπτοντας την ευρύτερη περιοχή, έφερε πιο γρήγορα την καταστροφή τους.
Προς επιβεβαίωση των λεγομένων της η κ. Αναστασίου δείχνει προς τα ξεθωριασμένα σημειωματάρια που σχηματίζουν μια μικρή στοίβα. «Εδώ κοιτάξτε. Εδώ κοιτάξτε πόσα άτομα δεν έχουν να πληρώσουν και τους γράφω στο τεφτέρι. Δείτε αυτόν τον λογαριασμό πού έχει φτάσει. Λένε ότι δεν έχουν να πληρώσουν. Κινητό τηλέφωνο και φτώχεια γίνεται;», διερωτάται η κ. Αναστασίου, καθώς ξεδιπλώνει τις σελίδες ενός μόνο καταλόγου. «Θερμή παράκλησή» της είναι να μην αναφερθούν ονόματα. «Μη γράψετε ονόματα· ξέρετε, στην περιοχή γνωριζόμαστε», σημείωσε με νόημα.
Μετά από λίγα λεπτά μια ηλικιωμένη γυναίκα περνάει την είσοδο του καταστήματος της κ. Αναστασίου. Παίρνει στην αγκαλιά της τρία κουτιά γάλα και λίγο προτού πληρώσει στο ταμείο, μετανιώνει. Αφήνει πίσω το ένα κουτί και ζητάει να μάθει «πόσο έχουν τα κρεμμύδια». Της απαντούν και τότε σκύβει και βάζει σε μια σακούλα ένα κιλό. Δεν φτάνουν τα χρήματα που έχει μαζί της.
Λίγα μόνο μέτρα πιο πέρα σταματάει μια σκονισμένη Μερτσέντες. Ισα που χωράει να περάσει από το δρομάκι. Στο τιμόνι είναι ο κ. Μιχάλης Βασσάλος, «πρόεδρος της Τοπικής Οργάνωσης της Νέας Δημοκρατίας», σπεύδει να δηλώσει ο ίδιος. Είναι ο εργολάβος της περιοχής. Αυτός έχει χτίσει τα μισά σπίτια. Κάποιοι τον ενημερώνουν για την παρουσία δημοσιογράφων και αυτός κρίνει σκόπιμο να μιλήσει ως ένας από τους παράγοντες του συνοικισμού. «Η αλήθεια είναι ότι η ναυπηγοεπισκευαστική βάση και η οικοδομή έχουν… καθήσει κατά 75%. Αν και υπάρχουν φτωχές οικογένειες, δεν μας αρέσει όπως παρουσιάζουν τα πράγματα μερικά από τα κανάλια. Δεν έχουμε μόνο παράγκες, έχουμε και τριώροφα σπίτια, στα οποία ντρέπεσαι να μπεις μέσα. Να τα λέτε κι αυτά. Δεν μπορεί να ντρεπόμαστε να λέμε ότι μένουμε στο Πέραμα», λέει ο κ. Βασσάλος.
Με διαφορετική διάθεση προσεγγίζει τα κοινά προβλήματα της περιοχής ο κ. Παναγιώτης Γιακουμής. Το όνομά του είναι γνωστό στην περιοχή γιατί διευκολύνει τους πελάτες του που αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα. Με το χαμόγελο να τρεμοπαίζει κάτω από το μουστάκι του γυρίζει και λέει για τους πελάτες του: «Οι καλοπληρωτές ξεχρεώνουν σε ένα μήνα. Υπάρχουν βέβαια και αυτοί που πληρώνουν μετά από 4 μήνες». Στα λόγια δεν υπάρχει ίχνος γκρίνιας. Δείχνει ότι συμπάσχει με τους ασθενέστερους οικονομικά συμπολίτες του. Ακόμη και όταν αναφέρει ότι «έκλεισαν 10 μπακάλικα τους τελευταίους μήνες» και ότι «προς τα εκεί πηγαίνει και το κατάστημά μου», το πρόσωπό του δεν σκοτεινιάζει. «Η φτώχεια θέλει καλοπέραση», εξηγεί.
Ακόμη και ο Ζαχαρίας Προγάκης, που περιμένει να ξεπουλήσει αυτές τις ημέρες τον λιγοστό μηχανολογικό εξοπλισμό του καταστήματός του, δεν δείχνει να έχει απελπιστεί. «Τι να κάνουμε, αυτά έχει η ζωή. Εμείς κλείνουμε γιατί δεν δουλέψαμε με τεφτέρι. Δεν το θέλαμε γιατί ξέρουμε ότι θα ήμασταν διπλά χαμένοι. Κάποια μαγαζιά έχουν ήδη “φέσια” δύο και τριών εκατομμυρίων. Κάποτε περνούσαν από τα ράφια του μαγαζιού μου και γέμιζαν τις σακούλες τους. Τώρα έρχονται για μετρημένα πράγματα. Ηδη ψάχνω για άλλη δουλειά. Ψάχνω να βρω αγοραστές να δώσω ό,τι μου έχει μείνει».
Ο ήλιος έστεκε πεισματικά στον αττικό ουρανό το σαββατιάτικο μεσημέρι. Το ρολόι έδειχνε 2:30. Από ένα στενό ξεπροβάλλει η κυρία Ελένη Κοκονάκη. Στο ένα της χέρι κρατάει μια διαφανή σακούλα με λίγα ψώνια, ενώ στο άλλο μια μαύρη δερμάτινη τσάντα. Είναι συνταξιούχος του ΙΚΑ. «Δούλεψα 25 χρόνια για να πάρω σύνταξη 102.000 δραχμές. Πού να φτάσουν; Στο νερό, στη ΔΕΗ ή στο φαγητό;», λέει με παράπονο. Χρόνια τώρα η αγαπημένη της κόρη είναι κατάκοιτη. Η ζωή της είναι μαρτύριο. «Ούτε το φαγητό μας δεν μπορώ να βολέψω. Κάποτε τα καταφέρναμε. Τώρα όμως;». Τώρα προσθέτει: «Την εβδομάδα τρώμε δύο φορές μακαρόνια, μία φακές, μία σπανάκι, μία κουνουπίδι, μία πατάτες με αβγά και την Κυριακή λίγες κεφτέδες». Μέσα στη σακούλα έχει «ένα κιλό κιμά, λίγο σπανάκι και λίγο τυρί». Τίποτε άλλο. «Οταν έφυγα από το σπίτι, είχα πάρει μαζί μου 5.000 και δεν μου έφτασαν. Τους άφησα και χρέος 30 δραχμές. Ντράπηκα όταν μου είπαν ότι ο λογαριασμός είναι πέντε χιλιάδες και τριάντα δραχμές. Ποτέ δεν μου είχε συμβεί. Να, κοιτάξτε την τσάντα μου». Μονομιάς η κυρία Κοκονάκη ανοίγει την τσάντα της. Μέσα υπήρχε μόνο η απόδειξη. Τίποτε άλλο. Ούτε ένα κέρμα. Μόνο η απόδειξη: 5.030 δραχμές!
