Μπορεί η εγχώρια τρομοκρατία να αναγεννηθεί μέσα από τις «στάχτες» του Ιουλίου του 2002 και τις διαδοχικές συλλήψεις μελών της 17N και του ΕΛΑ; Μπορούν οι οργανώσεις που προχώρησαν σε εκατοντάδες επιθέσεις την περίοδο 1975-2002 να αναστηθούν μέσα από έναν νέο κύκλο ενεργειών ασύλληπτων μελών τους; Μπορεί να υπάρξουν οργανώσεις… δεύτερης φάσης, οι οποίες να παραλάβουν τη σκυτάλη της αιματηρής δράσης όπως συνέβη στην Ιταλία με τις «νέες Ερυθρές Ταξιαρχίες»; Επιπλέον, υπάρχει μια… δεξαμενή του εξτρεμιστικού χώρου που μπορεί να επανατροφοδοτεί το «αντάρτικο πόλης» με νέα μέλη, αφήνοντας στην Αστυνομία την αισιοδοξία για «πάταξη της τρομοκρατίας»; Μπορεί σε λίγους μήνες να έχουμε επανέλθει στην οδυνηρή «ρουτίνα» της ειδησεογραφίας για εκρήξεις βομβών και για άλλου είδους επιθέσεις από τις ελληνικές ένοπλες οργανώσεις; Ποιοι είναι αυτοί που στα τέλη Οκτωβρίου 2004 προχώρησαν σε μια τρομοκρατική επίθεση με τον ίδιο στόχο, την ίδια μέθοδο και την ίδια άνεση με αυτήν την οποία είχε επιδείξει τον Νοέμβριο του 1985 – δηλαδή 19 χρόνια πριν – η «17 Νοέμβρη»; Ηλθε η ώρα των «χρυσών εφεδρειών» των μεγάλων τρομοκρατικών οργανώσεων;
* Υπό έλεγχο η κατάσταση
Σε αυτά τα εύλογα ερωτήματα και στην ανησυχία της κοινής γνώμης – ύστερα και από τη βομβιστική επίθεση εναντίον του λεωφορείου των MAT την Παρασκευή το πρωί – οι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. έχουν μια απάντηση «καθησυχαστική» ή ίσως και αισιόδοξη. Εκτιμούν ότι οι συλλήψεις και οι δίκες των μελών της 17N και του ΕΛΑ έχουν επιφέρει ένα καίριο πλήγμα στις ελληνικές τρομοκρατικές οργανώσεις με την εξουδετέρωση δεκάδων μελών τους και τον εντοπισμό του οπλισμού τους. Θεωρούν ότι έχουν δώσει τη δυνατότητα στις Αρχές να γνωρίζουν πλήρως τη δομή, τις διεργασίες, τα πρόσωπα και τους ρόλους που σχετίζονται με την ένοπλη δράση τα τελευταία 26 χρόνια στην Ελλάδα. Να πιστεύουν ότι ξέρουν ποιοι ήταν αυτοί που ξεκίνησαν το «αντάρτικο πόλης» το 1974, ποιοι αποσύρθηκαν, ποιοι λειτούργησαν ως «νέοι στρατολόγοι», ποιοι επιμένουν ως και σήμερα στην «ένοπλη ρήξη με το κατεστημένο».
Οι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. διατυπώνουν την άποψη ότι «πλέον έχουμε έχουμε μια σχετικά ελεγχόμενη κατάσταση στον χώρο της τρομοκρατίας. Γνωρίζουμε όλη την ιστορία του ελληνικού αντάρτικου πόλης από εκμυστηρεύσεις και αναφορές που δεν μπόρεσαν να μετατραπούν σε ένορκες καταθέσεις, από αναφορές που δεν φαίνονται σε καμία δικογραφία από αυτές που έχουν ήδη σχηματιστεί. H αδυναμία τεκμηρίωσης της εμπλοκής ορισμένων προσώπων όμως αφήνει περιθώρια δράσης σε ένα μικρό τμήμα του αντάρτικου πόλης, το οποίο προσπαθεί με τα λίγα μέλη και τις μικρές επιχειρησιακές δυνατότητες να δείξει ότι υπάρχει ακόμη. Ωστόσο αυτό είναι ένα κενό των αστυνομικών ερευνών που σύντομα θα καλυφθεί».
* H «μαύρη τρύπα» στις έρευνες
Τι σημαίνει όμως αυτό; Ποια είναι η «μαύρη τρύπα» στις έρευνες της ΕΛ.ΑΣ., ποια στοιχεία απομένουν για να ολοκληρωθεί το πλέγμα των ερευνών και ποιοι είναι εκείνοι που δραστηριοποιούνται ακόμη;
Οι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. λοιπόν φαίνεται ότι έχουν προ πολλού καταλήξει στο συμπέρασμα πως το ελληνικό αντάρτικο πόλης ξεκίνησε την περίοδο 1974-1975 από μια ομάδα ανθρώπων – ανάμεσά τους οι Αλ. Γιωτόπουλος, Χρ. Κασσίμης και άλλοι – που δεν αποδέχθηκαν τη μεταδιδακτορική λύση Καραμανλή και επιζητούσαν την ανατροπή μέσα από την «ένοπλη πάλη». Ο Κασσίμης φέρεται δημιουργός του ΕΛΑ και ο Γιωτόπουλος – όπως υποστηρίζουν οι αστυνομικοί – προχώρησε λίγο αργότερα στη δημιουργία της 17N. Σε αυτή την ομάδα οργάνωσης του αντάρτικου πόλης υπολογίζεται ότι συμμετείχαν περίπου 10-15 άτομα που χρησιμοποιούσαν ως φυσικούς αυτουργούς δεκάδες πρόθυμα άτομα από τον ακροαριστερό ή αντιεξουσιαστικό χώρο. Ακολούθησαν διεργασίες, αποχωρήσεις και διασπάσεις οργανώσεων, όπως και ο θάνατος του Χρ. Κασσίμη και του Χρ. Τσουτσουβή που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο αυτή την αρχική περίοδο δράσης των τρομοκρατικών οργανώσεων. Ακολούθησε το 2002 η σύλληψη του Αλ. Γιωτόπουλου και άλλων 18 μελών της 17N, ενώ συνελήφθησαν και οι Χρ. Τσιγαρίδας και K. Αγαπίου, οι οποίοι καταδικάστηκαν ως ηγετικά μέλη του ΕΛΑ και συνεργάτες του Χρ. Κασσίμη.
Οι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. εκτιμούν λοιπόν ότι «από τις ενέργειες των διωκτικών αρχών της περιόδου 2002-2003 δεν έχουν συγκεντρωθεί αποδεικτικά στοιχεία για κάποια άτομα από το περιβάλλον του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου όσο καιρό βρισκόταν στη Γαλλία αλλά και στην Ελλάδα, που είχαν γνώση και άποψη για τις επιθέσεις της 17N». Μάλιστα σε αυτή την κατεύθυνση τεκμηρίωσης της εμπλοκής των «ανθρώπων του Λάμπρου της 17N» πίεζαν ασφυκτικά αμερικανοί αλλά και βρετανοί αξιωματούχοι που παρακολουθούν τις έρευνες για την τρομοκρατία στην Ελλάδα. Εδώ και αρκετούς μήνες όμως φέρεται να έχουν συγκεντρωθεί τα πρώτα αποδεικτικά στοιχεία – μέσω κυρίως του ελέγχου αποτυπωμάτων στις κατοικίες του Αλ. Γιωτόπουλου, σε γιάφκες και άλλους χώρους – για τα πρόσωπα αυτά. Προσθέτουν επίσης ότι αναζητούσαν συμπληρωματικά στοιχεία «προκειμένου να μην υπάρξει μια φωνή διαμαρτυρίας όταν τους συλλάβουμε», όπως λένε οι αστυνομικοί.
* Οι γνωστοί και οι άφθαρτοι
Για κάποια λοιπόν από αυτά τα πρόσωπα οι αστυνομικοί πιστεύουν ότι έχουν σημαντικό ρόλο στη… μικρή αναβίωση του αντάρτικου πόλης τους τελευταίους μήνες. Θεωρούνται πρόσωπα τα οποία έχουν σχέση με τον αντιεξουσιαστικό χώρο των Εξαρχείων, από όπου στρατολογούνται νέοι, «άφθαρτοι» και μη αναγνωρίσιμοι για τη διάπραξη τρομοκρατικών επιθέσεων.
Ακόμη σε αυτή τη διαδικασία της επανόδου στην ένοπλη δράση φαίνεται να επιμένουν δύο-τρία άλλα πρόσωπα από τον «χώρο των Εξαρχείων», από τους οποίους ο ένας θεωρείται καταγεγραμμένος στρατολόγος από τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, ενώ δύο άλλοι έχουν κατηγορηθεί για συμμετοχή σε ένοπλες οργανώσεις και στο παρελθόν (ΕΛΑ, 17N, «Επαναστατική Αλληλεγγύη» κ.ά.). Είναι οι άνθρωποι για τους οποίους λένε οι αστυνομικοί ότι «όσο θα αναπνέουν θα πιστεύουν στην αξία του ακατάβλητου, ένοπλου αγώνα μέχρι τελικής πτώσης».
ΟΙ ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΕΣ H γιάφκα – φάντασμα και ο «Πάρκινσον»
H Αστυνομία εκτιμά ότι έχει μία ακόμη μεγάλη εκκρεμότητα που ίσως επιτρέπει την παράταση της δράσης των νέων οργανώσεων: την ανακάλυψη της γιάφκας της οργάνωσης «Επαναστατικοί Πυρήνες» που έδρασε την περίοδο 1997-2000. Ενα ζήτημα το οποίο κάποιοι αστυνομικοί το θεωρούν ζωτικής σημασίας. Από τους πρώτους μήνες του 2002 οι διωκτικές αρχές διέθεταν σειρά στοιχείων για τη σύνθεση των «Επαναστατικών Πυρήνων» που είχαν προχωρήσει σε βομβιστικές επιθέσεις στην Αθήνα και στον Πειραιά και ευθύνονται για τον θάνατο – τον Μάιο του 1999 – μιας υπαλλήλου ιδιωτικής εταιρείας που εργαζόταν στο ξενοδοχείο Intercontinental, όταν σημειώθηκε έκρηξη βόμβας που είχε τοποθετήσει η οργάνωση αυτή. Οι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. έχουν θέσει από το 2002 σε στενή παρακολούθηση και ουσιαστικά έχουν εξουδετερώσει τέσσερα μέλη της οργάνωσης «Επαναστατικοί Πυρήνες». Τη γιάφκα της οργάνωσης όμως δεν έχουν κατορθώσει να την ανακαλύψουν. Και έτσι δεν αποκλείουν αυτήν να χρησιμοποιούν οι τρομοκράτες… «τελευταίας γενιάς».
Ετσι λοιπόν από αυτό το δίπολο «φίλων της ηγετικής ομάδας της 17N – επίμονων τρομοκρατών από τα Εξάρχεια» θεωρούν ότι τροφοδοτείται με λίγο ρεύμα η «γεννήτρια» του εγχώριου αντάρτικου πόλης. Ωστόσο οι αδυναμίες στην παρακολούθηση, η απορρόφηση προσωπικού για τις ανάγκες των Ολυμπιακών Αγώνων και η σχετική χαλάρωση φέρεται να έδωσαν περιθώριο δράσης στους «νοσταλγούς» της 17N.
Τέλος, η Αστυνομία θεωρεί ότι έχει άλλη μία μεγάλη εκκρεμότητα, η οποία όμως δεν σχετίζεται με την αναβίωση του αντάρτικου πόλης αλλά με ένα πρόσωπο που φαίνεται να έχει αδρανοποιηθεί. Πρόκειται για το άτομο με τον κωδικό «Πάρκινσον» που εμφανίζεται σαν συνεργάτης του Δημήτρη Κουφοντίνα σε ληστεία της 17N το 1984 και ύστερα ο συνδημιουργός της οργάνωσης «1η Μάη» που προχώρησε το 1987 στην απόπειρα δολοφονίας του προέδρου της ΓΣΕΕ Γ. Ραφτόπουλου αλλά και συμμετείχε στις αιματηρές επιθέσεις κατά αστυνομικών λεωφορείων στο Θησείο και στον Περισσό τη δεκαετία του ’90. Οι αξιωματικοί που γνωρίζουν την ταυτότητα του «Πάρκινσον» από προφορικές αναφορές μελών τρομοκρατικών οργανώσεων μιλούν για ένα πρόσωπο με ιδιαίτερες δυνατότητες στο θεωρητικό και εκτελεστικό επίπεδο. Παρ’ ότι όμως υπάρχουν επισταμένες έρευνες από τα εγκληματολογικά εργαστήρια προκειμένου να εντοπιστεί κάποιο επιβαρυντικό στοιχείο, δεν φαίνεται να έχει βρεθεί οτιδήποτε.
