Τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότεροι επενδυτές αρχίζουν να ενδιαφέρονται για την κατηγορία των εταιρικών ομολόγων. Ο βασικότερος λόγος είναι οι σημαντικές μειώσεις των επιτοκίων, σε συνδυασμό με την παρατεταμένη πτώση στα διεθνή χρηματιστήρια που οδηγεί τους επενδυτές σε επενδύσεις με σταθερές αποδόσεις.
Τα εταιρικά ομόλογα αποτελούν για τις επιχειρήσεις στις ανεπτυγμένες αγορές έναν τρόπο εξεύρεσης κεφαλαίων πέρα από τα τραπεζικά δάνεια ή τα μετοχικά κεφάλαια.
Η έκδοση ενός ομολογιακού δανείου από μια εταιρεία μπορεί να έχει βραχυπρόθεσμη (1-5 χρόνια), μεσοβραχυπρόθεσμη (5-10 χρόνια) ή και μακροπρόθεσμη (πάνω από 10 χρόνια) διάρκεια, η οποία εξαρτάται κυρίως από τον τρόπο που θα εκμεταλλευθεί η εταιρεία τα κεφάλαια.
Το κύριο χαρακτηριστικό των εταιρικών ομολόγων είναι ότι από πλευράς κινδύνου αποτελούν μια μορφή επένδυσης ανάμεσα σε κρατικούς τίτλους σταθερού εισοδήματος και μετοχές. Η πλειονότητα των εταιρικών ομολόγων είναι ομόλογα σταθερού εισοδήματος. (Το επιτόκιο που η εταιρεία πληρώνει παραμένει σταθερό καθ’ όλη τη διάρκεια του δανείου.)
Το κύριο ρίσκο που επενδυτής αναλαμβάνει κατά την αγορά ενός τέτοιου ομολόγου είναι η πιστοληπτική ικανότητα της εταιρείας και κατ’ επέκταση η δυνατότητα αποπληρωμής των τόκων αλλά και του κεφαλαίου στη λήξη. Αυτός είναι και ο κυριότερος λόγος που τα εταιρικά ομόλογα προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις απ’ ό,τι τα κρατικά. (Είναι αυτονόητο ότι μια εταιρεία έχει μεγαλύτερο κίνδυνο στις πληρωμές της από ένα κράτος.)
Το πόσο περισσότερο αποδίδουν τα ομόλογα αυτά εξαρτάται κυρίως και από το πόσο μεγάλες, εύρωστες και αναπτυσσόμενες είναι οι εκδότριες εταιρείες.
Διεθνώς υπάρχουν δύο μεγάλοι οργανισμοί που «βαθμολογούν» τις εκδότριες εταιρείες ανάλογα με την πιστοληπτική τους ικανότητα. Οι Standard & Poors και Moody’s βαθμολογούν αλλά και επανεξετάζουν τη δυνατότητα μιας εταιρείας να αποπληρώσει ένα δάνειο.
Η κλίμακα βαθμολόγησης εκφράζεται με λατινικούς χαρακτήρες και ξεκινάει από το ΑΑΑ, που είναι η ανώτατη κλίμακα, και φθάνει ως το C, που θεωρείται η κατώτερη κλίμακα.
Ομόλογα χαμηλότερα από ΒΒΒ θεωρούνται υψηλού κινδύνου / υψηλής απόδοσης (high yielders ή junk bonds).
Η επένδυση σε εταιρικά ομόλογα γίνεται κυρίως μέσα από τη διατραπεζική αγορά, δηλαδή από τα treasuries των τραπεζών.
Η προσέγγιση μικροεπενδυτών άμεσα σε αυτή την αγορά είναι δύσκολη για δύο βασικούς λόγους: οι διακυμάνσεις αυτών των ομολόγων είναι μεγάλες και σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα ο επενδυτής μπορεί να καταγράψει ζημιές, ενώ το ελάχιστο ποσό επένδυσης ξεπερνάει τα 40 εκατ. δρχ.
Ετσι ο επενδυτής που ενδιαφέρεται να τοποθετηθεί σε αυτή την κατηγορία θα πρέπει να έχει μακροπρόθεσμο επενδυτικό χαρακτήρα και να αναζητήσει συλλογικές επενδύσεις (π.χ. αμοιβαία κεφάλαια) που επενδύουν σε τέτοιους τίτλους.
Η ελληνική αγορά εταιρικών ομολόγων βρίσκεται πολύ πίσω σε σχέση με τις αντίστοιχες των ανεπτυγμένων αγορών. Λίγες ελληνικές εταιρείες έχουν εκδώσει ως σήμερα εταιρικά ομόλογα, πράγμα που καθιστά δύσκολη την επένδυση από έλληνες επενδυτές σε τέτοιου είδους ομόλογα. Παρ’ όλα αυτά η χρηματιστηριακή κρίση, που έχει δυσκολέψει την εισαγωγή νέων εταιρειών στο ΧΑΑ, θα οδηγήσει αρκετές αναπτυσσόμενες εταιρείες στην έκδοση ομολογιακών δανείων.
Από τον κ. Δ. Βλάχο, διευθυντή Στρατηγικού Σχεδιασμού και Ανάπτυξης της Ελληνικής Τράπεζας
