ΓΙΑ ΤΟΥΣ κύκλους των χαμένων ευκαιριών που άνοιξαν και έκλεισαν στο παρελθόν μίλησε ο πρωθυπουργός κ. Κ. Σημίτης παρουσιάζοντας τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης στη Βουλή και κανείς φυσικά δεν μπορεί να διαφωνήσει. Το ερώτημα όμως παραμένει αν η σημερινή κυβέρνηση έχει πραγματικά την πρόθεση να κλείσει οριστικά τους κύκλους αυτούς, καθώς μάλιστα την περίοδο αυτή παρουσιάζεται μια μοναδική ευκαιρία για τη διεθνή αναβάθμιση της χώρας.
Οι τελευταίες εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή μας αναδεικνύουν (έστω και ερήμην μας) την Ελλάδα ως τον μοναδικό παράγοντα πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας. Και το γεγονός αυτό αν το εκμεταλλευθεί κατά τρόπο αποτελεσματικό η σημερινή κυβέρνηση θα βοηθήσει ασφαλώς στην επίλυση των χρονιζόντων προβλημάτων της εξωτερικής πολιτικής. Μόνον που για να συμβεί αυτό δεν αρκούν τα ωραία λόγια (όπως αυτά που ακούστηκαν στη Βουλή) αλλά απαιτούνται συγκεκριμένες ενέργειες, οι οποίες πιθανόν να έχουν κάποιο κομματικό κόστος, αλλά είναι επιβεβλημένες.
Τη στιγμή που το ενδεχόμενο διάσπασης του κυβερνητικού συνασπισμού στην Αγκυρα προβάλλει ολοένα και ισχυρότερο, καθώς την ερχομένη Τετάρτη συζητείται η πρόταση δυσπιστίας κατά του Νετζμετίν Ερμπακάν, και το τουρκικό καθεστώς βρίσκεται στο στόχαστρο της διεθνούς κριτικής για τις φιλοϊσλαμικές τοποθετήσεις του, ευνόητο είναι να φαντάζει η Ελλάδα, μετά τις εκλογές, ως μια όαση πολιτικής σταθερότητας. Μια όαση που γίνεται ακόμη περισσότερο αντιληπτή αν αναλογισθούμε τα συμβαίνοντα στον ευρύτερο χώρο της Μέσης Ανατολής.
Η Ελλάδα διαθέτει μια ισχυρή κυβέρνηση και μένει η κυβέρνηση αυτή να αξιοποιήσει την ισχύ της στέλνοντας τα ανάλογα μηνύματα και προς το εσωτερικό και προς το εξωτερικό. Γνωστό είναι ότι στις διεθνείς σχέσεις οι ισορροπίες διαμορφώνονται όχι με βάση τις προσωπικές συμπάθειες και φιλίες, αλλά με βάση τα συμφέροντα. Και είναι προς το συμφέρον και των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρώπης να συνεργασθούν στην περιοχή με έναν σταθερό και αξιόπιστο σύμμαχο.
Παρ’ όλες τις προσπάθειες των διαφόρων κκ. Βαν ντεν Μπρουκ κλπ. για να διασώσουν την Τουρκία, οι δυτικές κυβερνήσεις γνωρίζουν πολύ καλά ότι η Τουρκία είναι σήμερα ο μεγαλύτερος αποσταθεροποιητικός παράγοντας στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο. Χαρακτηριστικές υπήρξαν οι δηλώσεις του εκπροσώπου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για την επίσκεψη του κ. Ερμπακάν στη Λιβύη, ενώ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (παρά τις τοποθετήσεις του αρμόδιου επιτρόπου) γνωρίζει επίσης πολύ καλά ότι δεν μπορεί να αγνοεί επ’ άπειρον την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη που εκφράζεται πολύ πιο γνήσια μέσω του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Μένει φυσικά στην ελληνική κυβέρνηση να αποδείξει την αξιοπιστία της προς τα έξω, πράγμα που δεν είναι πλέον και τόσο δύσκολο, καθώς βαθμιαία έχει αρχίσει να αλλάζει το κλίμα που επικρατούσε παλαιότερα. Ενα κλίμα που είχε οδηγήσει την Ελλάδα στον απομονωτισμό, αποτέλεσμα μιας δήθεν εθνικά υπερήφανης εξωτερικής πολιτικής. Και δεν είναι ασφαλώς τυχαίο που ο κ. Σημίτης μίλησε στη Βουλή για τους εθνικούς εγωισμούς και τους πρόχειρους ηρωισμούς που οδήγησαν τη χώρα στην περιθωριοποίηση.
Μια πρώτη ευκαιρία να βγούμε από αυτή την περιθωριοποίηση δίνεται αμέσως τώρα και συγκεκριμένα αύριο στη Γενεύη, όπου συναντάται ο μεσολαβητής του ΟΗΕ για το Σκοπιανό κ. Σάιρους Βανς με τους εκπροσώπους της Αθήνας και των Σκοπίων για την εξεύρεση λύσης στο περιώνυμο πρόβλημα της ονομασίας. Χωρίς καμία άλλη καθυστέρηση πρέπει να προχωρήσουμε στην υιοθέτηση της σύνθετης ονομασίας, διότι εδώ που φθάσαμε η μόνη εναλλακτική λύση είναι η μόνιμη καθιέρωση της σκέτης «Μακεδονίας». Ενθαρρυντικό είναι ότι ο κ. Σημίτης δεν επανέλαβε στις προγραμματικές δηλώσεις του ότι δεν δεχόμαστε ονομασία που να περιέχει τον όρο «Μακεδονία».
Αν η Ελλάδα θέλει πραγματικά να παίξει τον ηγετικό ρόλο που της ανήκει στα Βαλκάνια, δεν μπορεί να συνεχίσει να αποτελεί μέρος του βαλκανικού προβλήματος. Εστω και αν αυτό σημαίνει την πληρωμή ενός ορισμένου πολιτικού κόστους. Διότι αν δεν συμβεί αυτό, τότε θα έχει πέσει στο κενό η παρότρυνση του κ. Σημίτη στη Βουλή: «Στα επόμενα τέσσερα χρόνια πρέπει να τελειώνουμε αποφασιστικά με όλα τα προβλήματα και τις εκκρεμότητες που δημιούργησαν σωρευτικά προηγούμενες λανθασμένες επιλογές και καθυστερήσεις. Πρέπει να συγκρουστούμε αποφασιστικά με τη συνήθη αδράνεια στη λήψη ή την εφαρμογή των σωστών και αναγκαίων αποφάσεων».
