Οι καντινιέρηδες, οι εστιάτορες και οι ξενοδόχοι
ΟΠΩΣ σε κάθε μάχη υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, αφανείς και επιφανείς ήρωες, έτσι και στη σύγκρουση μεταξύ αγροτών και κυβέρνησης υπάρχουν κάποιοι κερδισμένοι. Μπορεί οι κινητοποιήσεις των αγροτών να μεταφράζονται σε απώλειες πολλών εκατομμυρίων δραχμών για την εθνική οικονομία, αλλά για τους καντινιέρηδες και τους ξενοδόχους της Θεσσαλίας δεν συμβαίνει το ίδιο. Αυτές οι δύο επαγγελματικές ομάδες είναι σαν να χτύπησαν φλέβα χρυσού στον Θεσσαλικό κάμπο.
Οι πολυάριθμοι καντινιέρηδες της περιοχής όλες αυτές τις ημέρες θυμίζουν περιοδεύοντα θίασο. Τα σημεία αντιπαράθεσης αγροτών και αστυνομικών αλλάζουν ημέρα με την ημέρα, ώρα με την ώρα, καθώς το κυνηγητό στον Θεσσαλικό κάμπο δεν έχει τελειωμό. Γι’ αυτό και στα σχέδια που καταστρώνουν οι δύο πλευρές προστίθεται πάντοτε και ένα τρίτο: το πλάνο με το οποίο οι δαιμόνιοι καντινιέρηδες βρίσκουν τρόπους να παρακάμψουν κάθε εμπόδιο φυσικό και ανθρώπινο προκειμένου να φθάσουν στη γραμμή πυρός. Ενήμεροι ακόμη και για τα πιο… απόκρυφα σημεία της περιοχής, απόρροια της πολύχρονης περιοδείας τους στα πανηγύρια της Θεσσαλίας, κάνουν αισθητή την παρουσία τους ακόμη και στους πιο απροσπέλαστους δρόμους.
Επάνω στη γέφυρα Μαυρολίθου, κοντά στον Αμπελώνα, όπου έχει αποκλεισθεί η κυκλοφορία από αστυνομικές δυνάμεις για να αποκοπεί η προσπέλαση των αγροτικών ελκυστήρων στην Εθνική οδό Αθηνών – Θεσσαλονίκης, έχει στήσει την καντίνα του ο Θανάσης. Κατάγεται και διαμένει σε ένα γειτονικό χωριό. Τις τελευταίες ημέρες το… μεροκάματο τον έφερε «στο στόμα του λύκου», όπως λέει. Βρίσκεται στην «πράσινη γραμμή» και η ουδέτερη στάση που τηρεί του επιτρέπει να συνδιαλέγεται με τους «μεν» και με τους «δε».
Στον παγωμένο Θεσσαλικό κάμπο οι ώρες μοιάζουν ατελείωτες. «Ολοι θέλουν να βάλουν κάτι στο στόμα τους, όλοι θέλουν κάτι να πιουν: ένα αναψυκτικό, μια μπίρα, λίγο νερό. Αν δεν ήμασταν εμείς, τα πράγματα θα ήταν πιο δύσκολα», εξηγεί ο κυρ Νίκος. Μαζί με τη γυναίκα του άνοιξαν την καντίνα τους στον Ευαγγελισμό. Η περυσινή χρονιά, όπως αναφέρει, ήταν η χειρότερη. «Κάθε μήνα πληρώνω στο ταμείο μου 33.000 δραχμές. Η δουλειά όμως έπεσε κατακόρυφα. Κάποτε πήγαινα στα πανηγύρια και έβγαζα 1,5 εκατ. δραχμές και τώρα βγάζω 600.000». Στην καρδιά του χειμώνα, ακόμη και οι πλέον δραστήριοι συνάδελφοί του τραβούν χειρόφρενο. Οι αγροτικές κινητοποιήσεις και η πολυάριθμη αστυνομική δύναμη που έχει συγκεντρωθεί στην περιοχή ήταν όμως για τους καντινιέρηδες ένα απρόβλεπτο δώρο. Οταν κάνουν τον απολογισμό του πρώτου γύρου των κινητοποιήσεων, που διήρκεσε 25 ημέρες, το πρόσωπό τους φωτίζεται από ένα αδιόρατο συνωμοτικό χαμόγελο. Το διάστημα αυτό, το… μηνιάτικο ενός εκάστου καντινιέρη ξεπέρασε το 1 εκατ. δραχμές. Γι’ αυτό και στην ερώτηση «όταν μαλώνουν τα βουβάλια την πληρώνουν τα βατράχια;» απαντούν αρνητικά.
Στον δεύτερο γύρο των κινητοποιήσεων οι αστάθμητοι παράγοντες πολλαπλασιάστηκαν. Στη γέφυρα Μικροθηβών, π.χ., όπου εκατοντάδες τρακτέρ βρίσκονται κατά μήκος της Εθνικής οδού, τα έσοδά τους παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις. Από την Τρίτη το πρωί ώς την Πέμπτη το απόγευμα στο σημείο αυτό οι συγκεντρωμένοι αγρότες, αστυνομικοί και δημοσιογράφοι δεν ξεπερνούσαν τους 300. Οι δύο καντινιέρηδες που βρίσκονταν εκεί απεκόμιζαν ένα… ικανοποιητικό μεροκάματο. Το βράδυ της Πέμπτης ωστόσο το σκηνικό άλλαξε. Η επέλαση των 1.000 τρακτέρ από την Καρδίτσα στην Εθνική οδό τούς έφερε την άνοιξη στην καρδιά του Φλεβάρη.
Από τις 8.00 το βράδυ, μισή ώρα προτού το πρώτο τρακτέρ εισέλθει με πανηγυρικό τρόπο στην Εθνική οδό, μετά από πολύωρη και κοπιαστική πορεία, πέντε καντινιέρηδες είχαν καταλάβει επίκαιρες θέσεις. Την επόμενη ώρα στο ίδιο σημείο βρίσκονταν περισσότερες από 20 καντίνες! Οι πεινασμένοι και εξουθενωμένοι αγρότες και δημοσιογράφοι έπεσαν αστραπιαία στα εκατοντάδες σουβλάκια, λουκάνικα και μπριτζόλες που είχαν φροντίσει να ετοιμάσουν για αυτούς οι οικογένειες που ζουν από τις καντίνες.
Σε ακτίνα αρκετών χιλιομέτρων επί της Εθνικής οδού για περισσότερες από πέντε ώρες οι διερχόμενοι οδηγοί έβλεπαν έκπληκτοι εικόνες που θύμιζαν υπαίθριο λαϊκό γλέντι. Κατά μήκος του δρόμου εκατοντάδες αγρότες έτρωγαν και έπιναν στα αυτοσχέδια – λυόμενα μαγαζάκια παρακολουθώντας πότε ζωντανά τις τηλεοπτικές ανταποκρίσεις και πότε από τις οθόνες των τηλεοράσεων τις εξελίξεις, ενώ τα αντιτιθέμενα μεγάφωνα έβγαζαν ένα ακανόνιστο «ρεμίξ» λαϊκών τραγουδιών. Το σάντουιτς με λουκάνικο ή σουβλάκι που ήταν ανάρπαστο θύμιζε έντονα στη γεύση και στο περιεχόμενο το «βρώμικο» της Ομόνοιας. Η μόνη διαφορά εντοπίζεται στη χαμηλή τιμή του. Το «βρώμικο» της Θεσσαλίας κοστίζει 200 δραχμές, τιμή… κατανόησης για τους αγρότες, αλλά και για τους αστυνομικούς. Ολοι ήταν πελάτες τους.
Καλύτεροι πελάτες ωστόσο αποδείχθηκαν οι αστυνομικοί για τους εστιάτορες και τους ξενοδόχους της Λάρισας και της Μαγνησίας. Αν και οι πολυάριθμοι αστυνομικοί τις ατελείωτες ώρες αναμονής και ορθοστασίας επισκέπτονταν τακτικά τις καντίνες για σάντουιτς και αναψυκτικά, είχαν εξασφαλισμένο το μεσημεριανό και το βραδινό τους φαγητό, μέσα σε πλαστικά κεσεδάκια που τους διανέμονταν στον χώρο όπου ήταν παραταγμένοι. Το προσεγμένο, κατά γενική ομολογία των αστυνομικών, μενού περιελάμβανε πλούσια γεύματα σε πρωτεΐνες, φρούτο, αναψυκτικό, ακόμη και μπίρα. «Για πρώτη φορά φρόντισαν για το φαγητό μας. Μας προσέχουν τουλάχιστον σ’ αυτό», έλεγαν άνδρες των ΜΑΤ. Για την ικανοποίησή τους φρόντισαν εστιατόρια της Λάρισας, πελάτης των οποίων ήταν το υπουργείο Δημόσιας Τάξης. Δεν έλειψαν βεβαίως και οι αντίθετες φωνές: «Τι καλοσύνη, ρε φίλε, μας φέρνουν φαγητό από τον εστιάτορα των φυλακών Λάρισας».
Από τους κερδισμένους δεν θα μπορούσαν να εξαιρεθούν οι ξενοδόχοι της Λάρισας και της Μαγνησίας. Λόγω των γεγονότων στην περιοχή αναπτύχθηκαν περισσότεροι από 5.000 αστυνομικοί, άνδρες των ΜΑΤ και των ΕΚΑΜ, η πλειονότητα των οποίων ταξίδεψε από την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τους γειτονικούς νομούς.
Τις τελευταίες ημέρες μάλιστα σε όλα τα ξενοδοχεία της Λάρισας η εξεύρεση δωματίου επιτυγχανόταν μόνο με «υψηλές γνωριμίες». Ακόμη και το γνωστό ξενοδοχείο «Διβάνη», που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης, ήταν ζήτημα αν είχε μερικά κενά δωμάτια για να εξυπηρετήσει τους έκτακτους πελάτες του. Στο μαγαζί του «Τόμη»
ΣΕ ΕΝΑ από τα μεγαλύτερα μπλόκα των αγροτών, στον επαρχιακό δρόμο Λαμίας – Λάρισας, οι αγρότες της Καρδίτσας έχουν για στέκι τους το εστιατόριο του «Τόμη». Εκεί κατευθύνονται το πρωί για ένα φλιτζάνι ζεστό καφέ, εκεί ανταλλάσσουν απόψεις για την εξέλιξη των κινητοποιήσεών τους, εκεί τρώνε όλες αυτές τις ημέρες. Σε ακτίνα πέντε χιλιομέτρων, στον κάμπο που βρίσκεται κοντά στον Δομοκό, δεν υπάρχει παρά μόνο ο «Τόμης» και ένα βενζινάδικο.
Ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου, ο κ. Τόμης Παρδάλης, 55 ετών, κυρίως τις πρώτες ημέρες των αγροτικών κινητοποιήσεων δεν προλάβαινε να σερβίρει. Δεκάδες αγρότες συνωστίζονταν στα λιγοστά τραπεζάκια του καταστήματός του, προκαλώντας το αδιαχώρητο. Στα 25 χρόνια που διατηρεί το εστιατόριο ποτέ δεν σημείωσε ανάλογες καταναλώσεις. Για την εξυπηρέτηση των πελατών του ο κ. Παρδάλης κινητοποίησε την οικογένειά του αλλά και φίλους. Τα έξι καζάνια της κουζίνας του, με ισάριθμα φαγητά, μετά τις δύο το μεσημέρι ήταν άδεια.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής των αγροτών στο εστιατόριό του οι συζητήσεις έδιναν και έπαιρναν. Οι τόνοι υψηλοί, αν και η ταλαιπωρία και η αβεβαιότητα για την έκβαση των κινητοποιήσεών τους είχε ζωγραφιστεί στα πρόσωπά τους. Πίσω τους, στους τοίχους του εστιατορίου ξεχώριζαν πίνακες με αποσπάσματα κλασικών ποιητών και συγγραφέων. «Αυτούς τους πίνακες τους έβαλα στο μαγαζί πριν από πολλά χρόνια», λέει ο κ. Παρδάλης. Σε έναν από αυτούς ξεχωρίζει ένα απόσπασμα κειμένων του Β. Ουγκό. «Η ζωή είναι πάλη, διά την οποία διακινδυνεύεις το παν, διά να κερδίσεις τίποτε»! Στο ερώτημα ποιος εκτιμά ότι θα κερδίσει στην αναμέτρηση αγροτών και κυβέρνησης ο κ. Παρδάλης, αφού προβληματίστηκε, απάντησε με δύο λέξεις: «Δεν γνωρίζω». Απειλούνται και πορείες αστυνομικών
ΑΥΤΟ δεν έχει ξαναγίνει στα αστυνομικά χρονικά. Συνδικαλιστές ενώσεων αστυνομικών, αφού κατέθεσαν μηνυτήρια αναφορά κατά παντός υπευθύνου για τις εξουθενωτικές συνθήκες εργασίας, απειλούν τώρα να βγουν και οι ίδιοι στους δρόμους!
«Η καταστρατήγηση», όπως αναφέρουν, «του ωραρίου εργασίας και η αδιαφορία για ανθρώπινη διαμονή και σίτιση ξεχείλισε το ποτήρι». Απευθυνόμενοι προς τις εισαγγελικές αρχές ζητούν την άμεση παρέμβασή τους γιατί «ο χρόνος εργασίας των αστυνομικών καταστρατηγείται με πρόθεση από την υπηρεσία». Σύμφωνα με στοιχεία της Ενωσης Αστυνομικών Λάρισας, την Τρίτη, πρώτη ημέρα των κινητοποιήσεων, οι αστυνομικοί εργάστηκαν 17 ώρες σε κομβικές διασταυρώσεις, την Τετάρτη οι ίδιοι αστυνομικοί δύο διακεκομμένες οκτάωρες βάρδιες και την Πέμπτη άλλη μία οκτάωρη βάρδια. Στο τριήμερο εργάστηκαν συνολικά 41 ώρες, ενώ στις ώρες αυτές δεν συμπεριλαμβάνεται ο χρόνος μετακίνησής τους.
Για το ίδιο θέμα με ανακοίνωση που εξέδωσε η Πανελλήνια Ομοσπονδία Αστυνομικών Υπαλλήλων διαμαρτύρεται για τον τρόπο με τον οποίο καλούνται οι συνάδελφοί τους να εκτελέσουν τα καθήκοντά τους. Η πολύωρη παραμονή των αστυνομικών στο ύπαιθρο, με τσουχτερό κρύο, έχει οξύνει τις αντιδράσεις τους.
Ολο και πιο συχνά στον χώρο συγκέντρωσης των αγροτών άνδρες των ΜΑΤ δεν διστάζουν «κατά μόνας» να αναφερθούν με παράπονο στις συνθήκες εκτέλεσης των καθηκόντων τους. «Δεν μας βλέπεις πώς είμαστε; Οι περισσότερες κλούβες δεν έχουν θέρμανση και αναγκαζόμαστε να ανάψουμε φωτιές για να ζεσταθούμε. Δεν μιλάμε για τις διπλές βάρδιες που κάνουμε καθημερινά. Και να μας πληρώνανε υπερωρίες, πράγμα που δεν γίνεται, δεν θα το κάναμε αν περνούσε από το χέρι μας». Πιο τυχεροί αποδείχθηκαν οι αστυνομικοί της Θεσσαλίας. Μπορεί και οι ίδιοι να εργάζονται υπό τις ίδιες συνθήκες αλλά το βράδυ, έστω και αργά, βρίσκονται στις οικογένειές τους. Δημοσιογράφοι υπό διωγμό
«Συνάδελφοι, προσοχή: αποφεύγουμε τα κανάλια. Συνάδελφοι, να προσέχουμε τους δημοσιογράφους. Συνεντεύξεις δίνουν μόνο τα μέλη της Πανθεσσαλικής Επιτροπής». Οι εκκλήσεις των ηγετικών στελεχών των αγροτών από τα μεγάφωνα και τις ντουντούκες ήταν συνεχείς.
Η αποφυγή δηλώσεων από τους αγρότες που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν αρνητικές εντυπώσεις στην κοινή γνώμη, σε συνδυασμό με τη διάχυτη καχυποψία των αγροτών για την κάλυψη των κινητοποιήσεών τους από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης πολλές φορές δημιούργησαν στιγμές έντασης μεταξύ δημοσιογράφων και αγροτών.
«Αν δείξεις αυτά τα πλάνα θα σε γ…», ακούστηκε να λέει σε έξαλλη κατάσταση αγρότης κατά οπερατέρ που απαθανάτισε τους διαξιφισμούς μεταξύ αγροτών. Κατά τη διάρκεια των υπαίθριων διαβουλεύσεων μελών της Πανθεσσαλικής Επιτροπής η παρουσία δημοσιογράφων σε ακτίνα πέντε μέτρων αποτρεπόταν. «Ρε παιδιά, πιο χωριό θα ακολουθήσουμε μετά;», ρώτησε δημοσιογράφος έναν από τους αγρότες που ήταν στην κεφαλή της πορείας των 1.000 τρακτέρ. «Και γιατί να σου πω; Για να πάρεις με το κινητό στην Αστυνομία;”, ήταν η απάντηση που πήρε.
Οι συνεχείς μικροεντάσεις ανάγκασαν τους δημοσιογράφους να διαμαρτυρηθούν στα μέλη της Πανθεσσαλικής Επιτροπής, που με τη σειρά τους προέβησαν σε ανακοινώσεις με τις οποίες προέτρεπαν τους συναδέλφους τους να επιδείξουν ψυχραιμία και να μην καταφέρονται κατά δημοσιογράφων. Οι διαπληκτισμοί ωστόσο προήλθαν από το άλλο σημείο τριβής: αυτό μεταξύ δημοσιογράφων και αστυνομικών. Κατά την αστυνομική επιχείρηση «ξεφουσκωμένα λάστιχα», την Πέμπτη το πρωί, αστυνομικοί απώθησαν με βίαιο τρόπο δημοσιογράφο τηλεοπτικού σταθμού, όταν επιχείρησε να φέρει σε πέρας τη δουλειά του.
