Και μόνο ο τίτλος του βιβλίου τα λέει όλα: Πλούσια μέσα ενημέρωσης, φτωχή δημοκρατία. Και για να μην έχουμε αυταπάτες ως προς το περιεχόμενο του βιβλίου, το εξώφυλλο μας προϊδεάζει ήδη, αναπαριστώντας τα μέσα ενημέρωσης με τυπογραφικά στοιχεία υπερβολικά χοντρά, σε αντίθεση με τη φτωχή δημοκρατία που είναι με στοιχεία αδύνατα και λεπτά.
Περνούν κρίση τα μέσα ενημέρωσης στην Αμερική και στον κόσμο; Και μήπως περνούν κρίση και η ίδια η δημοκρατία και ο δημοκρατικός διάλογος; Αυτά είναι δύο από τα βασικά ερωτήματα που θέτει ο συγγραφέας, ο οποίος διερευνά την ιστορία και την εξέλιξη των αμερικανικών μέσων μαζικής ενημέρωσης (ΜΜΕ) τα τελευταία ογδόντα χρόνια. Οποιος αναρωτιέται γιατί το ραδιόφωνο και η τηλεόραση είναι τόσο ανούσια και, ενίοτε, αηδιαστικά, θα βρει τις απαντήσεις του στο βιβλίο του Μακ Τσέσνι ο οποίος είναι συχνός επισκέπτης των ραδιοθαλάμων του National Public Radio (Εθνικό Κρατικό Ραδιόφωνο). Αλλά και o Τύπος δεν απέχει πολύ από την κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ σ’ αυτή την ομοβροντία αναμασήματος ειδήσεων και στον χυλό των προγραμμάτων και των σελίδων χωρίς περιεχόμενο. Ο Μακ Τσέσνι καταπιάνεται με τα μονοπώλια των ΜΜΕ με τις μεγάλες εξαγορές των μεγάλων ΜΜΕ και την έκρηξη των συγχωνεύσεων των μεγάλων τηλεοπτικών εταιρειών και ισχυρίζεται ότι τα ΜΜΕ, εκτός του ότι είναι το θεμέλιο της ελευθερίας και της δημοκρατίας, στην Αμερική, αλλά και σε πολλές άλλες χώρες του κόσμου, έχουν εξελιχθεί σε έναν πολύ αντιδημοκρατικό θεσμό. Φυσικά ο Ρόμπερτ Μακ Τσέσνι αναφέρεται στις εταιρείες-μεγαθήρια (CBS, ABC, CNN, NBC, ESPN, MTV, Walt Disney, Warner Brothers, Nipon Television, Times Warner, New York Times Company, Times-Mirror, Time κ.ά.) και όχι στις μικρές τοπικές και επαρχιακές εφημερίδες, στα τηλεοπτικά κανάλια και στους ραδιοφωνικούς σταθμούς, σε όσα κανάλια και όσους σταθμούς δεν έχουν εξαγοραστεί ακόμη από τις μεγάλες εταιρείες των ΜΜΕ.
Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη «Πολιτική» και «Ιστορία» και το κάθε μέρος αποτελείται από τρία κεφάλαια. Είναι δε ενδεικτικοί οι τίτλοι των κεφαλαίων ως προς το περιεχόμενο και την κατεύθυνση του βιβλίου: «Αμερικανικά ΜΜΕ στην αυγή του 21ου αιώνα», «Το σύστημα των ΜΜΕ γίνεται παγκόσμιο», «Θα μας απελευθερώσει το Διαδίκτυο;», στο πρώτο μέρος, και «Παιδαγωγοί και ο αγώνας για τον έλεγχο της αμερικανικών εκπομπών, 1928-33», «Δημόσιες εκπομπές: παρελθόν, παρόν και μέλλον;» και «Η νέα τεχνολογία της ελευθερίας της έκφρασης: ταξικά προνόμια υπεράνω της δημοκρατίας», στο δεύτερο μέρος.
Ο κύριος άξονας περί τον οποίο κινείται ο τόμος Πλούσια μέσα ενημέρωσης, φτωχή δημοκρατία είναι η αντίθεση ανάμεσα σε ένα σύστημα ΜΜΕ που διαποτίζεται από το κέρδος και τη διαφήμιση και στις ανάγκες μιας δημοκρατικής κοινωνίας για επικοινωνία. Εξετάζονται επί μέρους θέματα, όπως η παρακμή της δημοσιογραφίας και η υπέρ το δέον εμπορευματοποίηση του πολιτισμού, ο αντιδημοκρατικός τρόπος με τον οποίο χαράσσεται η επικοινωνιακή πολιτική στις ΗΠΑ, η πολύ στενή σχέση ενός συστήματος ΜΜΕ με την παγκοσμιοποιημένη καπιταλιστική οικονομία της αγοράς σε συσχετισμό με την κατάπτωση της πολιτικής. Ακόμη εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο το Διαδίκτυο ενσωματώνεται μέσα στην καρδιά του επιχειρηματικού επικοινωνιακού συστήματος.
Πάνω σ’ αυτό το τελευταίο φαινόμενο, ο Μακ Τσέσνι λέει ότι οι κερδισμένοι από την αποκαλούμενη Εποχή της Πληροφορικής είναι οι εύποροι μεγαλοεπενδυτές, όσοι εμπλέκονται με τη διαφήμιση και μια παρέα τεράστιων εταιρειών των ΜΜΕ, των Η/Υ και των τηλεπικοινωνιών (όπως οι εταιρείες ΙΒΜ, ΑΤ&Τ, Intel, Microsoft, Mediaone, Yahoo!, AOL, MCI, Sprint, Ericsson Corp κ.ά.).
Ο Μακ Τσέσνι, αν και συμφωνεί ότι το Internet θα είναι ένας από τους κύριους παράγοντες των μαζικών κοινωνικών αλλαγών, εν τούτοις δεν συμμερίζεται την αισιοδοξία στοχαστών του κυβερνοχώρου όπως ο Νίκολας Νεγκροπόντε. «Η ουτοπία του Νεγκροπόντε» γράφει «βασίζεται όχι μόνο στην πίστη του στη μαγεία της τεχνολογίας αλλά και σε μια πίστη εκδοχής του καπιταλισμού ως ενός δίκαιου, λογικού και δημοκρατικού μηχανισμού. Το τελευταίο το βρίσκω παραμύθι. Συμφωνώ ότι το Internet αλλάζει δραστικά το τοπίο των ΜΜΕ αλλά έχω επιφυλάξεις για τη δημοκρατικότητά του».
Στο κεφάλαιο «Η τεχνολογία της ελευθερίας της έκφρασης: ταξικά προνόμια υπεράνω της δημοκρατίας» ο Μακ Τσέσνι γράφει: «Απέχουμε πολύ από το να ζούμε σε μια ισοπολιτεία, σε μια ίση κοινωνία. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον η ευρύτερη έννοια της πολιτικής αρετής και των αρχών τόσο αναγκαία και τα δύο για να αναπτυχθεί η δημοκρατική κουλτούρα έχουν εξαφανιστεί. Η αμερικανική εκλογική πολιτική βασίζεται στη συμμετοχή των ολίγων. Οπότε δεν πρέπει να αποτελούν έκπληξη η απάθεια και ο κυνισμός του εκλογικού σώματος και η αποχή από τις εκλογές» διαπιστώνει ο συγγραφέας.
Για να καταδείξει δε τις διαπλεκόμενες σχέσεις μεταξύ των ΜΜΕ και του εκλογικού και του προεκλογικού αμερικανικού συστήματος και των νόμων που διέπουν την πολιτική διαφήμιση, ο συγγραφέας φέρνει ως παράδειγμα το γεγονός ότι τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 οι τηλεοπτικοί σχολιαστές θρηνούσαν για το πόσο εμπορική ήταν η τηλεόραση «έχοντας μετατρέψει τους υποψήφιους πολιτικούς σε εμπορεύματα». Σήμερα εκείνοι οι σχολιαστές θα φρικιούσαν, διότι θα διαπίστωναν ότι οι τωρινοί πολιτικοί δεν είναι τίποτε άλλο παρά εμπορεύματα, αν αναλογιστεί κανείς ότι στις αμερικανικές εκλογές του 1998 δαπανήθηκαν πάνω από ένα δισεκατομμύριο δολάρια σε πολιτικές διαφημίσεις στα ΜΜΕ (τηλεόραση, ραδιόφωνο και Τύπος).
Δεν ξέρω γιατί, αλλά ο συγγραφέας, για να καταδείξει την αδυναμία του ψηφοφόρου στην αποτελεσματικότητα της ψήφου του και στο πόσο κούφια είναι η δημοκρατία, φέρνει ως παράδειγμα έναν έλληνα χωρικό, ο οποίος στις εκλογές του 1996 φέρεται ειπών: «Το μόνο δικαίωμα που έχουμε είναι να ψηφίζουμε και αυτό δεν μας οδηγεί πουθενά» (κεφάλαιο «The Media System Goes Global Gobal Media and Neoliberal Democracy», σελίδα 112).
Στην εισαγωγή, ο Ρόμπερτ Μακ Τσέσνι, μεταξύ των ευχαριστιών προς διάφορους φίλους και συνεργάτες που τον βοήθησαν στη συγγραφή του βιβλίου, αναφέρει και μερικούς που τον ενέπνευσαν. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνει τους Πολ Σουίζι, Χάρι Μάγκντοφ και Πολ Μπαράν που συνεργάζονται με το αριστερό περιοδικό «Monthly Review», καθώς και τον Νόαμ Τσόμσκι του οποίου το έργο για τα ΜΜΕ και τη δημοκρατία υπήρξε αποφασιστικό στη διαμόρφωση του δικού του πολιτικού πιστεύω. Αυτό μάς δείχνει και τις αριστερές καταβολές του Ρόμπερ Μακ Τσέσνι, ενός πράγματι εμπνευσμένου επικοινωνιολόγου ο οποίος διδάσκει στο Ινστιτούτο Ερευνας Επικοινωνιών στο Πανεπιστήμιο του Ιλινόι, στην Ουρμπάνα-Σάμπεϊν, και κατέχει γερά το αντικείμενό του. Και φαίνεται ότι οι αριστερές καταβολές του τον κάνουν τόσο επικριτικό προς τα αμερικανικά ΜΜΕ. Στον δε επίλογο του βιβλίου του υπό τον τίτλο «Η αμερικανική Αριστερά και η πολιτική των ΜΜΕ» γράφει ότι το κεντρικό επιχείρημα του βιβλίου του είναι ότι η αμερικανική δημοκρατία βρίσκεται στο έσχατο γήρας της. Και τούτο είναι σαφές από την αποπολιτικοποίηση «που θα έκανε έναν τύραννο να ζηλεύει». Και ότι το σύστημα των εμπορικών μονοπωλίων των ΜΜΕ φέρει μεγάλη ευθύνη για τη σημερινή, λυπηρή κατάσταση της δημοκρατίας στην Αμερική.
Τελειώνοντας το Πλούσια μέσα ενημέρωσης, φτωχή δημοκρατία αναρωτιέμαι πόσο μακριά είμαστε από την εποχή που τα δύο εναπομείναντα μονοπώλια ΜΜΕ στον πλανήτη μας θα συγχωνευθούν. Που θα ενωθούν, ας πούμε, το ΜέγκαΒιζιον με το ΜέγκαΝετ για να δημιουργήσουν το ένα, μοναδικό και πανίσχυρο ΜέγκαΛιθ που θα ελέγχει όλες τις μορφές επικοινωνιών στη ζωή μας. Και θα υπάρχει τότε δημοκρατία;
* Ο κ. Ντίνος Σιώτης είναι συγγραφέας, εκδότης του αγγλόφωνου λογοτεχνικού περιοδικού «MondoGreco» και υπεύθυνος του Γραφείου Τύπου του Προξενείου της Ελλάδας στη Βοστώνη.
