Η κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους στέλνει εσκεμμένα το μήνυμα στη Συρία, στο Ιράν και σε άλλες χώρες ότι θα χρησιμοποιήσει το Ιράκ ως μια τεράστια στρατιωτική βάση για περαιτέρω στρατιωτικές επεμβάσεις σε περίπτωση που δεν συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις της. Οι αξιωματούχοι της αμερικανικής κυβέρνησης θεωρούν ότι η νέα αυτή τακτική τους άρχισε να φέρνει ήδη αποτελέσματα. Σύμφωνα με αξιωματούχους του Στέιτ Ντιπάρτμεντ η Δαμασκός λαμβάνει ήδη μέτρα που αποδεικνύουν ότι «πήρε το μήνυμα πως θα είναι ο επόμενος στόχος». Οι μυστικές υπηρεσίες της Συρίας έχουν απαγορεύσει τα τελευταία 24ωρα την είσοδο ιρακινών συνεργατών του Σαντάμ Χουσεΐν ενώ έχουν δείξει προθυμία να διαπραγματευθούν την απέλαση ή και παράδοση στις ΗΠΑ ορισμένων εκ των ιρακινών αξιωματούχων οι οποίοι κατέφυγαν στη Δαμασκό μετά την κατάρρευση του καθεστώτος.
Η Ουάσιγκτον εκτιμά ότι οι πρώτες αυτές κινήσεις υποχώρησης του προέδρου Μπασάρ Αλ Ασαντ ήταν προϊόν των σκληρών όσο και συντονισμένων δηλώσεων που έκαναν την περασμένη εβδομάδα όλοι σχεδόν οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Μπους. «Πρόκειται για μεθοδευμένη στρατηγική» ανέφερε χαρακτηριστικά η πρώην επικεφαλής του think tank της CIA Ελεν Λέιπσον. «Η Ουάσιγκτον βλέπει ότι μπορεί να πετύχει τους στόχους με την επίδειξη δύναμης στο Ιράκ. Ηδη η Συρία μοιάζει νευρική και οι υπόλοιπες κυβερνήσεις στην περιοχή αλλάζουν σταδιακά τη στάση τους». Ακόμη και οι «τρελές» δηλώσεις των διάσημων εκπροσώπων των «γερακιών», όπως του Ρίτσαρντ Περλ και του Τζέιμς Γούλσεϊ, εντάσσονται σε μια προσπάθεια εκφοβισμού που θέλει να δημιουργήσει την εντύπωση ότι «η συμπεριφορά των ΗΠΑ από την ώρα που έχουν όλο το Ιράκ στη διάθεσή τους ως επιχειρησιακή βάση είναι απρόβλεπτη».
«Ούτε το Ιράν ούτε η Συρία ξέρουν τι θα τους ξημερώσει» ανέφερε χαρακτηριστικά βρετανός αναλυτής, ο οποίος πρόσθετε: «Οι Αμερικανοί έχουν πείσει τους πάντες ότι είναι πια το “τρελό χαρτί” στην περιοχή που μπορεί να φέρει τα πάνω κάτω». Η Συρία αποτελεί χώρα-κλειδί για τα αμερικανικά συμφέροντα γιατί θεωρείται ότι «κρατά τα κλειδιά με τα οποία μπορεί κανείς να ελέγξει τη Χεζμπολάχ και τις άλλες ακραίες τρομοκρατικές οργανώσεις στον Λίβανο και στην Παλαιστίνη». Ο πρόεδρος Μπους νιώθει αυτές τις ημέρες την ασφυκτική πίεση του πατέρα του και του βρετανού πρωθυπουργού Τόνι Μπλερ για άμεση επίτευξη θεαματικής προόδου στο Παλαιστινιακό. Η Ουάσιγκτον κατάφερε, μέσα στο γενικότερο ανακάτεμα της τράπουλας στην περιοχή, να περιθωριοποιήσει τον Γιάσερ Αραφάτ και να ανακαλύψει στο πρόσωπο του νέου πρωθυπουργού Αμπού Μάζεν έναν έγκυρο συνομιλητή. Παρ’ όλα αυτά αν δεν ελεγχθούν τα ακραία στοιχεία στην Παλαιστίνη ούτε ο Μάζεν θα μπορούσε να εγγυηθεί ότι θα υπογράψει μια προκαταρκτική συμφωνία. Ο Μπους είναι βαθύτατα τραυματισμένος από την εμπειρία του προκατόχου του Μπιλ Κλίντον κατά τη διαπραγμάτευση Αραφάτ – Μπάρακ και γι’ αυτό δεν θα κάνει καμία εντυπωσιακή χειρονομία αν δεν είναι 100% βέβαιος ότι έχει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας.
Εν τω μεταξύ όμως τα «γεράκια» επιμένουν στο παρασκήνιο ότι «το μεγάλο ζήτημα δεν είναι το Παλαιστινιακό» και επιχειρούν να αποδείξουν με πληροφορίες αμφισβητούμενης αξίας πως «η Συρία δεν σοβαρεύεται, δεν έχει πάρει το μήνυμα». Τόσο το Στέιτ Ντιπάρτμεντ όσο και η CIA είναι αντίθετες σε αυτή τη μεθόδευση και προσπαθούν να ανοίξουν και πάλι τα παραδοσιακά, παρασκηνιακά κανάλια επικοινωνίας με τη Δαμασκό. Ο Κόλιν Πάουελ αποφάσισε μάλιστα να πάρει το ρίσκο μιας επίσκεψης στη Συρία, ενδεχομένως για να κερδίσει χρόνο και να εξηγήσει την κρισιμότητα της κατάστασης στον Ασαντ. Βαθύς γνώστης της Συρίας επεσήμανε εξάλλου ότι «η Δαμασκός καταλαβαίνει από σκληρή διαπραγμάτευση, μην ξεχνάτε πως “πούλησε” τον Οτσαλάν υπό την πίεση της Αγκυρας και της Ουάσιγκτον!».
ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ Προς τα πού θα κινηθεί το «ντόμινο»
Σοβαροί αμερικανοί αναλυτές εκφράζουν την πεποίθηση πως «τουλάχιστον για ένα μεγάλο διάστημα η θεωρία του ντόμινο της εξάπλωσης της δημοκρατίας δεν θα επαληθευθεί». Αντιθέτως η πρώην επικεφαλής του think tank της CIA Ελεν Λέιπσον τονίζει πως «το πιθανότερο είναι ότι ορισμένα καθεστώτα θα φοβηθούν από την εξέλιξη στο Ιράκ και θα επιβάλουν αυστηρότερα μέτρα καταστολής για να προλάβουν την εκδήλωση τυχόν λαϊκών αντιδράσεων». Κατά την άποψή της η πλέον επικίνδυνη περίπτωση είναι το Ιράν. «Η νεολαία της χώρας επιθυμεί σφόδρα δυτικά ανοίγματα, οι μουλάδες είναι θορυβημένοι και οι πληροφορίες εντείνονται πως η κυβέρνηση βρίσκεται κοντά στην απόκτηση πυρηνικών όπλων» αναφέρει. Και προσθέτει: «Οι ΗΠΑ θα πρέπει να χαράξουν μια πολιτική για το πώς θα αντιμετωπίσουν το πιθανότατο σενάριο του Ιράν σε ρόλο πυρηνικής δύναμης. Η δική μου βέβαια προτίμηση είναι να μην κάνουμε καν λόγο για στρατιωτική επέμβαση στο Ιράν, η οποία θα είχε εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις στην περιοχή αλλά και στη διεθνή σταθερότητα. Θα ήταν καταστροφική».
Το βέβαιο είναι ότι από την ώρα που οι ΗΠΑ κατέλαβαν το Ιράκ όλο το σύστημα εξουσίας στη Μέση Ανατολή νιώθει ανασφαλές. «Η Σαουδική Αραβία, η Συρία, το Ιράν νιώθουν πλέον τη στρατηγική “ανάσα” των Αμερικανών στη γειτονιά τους και αυτή η αίσθηση αλλάζει δραματικά το σκηνικό σε μια περιοχή όπου επικρατούσε πλήρης αδράνεια τα τελευταία 20 χρόνια» τόνιζε χαρακτηριστικά αμερικανός διπλωμάτης. Και πρόσθετε: «Για εμάς τις “περιστερές” η μόνη ελπίδα είναι ότι η διδακτική μέθοδος θα φέρει αποτελέσματα ώστε να μην έχουμε την επόμενη φάση στρατιωτικών επιχειρήσεων».
