Κλειδοκράτορες κειμένων

Κλειδοκράτορες κειμένων «Με βουβή φωνή και ασάλευτη γλώσσα» Υπάλληλος σε βιβλιοπωλείο του Μπουένος Αϊρες, «αναγνώστης» στην υπηρεσία του τυφλού Χόρχε Λουίς Μπόρχες, επιμελητής εκδόσεων στο Μιλάνο, ο Αργεντινός Αλμπέρτο Μανγκέλ, που τώρα ζει στον Καναδά, αναγνωρίζεται ως η «επιτομή» του σύγχρονου αναγνώστη. Συνέθεσε λοιπόν την ιστορία της ανάγνωσης. ΜΑΙΡΗ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ Σε μια λαϊκίστικη διαδήλωση, από

Κλειδοκράτορες κειμένων

«Με βουβή φωνή και ασάλευτη γλώσσα»


Σε μια λαϊκίστικη διαδήλωση, από αυτές που οργάνωνε η κυβέρνηση του Περόν το 1950 ενάντια στους αντιτιθέμενους διανοούμενους, οι διαδηλωτές φώναζαν «Ναι στα παπούτσια, όχι στα βιβλία». Το μήνυμα ήταν καλά μεθοδευμένο: η σκληρή πραγματικότητα παρουσιαζόταν σε διάσταση με τον ονειρικό κόσμο των βιβλίων. Με αυτή τη δικαιολογία, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα συνήθως επιχειρούν να χαλιναγωγήσουν την ελεύθερη σκέψη, να χαυνώσουν τον λαό ώστε να δεχθεί τη μοίρα του πιο εύκολα. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, γράφει ο Αργεντινός Αλμπέρτο Μανγκέλ, οι αναγνώστες δεν μπορούν παρά να είναι ανατρεπτικοί.


Πάντοτε η ανάγνωση ενός βιβλίου εθεωρείτο δυνάμει επικίνδυνη. Η σχέση ανάμεσα στον αναγνώστη και στο βιβλίο έχει κάτι το ιδιωτικό και το μη ελέγξιμο, υποδηλώνει έναν απροσπέλαστο ιδιωτικό χώρο, μια εγωιστική στάση, μια δραστηριότητα μοναχική και μυστικοπαθή: «Βγες έξω, άντε ζήσε!», φώναζε η μητέρα του στον Μανγκέλ, όταν τον έβλεπε να διαβάζει με τις ώρες, λες και φοβόταν ότι κάτι θα πάθει. «Ο λαϊκός φόβος», γράφει ο Μανγκέλ, «τι μπορεί να κάνει ένας αναγνώστης μες στις σελίδες ενός βιβλίου μοιάζει με τον πανάρχαιο φόβο που έχουν οι άντρες για το τι κάνουν οι γυναίκες στα απόκρυφα μέρη του κορμιού τους ή τι κάνουν οι μάγισσες και οι αλχημιστές στα σκοτεινά, πίσω από αμπαρωμένες πόρτες». Απειρα τα παραδείγματα απαγορεύσεων, απειλών, λογοκρισίας των βιβλίων. Οι πρώτοι χριστιανοί καθιέρωσαν τη χρήση των διπλωμένων κωδίκων (αντί για τους κυλίνδρους), επειδή τους βόλευαν περισσότερο για να κρύβουν μέσα στα ρούχα τους κείμενα που απαγορεύονταν από τις ρωμαϊκές αρχές. Και αιώνες αργότερα ­ ένα πιο ευτελές παράδειγμα ­ οι ηθικολόγοι του Μεσαίωνα φιλονικούσαν αν έπρεπε ή όχι να μαθαίνουν ανάγνωση και γραφή τα κορίτσια, διότι «όταν ενηλικιωθούν ίσως γράψουν ή λάβουν ερωτικές επιστολές»!


Τίποτε από όσα σήμερα θεωρούνται δεδομένα δεν ίσχυε σε όλες τις εποχές. Ούτε ότι διαβάζουμε συνήθως σιωπηλά, ούτε ότι διαβάζουμε από τα αριστερά προς τα δεξιά και από πάνω προς τα κάτω, ούτε ότι κατανοούμε και προσλαμβάνουμε ένα κείμενο από τη δική μας σκοπιά, ούτε ότι υπάρχουν πολλές δυνατές αναγνώσεις του ίδιου κειμένου. Υπήρξαν λόγου χάρη εποχές όπου η αυθεντία του κειμένου ήταν απαραβίαστη και ο αναγνώστης ένας απλός, μηχανικός παρατηρητής. Η ιστορία της ανάγνωσης έχει περάσει από σαράντα κύματα. Και ο Αλμπέρτο Μανγκέλ δεν είναι καθόλου σίγουρος ότι γράφει τη μοναδική «Ιστορία της ανάγνωσης». Γράφει, όπως δηλώνει στον πρωτότυπο τίτλο, «Μια» ιστορία της ανάγνωσης, μια πιθανή ιστορία της ανάγνωσης. Πώς μπορεί να είναι σίγουρος ένας τόσο υποψιασμένος αναγνώστης;




Ο Μανγκέλ παρακολουθεί τους αναγνώστες όλων των εποχών, άλλους διάσημους και άλλους εντελώς αφανείς, αναζητά τους τρόπους τους, τις αλλαγές των τρόπων αυτών, τις μεταμορφώσεις που υπέστησαν «καθώς εμφορούνταν, σαν τους μάγους της Αγίας Γραφής, με τη δύναμη να μεταμορφώνουν νεκρά σύμβολα σε ζωντανή ανάμνηση», μιλάει για τους θριάμβους τους και τους κατατρεγμούς τους. Η διήγηση έχει την αταξία της ζωντανής κουβέντας ή της πηγαίας εξιστόρησης ενός ανθρώπου που ξέρει πάρα πολλά και τα πετάει σε ανύποπτο χρόνο κάθε φορά που χρειάζεται να υποστηρίξει ένα επιχείρημα. Τη μια μας λέει τι έκανε ο σουμέριος γραφέας, την άλλη ποιο νόμο θέσπισε το 1158 ο Γερμανός Αγιος Ρωμαίος Αυτοκράτορας Φρειδερίκος Βαρβαρόσσας, αίφνης τι πίστευε ο χαλίφης αλ-Χακίμ που απαγόρευσε το 1004 στο Κάιρο το σκάκι και την πώληση ψαριών δίχως λέπια, ή ποια βιβλία πίστευε ο Οσκαρ Ουάιλντ ότι δεν πρέπει επ’ ουδενί να διαβάζουμε και ούτω καθεξής.


Ο Μανγκέλ μιλάει για άτομα, για μεμονωμένους αναγνώστες, για ιδιωτικά και δημόσια αναγνωστικά γούστα. Σπάνια κάνει αναφορά σε εθνικότητες. Προσυπογράφει τη ρήση του Ρίλκε, ο οποίος κάποτε ρώτησε: «Μήπως άραγε έχει παρανοηθεί ολόκληρη η ιστορία του κόσμου; Μήπως το παρελθόν είναι ψεύτικο, αφού πάντα μιλάμε για τις μάζες του, σαν να μιλούσαμε για μια συγκέντρωση ανθρώπων, αντί να μιλάμε για το ένα άτομο γύρω από το οποίο στέκονταν όλοι οι άλλοι, γιατί ήταν ξένος και πέθαινε; Ναι, είναι δυνατόν». Παρά τη φαινομενική ασυνέχεια, υπάρχει μέθοδος. Ο Μανγκέλ χωρίζει το βιβλίο του σε θεματικές ενότητες και στην κάθε ενότητα επιστρατεύει πλήθος παραδείγματα από όλες τις εποχές.


Ενα από τα θέματα που αναπτύσσονται είναι αυτό του τρόπου ανάγνωσης σε κάθε εποχή. Πώς ξέρουμε αν οι άνθρωποι διάβαζαν φωναχτά ή «με τον νου τους»; Ο Μανγκέλ, κατά τη συνήθειά του, θα πει μία ακόμη ιστορία: Το 383 μ.Χ. ένας 29χρονος δάσκαλος λατινικής ρητορικής, ο μετέπειτα Αγιος Αυγουστίνος, έφτασε στη Ρώμη, νοίκιασε σπίτι, ίδρυσε σχολή και κάποια στιγμή, μεταξύ άλλων, συνάντησε και τον Αμβρόσιο, επίσκοπο τότε στο Μιλάνο. Εκείνο που έκανε εντύπωση στον Αυγουστίνο, τόσο ώστε να το αναφέρει μετά στις «Εξομολογήσεις» του, ήταν ότι ο Αμβρόσιος διάβαζε σιωπηλά! «Η φωνή του ήταν βουβή και η γλώσσα του ασάλευτη», έγραφε παραξενεμένος ο Αυγουστίνος. Εν τέλει, παρ’ όλο που περιπτώσεις σιωπηλής ανάγνωσης σημειώνονται και σε πρωθύστερες εποχές, μόνο μετά τον 10ο αιώνα καθίσταται αυτός ο τρόπος ανάγνωσης συνήθης πρακτική στη Δύση. Το σχόλιο του Αυγουστίνου είναι το πρώτο σαφές παράδειγμα σιωπηλής ανάγνωσης που έχει καταγραφεί στη δυτική λογοτεχνία.


Οπότε τίθεται το ερώτημα: Πώς να ήταν άραγε να διαβάζεις στις μεγάλες βιβλιοθήκες της αρχαιότητας; Ποιος ξέρει σε τι οχλοβοή εργαζόταν ο ασσύριος λόγιος που συμβουλευόταν μία από τις 30.000 πινακίδες στη βιβλιοθήκη του βασιλιά Ασσουρμπανιπάλ τον 7ο π.Χ. αιώνα. Τις υποψίες ενισχύει το γεγονός ότι οι αρχέγονες γλώσσες της Βίβλου ­ τα αραμαϊκά και τα εβραϊκά ­ δεν κάνουν διάκριση ανάμεσα στο αναγιγνώσκειν και στο ομιλείν, αλλά αποκαλούν και τα δύο με την ίδια λέξη. Αλλά και ο Κικέρωνας, αιώνες αργότερα, σε ένα από τα ηθικοπλαστικά δοκίμιά του, προσπαθεί να παρηγορήσει τους κωφούς που δεν μπορούν να απολαύσουν μια απαγγελία κειμένου. Τους θυμίζει ότι «μπορούν να αντλήσουν πολύ μεγαλύτερη ευχαρίστηση αναγιγνώσκοντας αυτά τα ποιήματα από ό,τι αν τα άκουγαν». Αλλά αυτά είναι λόγια παρηγοριάς. Ολοι οι συγγραφείς ήξεραν ως και τον Μεσαίωνα ότι οι αναγνώστες τους προτιμούν να ακούν τα κείμενά τους παρά να τα διαβάζουν βουβά. Επανειλημμένως, μάλιστα, τα μεσαιωνικά κείμενα ζητούν από το κοινό να «στήσει αφτί». Οσο για τη φράση «scripta manent, verba volant», κακώς νομίζουμε ότι σημαίνει «όσα γράφονται μένουν, όσα λέγονται χάνονται», μας πληροφορεί ο Μανγκέλ. Το απόφθεγμα δημιουργήθηκε ως εγκώμιο στον προφορικό λόγο, που έχει φτερά και μπορεί να πετάξει ελεύθερα, σε αντιδιαστολή με τον βουβό λόγο της σελίδας, που είναι ακίνητος, νεκρός.


Ωστόσο, όταν ήρθε η ώρα της σιωπηλής ανάγνωσης, σήμανε ο κώδωνας κινδύνου για τις παραδεδεγμένες αρχές και την καθεστηκυία τάξη. Η απειλή έγινε αμέσως αντιληπτή: η νέα συνήθεια (της σιωπηλής ανάγνωσης) ανησύχησε τους δογματικούς στον χριστιανικό κόσμο, διότι «υποδαύλιζε την ονειροπόληση, ενείχε τον κίνδυνο της accidie ­ την αμαρτία της οκνηρίας, του “ολέθρου, όστις ερημόνει εν μεσημβρία” (Ψαλμοί 91: 3)». Ηταν εύλογο. Το βιβλίο που αναγιγνώσκεται κατ’ ιδίαν παύει να υπόκειται στην άμεση διευκρίνιση ή καθοδήγηση, στην καταδίκη ή λογοκρισία από κάποιον ακροατή. Και τα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν. Οπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μανγκέλ, παρ’ όλο που η Εκκλησία υιοθέτησε τη θανατική καταδίκη για τους αιρετικούς ήδη από το 382, η πρώτη περίπτωση θανάτωσης αιρετικού στην πυρά δεν πραγματοποιήθηκε παρά μόνο το 1022 στην Ορλεάνη. Οταν άρχισαν δηλαδή να πληθαίνουν τα κρούσματα των σιωπηλών αναγνωστών.


Επειτα, αυτό που σήμερα αποτελεί κοινό τόπο, ότι δηλαδή καμιά ανάγνωση δεν μπορεί να είναι οριστική, δεν ήταν καθόλου αυτονόητο σε περασμένες εποχές, όταν κυριαρχούσε μια καθιερωμένη, «ορθή» και συλλογική ανάγνωση, με αυστηρά συστήματα διδασκαλίας και σχολαστικές μεθόδους. Κάποια στιγμή οι άνθρωποι αποσύρθηκαν στον κλειστό χώρο του αναγνωστηρίου ή της βιβλιοθήκης για να διαβάσουν και να σκεφθούν κατά μόνας. Στο οικείο κεφάλαιο, ο Μανγκέλ θυμάται την εποχή όπου ως έφηβος ανακάλυψε και ο ίδιος την αίσθηση ελευθερίας ­ δεν τον εγκατέλειψε ποτέ έκτοτε ­ που του προκαλούσε το γεγονός ότι καμιά αυθεντία δεν μπορεί να επιβάλει κάποια «ορθή» ανάγνωση. «Ακόμα και τώρα, όταν εμένα μ’ αρέσει ένα βιβλίο που κάποια βιβλιοκριτικός έχει καταδικάσει ή όταν πετάω ένα άλλο που έχει δεχτεί θερμούς επαίνους, νομίζω πως ανακαλώ πολύ ζωντανά εκείνη την αίσθηση επαναστατικότητας», γράφει.


Πότε συνέβη αυτή η απελευθέρωση του ατόμου από το κείμενο και από την «ορθή» ανάγνωση; Δύσκολο να το πει κανείς. Ο Μανγκέλ δεν έχει πρόβλημα να μας βομβαρδίσει με ορισμένα παραδείγματα από διαφορετικές εποχές, διαφορετικές χώρες, διαφορετικές θρησκείες, και το συμπέρασμα θα βγει αβίαστα από τον κάθε αναγνώστη (μάλλον δεν θα είναι το ίδιο για όλους). Μπορεί το 1316 ο Δάντης να ήταν ήδη τόσο προχωρημένος ώστε να γράφει σε μια διάσημη επιστολή προς τον αυτοκρατορικό ιερέα Καν Γκράντε ντέλα Σκάλα ότι κάθε κείμενο έχει δύο τουλάχιστον αναγνώσεις, αλλά αιώνες αργότερα ο σκοταδισμός ήταν ακόμη κυρίαρχος στην Ευρώπη. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1889, ας πούμε, στην πόλη της Πράγας, ο εξάχρονος Φραντς Κάφκα οδηγήθηκε από τον μάγειρο της οικογενείας του στο Deutsche Volks und Burgerschule κοντά στην Κρεαταγορά, ένα γερμανόγλωσσο ίδρυμα διοικούμενο ως επί το πλείστον από Εβραίους εν μέσω ενός τσέχικου εθνικιστικού περιβάλλοντος. Σε ένα γράμμα προς την αρραβωνιαστικιά του, πολλά χρόνια αργότερα, ο Κάφκα γράφει: «Θυμάμαι έναν καθηγητή που όταν μας διάβαζε την “Ιλιάδα” συχνά μας έλεγε: “Κρίμα που αναγκάζομαι να διαβάζω αυτό το έργο σε υποκείμενα σαν και του λόγου σας. Είστε ανίκανοι να το καταλάβετε, αλλά ακόμη και αν πιστεύετε ότι μπορείτε, δεν καταλαβαίνετε γρυ. Πρέπει να ζήσετε πολύ για να καταλάβετε έστω κι ένα ελάχιστο κομματάκι”». Επρεπε να περάσουν χρόνια για να απελευθερωθεί ο Κάφκα από αυτή την αίσθηση ανεπάρκειας και να ανακαλύψει πολύ αργότερα, μέσα από τον τρόπο που ο ίδιος εννοούσε την ανάγνωση, ότι τα κείμενα κωδικοποιούν πολλαπλά νοήματα. «Διαβάζουμε για να κάνουμε ερωτήσεις», είπε κάποτε σε ένα φίλο.


Η ηδονή τού να σου διαβάζει κάποιος άλλος κάτι έχει επίσης λησμονηθεί στην εποχή μας. Ο διευθυντής του σχολείου του Μανγκέλ κάποτε του είπε ότι το να σου διαβάζουν αρμόζει μόνο σε μικρά παιδάκια. Δεν είναι αλήθεια. Ο θεσμός του δημόσιου αναγνώστη γνώρισε ημέρες δόξας στην Κούβα του 19ου αιώνα, όταν στο εργοστάσιο πούρων Ελ Φίγαρο καθιερώθηκαν οι αναγνώσεις στους χώρους εργασίας με τον τρόπο που σήμερα χρησιμοποιείται η μουσική υπόκρουση. Στις 7 Ιανουαρίου 1866 η εφημερίδα «Aurora» έγραφε: «Για πρώτη φορά ξεκίνησε ανάμεσά μας η ανάγνωση στις φάμπρικες και η πρωτοβουλία ανήκει στους τιμημένους εργάτες του Ελ Φίγαρο». Με τον καιρό ακολούθησαν και άλλα εργοστάσια, και το πράγμα εξελίχθηκε σε μανία, με αποτέλεσμα να εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα στις 14 Μαΐου 1866 από τον πολιτικό κυβερνήτη της Κούβας. Στο μεταξύ, ορισμένα βιβλία είχαν γίνει τόσο δημοφιλή ώστε μια ομάδα εργατών του Ελ Φίγαρο έγραψε στον Αλέξανδρο Δουμά λίγο πριν από τον θάνατό του, το 1870, και του ζήτησε να χαρίσει το όνομα του ήρωά του κόμη Μόντε Χρίστο σε ένα από τα πούρα τους. Φυσικά, ο Δουμάς δεν είχε αντίρρηση.


Η δύναμη της εικονογράφησης ως συνοδευτικής του κειμένου δεν υποτιμάται από τον Μανγκέλ, ο οποίος αφενός αφιερώνει ένα κεφάλαιο στο θέμα, αφετέρου κοσμεί το βιβλίο του με πλήθος εικόνες αντάξιες των ανεκδοτολογικών αναφορών του. Ακολουθεί, καθώς φαίνεται, το παράδειγμα του Αγίου Νείλου του Ασκητή από την Αγκυρα, άλλου ενός απίθανου ιστορικού προσώπου, του οποίου την ασυνήθιστη ιστορία ο Μανγκέλ παρεμβάλλει ως καρύκευμα στην αφήγησή του. Ο Αγιος Νείλος, λοιπόν, ήταν της γνώμης ότι αν ανηρτώντο εκατέρωθεν του Τιμίου Σταυρού εικόνες θα «χρησίμευαν σαν βιβλία για τους αμόρφωτους, θα τους δίδασκαν τις βιβλικές ιστορίες και θα τους ενστάλαζαν την ιστορική πορεία του ελέους του Θεού» (Patrologia Graeca). Τις απόψεις του απηχούν από τον 14ο αιώνα και μετά τα αποκαλούμενα Biblia Pauperum (Βίβλοι των Φτωχών), ένα είδος μεγάλων εικονογραφημένων «Βίβλων», με αντιπαρατιθέμενες σκηνές και ελάχιστες μόνο λέξεις, που ήταν συνήθως δεμένα με αλυσίδα σε ένα αναλόγιο, ανοιχτά στην κατάλληλη σελίδα την ημέρα του αντίστοιχου εορτασμού, και έκθεταν με τη σειρά τις εικόνες τους στο ποίμνιο ημέρα με την ημέρα καθ’ όλο το λειτουργικό έτος. Η σημερινή κυριαρχία της εικόνας με τη μορφή των κόμικς, της τηλεόρασης, του βίντεο και των συναφών τεχνών δικαιώνει τον Αγιο Νείλο.


Οι διηγήσεις του Μανγκέλ δεν έχουν τέλος, αποκαλύπτοντας ποικίλες πτυχές της ιστορίας της ανάγνωσης και τροφοδοτώντας μια διαρκώς υποδαυλιζόμενη περιέργεια. Πότε, φέρ’ ειπείν, άρχισαν να εμφανίζονται τα γυαλιά ως σύμβολο λογιοσύνης και σοφίας ενός προσώπου; Η πιο παλιά γνωστή απεικόνιση γυαλιών, μας λέει κάπου, είναι μια προσωπογραφία του καρδινάλιου Χιούγκο ντε Σεντ Σερ του 1352 στην Προβηγκία, φιλοτεχνημένη από τον Τομάσο ντα Μοντένα (δίνουμε την απάντηση για να μην ψάχνετε στον γνωσιολογικό λαβύρινθο του βιβλίου). Ή ποιος θεωρείται ο δεινότερος κλέφτης βιβλίων όλων των εποχών; Η απάντηση είναι ο Τζουλιέλμο Μπρούτο Ιτσίλιο Τιμολεόνε, κόμης Λίμπρι – Καρούτσι ντέλα Σομάια, γνωστός ως κόμης Λίμπρι, γόνος παλαιάς και ευγενούς οικογένειας της Τοσκάνης, γεννημένος στη Φλωρεντία το 1803. Η ιστορία του καταλαμβάνει αρκετές σελίδες του κεφαλαίου περί βιβλιοκλεπτομανίας.


* Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει στο τέλος Σεπτεμβρίου. Ο βιβλιοσκώληκας παντογνώστης


Το τελευταίο ερώτημα είναι: Ποιος είναι αυτός ο εγκυκλοπαιδιστής, ο βιβλιοσκώληκας Μανγκέλ; Το βιβλίο είναι διάσπαρτο από πληροφορίες για τη ζωή του, αφού εκτός από «Ιστορία της ανάγνωσης» είναι επίσης μια εκ βαθέων αυτοβιογραφία. Πότε τον βρίσκουμε υπάλληλο σε βιβλιοπωλείο στο Μπουένος Αϊρες, πότε «αναγνώστη» στην υπηρεσία του τυφλού Χόρχε Λουίς Μπόρχες, πότε επιμελητή εκδόσεων στο Μιλάνο, πότε στο Ιράκ, πότε στην Ταϊτή. Ελάχιστες είναι οι αναφορές στα τελευταία χρόνια της ζωής του, όταν από το 1982 εγκαθίσταται πια στον Καναδά. Σήμερα, μόλις 49 χρόνων, είναι ένας από τους γνωστούς και καταξιωμένους πνευματικούς ανθρώπους του Καναδά, έχοντας στο ενεργητικό του πληθώρα ανθολογιών, μεταφράσεων, άρθρων, κριτικών, δοκιμίων και αφηγημάτων. Η «Ιστορία της ανάγνωσης» κυκλοφόρησε στον Καναδά το 1996.


Τελικά, ο Μανγκέλ είναι η επιτομή του σύγχρονου αναγνώστη, αν όχι «παντογνώστη». Σε ένα κεφάλαιο ­ αυτό που πραγματεύεται τις μνημοτεχνικές μεθόδους του Πετράρχη και του Θωμά του Ακινάτη, σε εποχές όπου οι άνθρωποι ήταν αναγκασμένοι να απομνημονεύουν πληθώρα κωδίκων στις δημόσιες βιβλιοθήκες, γιατί ούτε σημειώσεις ήταν εύκολο να κρατήσουν ούτε να αγοράσουν τα βιβλία ­ ο Μανγκέλ αποκαλύπτει το «μυστικό» του. «Εγώ αντιθέτως», γράφει αυτάρεσκα, «βασίζομαι με μεγάλη σιγουριά στην ικανότητα των υπηρεσιών που προσφέρουν οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές όταν κυνηγώ σε βιβλιοθήκες απείρως μεγαλύτερες από αυτήν της Αλεξάνδρειας μια εξαιρετικά δυσεύρετη πληροφορία, ο δε επεξεργαστής κειμένου μου μπορεί να έχει πρόσβαση σε τεράστιο αριθμό και ποικιλία βιβλίων». Ο Μανγκέλ είχε σε δισκέτες τα πάντα, από τα Απαντα του Σαίξπηρ ως το Παγκόσμιο Βιβλίο Πληροφοριών της CIA και από το Roget’s Thesaurus ως το Αρχείο Κειμένων της Οξφόρδης. Ωστόσο, θα ήταν άδικο να θεωρηθεί αυτό το βιβλίο μια κενή επίδειξη γνώσεων, μια άσκοπη παρέλαση προσώπων: δεν λείπουν η εμβρίθεια και η στοχαστικότητα, η υποκειμενική σκοπιά και ο αυτοσαρκασμός.


Σίγουρα ήταν ένας προνομιούχος αλλά και αγχωμένος αναγνώστης: «Εργάζομαι με τον συνεχή φόβο μήπως χάσω ένα “απομνημονευμένο” κείμενο ­ ένας φόβος που απειλούσε τους προγόνους μου μόνο καθώς πλησίαζε η παρακμή των γηρατειών, αλλά που για μένα είναι πάντα παρών: ο φόβος για διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος, για ένα κακοπατημένο πλήκτρο, ένα ελάττωμα στο σύστημα, κάποιον ιό, έναν ελαττωματικό δίσκο, οτιδήποτε μπορεί να σβήσει από τη μνήμη “μου” τα πάντα για πάντα». Τέλος πάντων, το βιβλίο εκδόθηκε μες στον φόβο, αλλά το αποτέλεσμα είναι ο θρίαμβος της μνημοτεχνικής. Αν το έβλεπαν ο Πετράρχης και ο Θωμάς Ακινάτης, θα σήκωναν τα χέρια ψηλά.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version