Οικονομία και πολιτική είναι στενά συνδεδεμένες δραστηριότητες. Μια οικονομική κρίση μπορεί να προκαλέσει πολιτική κρίση και, αντίθετα, μια πολιτική κρίση μπορεί να προκαλέσει οικονομική κρίση. Παράδειγμα της τελευταίας πρότασης είναι η σημερινή πολιτικοστρατιωτική κρίση στη σχέση ΟΗΕ-Ιράκ όσον αφορά τον έλεγχο των πυρηνικών όπλων του Ιράκ και η εξ αυτής απόφαση του Σαντάμ Χουσεΐν να σταματήσει τις εξαγωγές πετρελαίου.
Η απόφαση του ΟΠΕΚ, του καρτέλ των πετρελαιοπαραγωγών χωρών, να περιορίσει την παραγωγή και προσφορά πετρελαίου έχει αυξήσει τις τιμές κατά τους τελευταίους μήνες. Ηδη η τιμή του πετρελαίου βρίσκεται στα 27 δολάρια το βαρέλι, περίπου όσο ήταν το 1991. Μετά την απόφαση του Σαντάμ Χουσεΐν διατυπώνονται φόβοι για αύξηση της τιμής στα 30 δολάρια. Φυσικά τη μείωση της παραγωγής του Ιράκ θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν με ισόποση αύξηση της παραγωγής τους οι άλλες χώρες του ΟΠΕΚ. Οι χώρες όμως αυτές έχουν εκφράσει, αρχικά τουλάχιστον, απροθυμία να αυξήσουν την παραγωγή τους.
Αν πράγματι το Ιράκ επιμείνει στην απόφασή του και οι άλλες χώρες του ΟΠΕΚ δεν καλύψουν το δημιουργούμενο έλλειμμα, οι συνέπειες θα είναι σοβαρές για όλες τις χώρες του κόσμου και κυρίως για εκείνες που στερούνται πετρελαίου ή άλλων πηγών ενέργειας που μπορεί να χρησιμοποιηθεί αντί του πετρελαίου. Ισως η παγκόσμια οικονομία να οδηγηθεί σε μια κατάσταση όπως αυτή του 1973 και του 1979. Η πρώτη συνέπεια ήταν η αύξηση του κόστους παραγωγής και του πληθωρισμού, που στη συνέχεια σταθεροποιήθηκε σε ανώτερα επίπεδα, αφού εν τω μεταξύ η διαδικασία προσαρμογής των οικονομιών στις νέες τιμές είχε προκαλέσει σοβαρά προβλήματα ανεργίας. Ιδιαίτερα στις χώρες εκείνες όπου η αγορά εργασίας παρουσίαζε δυσκαμψίες, η ανεργία ήταν αρκετά αυξημένη. Ανάλογα θα είναι τα αποτελέσματα της επικείμενης κρίσης αν οι χώρες του ΟΠΕΚ δεν αυξήσουν την παραγωγή πετρελαίου.
Φυσικά ανάλογα πράγματα θα συμβούν και στην ελληνική οικονομία όπου η αντιπληθωριστική ψυχολογία που έχει επικρατήσει τα τελευταία χρόνια θα αντιστραφεί και έτσι θα επιδεινωθεί την κατάσταση. Ακόμη περισσότερο μάλιστα αν η αναμενόμενη κερδοσκοπία λάβει μεγάλες διαστάσεις. Οι ίδιες ή ανάλογες συνθήκες θα επικρατήσουν και στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης και συνεπώς οι ρυθμοί πληθωρισμού στις χώρες αυτές θα αυξηθούν αλλά οι μεταξύ τους διαφορές θα παραμείνουν αμετάβλητες. Για τον λόγο αυτό η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η αύξηση της τιμής του πετρελαίου δεν πρόκειται να επηρεάσει την προοπτική της ένταξης της χώρας μας στην ΟΝΕ. Αυτό δεν φαίνεται να είναι απολύτως σωστό. Η προσαρμογή των οικονομιών στις νέες τιμές του πετρελαίου δεν θα είναι εξίσου εύκολη σ’ όλες τις οικονομίες των χωρών-μελών. Οσο πιο δύσκολη είναι η προσαρμογή τόσο περισσότερο θα αυξηθούν ο ρυθμός πληθωρισμού και η ανεργία. Κατά συνέπεια, οι επιπτώσεις της κρίσης, αν υπάρξει, θα είναι πολύ δυσμενέστερες στην Ελλάδα απ’ ό,τι, π.χ., στη Γερμανία ή στη Γαλλία.
Ακόμη και αν οι χώρες του ΟΠΕΚ δεν καλύψουν το έλλειμμα που δημιουργείται από τη μείωση της παραγωγής και των εξαγωγών του Ιράκ, ένα μέρος του θα καλυφθεί από τη χρησιμοποίηση ανενεργών αποθεμάτων που στις ως τώρα τιμές η εκμετάλλευσή τους δεν ήταν κερδοφόρα, από την εν μέρει υποκατάσταση του πετρελαίου με άλλες πηγές ενέργειας και από τον περιορισμό των αναγκών. Αυτές οι προσαρμογές όμως θα είναι επώδυνες και δαπανηρές. Η παγκόσμια οικονομία δεν θέλει να ζήσει τις ίδιες εμπειρίες όπως αυτές του 1979 και κυρίως του 1973. Γι’ αυτό τον λόγο πιστεύω ότι θα υπάρξουν πολιτικές πιέσεις για διευθέτηση του προβλήματος χωρίς σοβαρές οικονομικές συνέπειες. Αν αυτές οι πιέσεις προς το Ιράκ και τις άλλες χώρες του ΟΠΕΚ δεν αποδώσουν, δεν θα πρέπει να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο στρατιωτικών λύσεων. Εξάλλου το πετρέλαιο ήταν πάντοτε αντικείμενο διεκδικήσεων που μπορούσαν να οδηγήσουν σε στρατιωτικές συγκρούσεις.
Ο κ. Θ. Π. Λιανός είναι καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
