Αυστραλία

Αυστραλία Το Σίδνεϊ της Ολυμπιάδας Μια απολαυστική περιήγηση στην πόλη που θα φιλοξενήσει το μεγαλύτερο γεγονός του καλοκαιριού, τους Ολυμπιακούς Αγώνες ΑΡΗΣ ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ Τέλη Φεβρουαρίου χτύπησε το τηλέφωνο. Ηταν η Δυσδεμόνα. «Τι κάνεις;» με ρώτησε σαν να είχαμε μιλήσει μόλις χθες. Δεν μπόρεσα να της αποκρύψω ότι μελετούσα μια Απόπειρα προσέγγισης των πραγματικών γεγονότων

Αυστραλία

Το Σίδνεϊ της Ολυμπιάδας



Τέλη Φεβρουαρίου χτύπησε το τηλέφωνο. Ηταν η Δυσδεμόνα. «Τι κάνεις;» με ρώτησε σαν να είχαμε μιλήσει μόλις χθες. Δεν μπόρεσα να της αποκρύψω ότι μελετούσα μια Απόπειρα προσέγγισης των πραγματικών γεγονότων στις μονοθεϊστικές θρησκείες. Νομίζω ότι την άκουσα να κάνει «τς, τς» με αποδοκιμασία. Υστερα η γλυκιά Δυσδεμόνα είπε: «Φεύγω για ταξίδι. Ερχεσαι μαζί μου;».


«Μαζί σου ως την άκρη του κόσμου» αναφώνησα σαν άλλος σταυροφόρος.


«Ωραία, γιατί εκεί ακριβώς θα πάμε» με αντάμειψε για την προθυμία μου η φωνή της.


«Τι εννοείς;» ρώτησα, έτοιμος κιόλας να ανακρούσω πρύμναν.


«Αυστραλία» προσδιόρισε.


«Μα, βρε κορίτσι μου» αποτόλμησα «εδώ δεν έχω δει ούτε τα μισά ελληνικά νησιά και θα τρέχω στην Αυστραλία;».


«Ποιο είναι το πρόβλημα;» εθίγη η Δυσδεμόνα. «Δωρεάν εισιτήρια θα βρεις από τη μανούλα σου, που δουλεύει στην Ολυμπιακή, και, όταν φθάσουμε στο Σίδνεϊ, θα σε φιλοξενήσω στο δωμάτιό μου στο καλύτερο ξενοδοχείο».


Κάτι μου έλεγε ότι την είχε παρατήσει ο αγαπημένος της. Εδώ και χρόνια πολιορκούσα τη Δυσδεμόνα χωρίς επιτυχία. Πότε έφευγε, πότε ερχόταν. Ηταν και το επάγγελμά της. Αεροσυνοδός. Πλάσματα του αέρα. Εχουν μια μαγεία αυτά τα επιτηδεύματα: του πιλότου, του φροντιστή, της αεροσυνοδού. Σου δίνουν την αίσθηση ότι είναι ο συνδετικός κρίκος με τους αγγέλους του ουρανού. Ηταν και όμορφη η Δυσδεμόνα. Και στο ίδιο δωμάτιο…


«Θα ‘χει καλοκαίρι εκεί πέρα;» ρώτησα ντροπαλά.


«Φυσικά. Θα πάρεις και το μαγιό σου» είπε η μικρή γοργόνα.


«Και πότε φεύγουμε, με το συμπάθιο;».


«Αύριο» δήλωσε ανερυθρίαστα εκείνη.


Επομένως μάλλον χθες πρέπει να χώρισε με τον καλό της, σκεφτόμουν ενώ άρχισα να φτιάχνω τα μπογαλάκια μου.


Κάναμε δέκα ώρες για Μπανγκόκ, μία ώρα στάση εκεί για ανεφοδιασμό, ύστερα άλλες δέκα ώρες για Μελβούρνη και εκεί μία ώρα στάση για τους Ελληνες και έπειτα μία ώρα πτήση για το Σίδνεϊ, σύνολο ώρες 23. Καθόλου άσχημα για την άκρη του κόσμου εδώ που τα λέμε.


Κάπου τέσσερις ώρες πετάει πάνω από την ήπειρο της Αυστραλίας το αεροσκάφος. Μη χάσετε το θέαμα των κόκκινων ερήμων. Αρκεί να κοιτάτε έξω από το παράθυρό σας. Ατέλειωτες αργιλώδεις εκτάσεις μοναδικής ομορφιάς που θυμίζουν μια άλλη Αγρια Δύση. Προς τον Νότο το τοπίο αλλάζει, αρχίζει να εμφανίζεται βλάστηση, κάποιες λίμνες, ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι, αγροικίες και ύστερα χωριά, πόλεις, η Θάλασσα της Τασμανίας, ο Ειρηνικός.


Η υποδοχή του… ουρανού


Στο αεροδρόμιο αυστηρότατοι νόμοι καραντίνας. Αν σκέφτεστε να επισκεφθείτε τους συγγενείς σας με σύγλινο Μάνης ή φρυγαδέλια από τη Λιβαδειά, ξεχάστε το καλύτερα. Κοντόσωμα λαγωνικά οσμίζονται ξετσίπωτα τις αποσκευές σας έτοιμα να σας καταδώσουν ­ για ένα πιάτο φαΐ ­ στις Αρχές.


Το πρώτο πράγμα που εντυπωσιάζει στο Σίδνεϊ είναι ο ουρανός του. Εχει ένα χρώμα σαν αυτό που υποθέτω ότι θα είχε κάποτε ο ουρανός της Αττικής. Αστραφτερό γαλάζιο. Εννοείται ότι επιβάλλεται η χρήση καπέλου διότι ο ήλιος τσουρουφλίζει αστραπιαία.


Επί αρκετούς αιώνες οι ποντοπόροι της Ευρώπης έψαχναν για μια γη του Νότου, μια γη με χρυσάφι και μπαχάρια και ψυχές αγρίων προς εκχριστιανισμό. Ο περίφημος Κάπτεν Κουκ έφθασε εκεί το 1770. Παρατήρησε τους ιθαγενείς, τους Αβορίγινες, μάζεψε είδη από τη χλωρίδα και την πανίδα και έφυγε πάλι για την Αγγλία. Οι βρετανικές αρχές έκριναν το μέρος ιδανικό για να αποσυμφορήσουν τις φυλακές τους. Το 1788 (κάπου δύο αιώνες νωρίτερα δηλαδή) καταπλέουν στον Κόλπο του Σίδνεϊ οι πρώτοι κατάδικοι μαζί με ελάχιστους παρίες για να εποικίσουν την άγνωστη χώρα. Σήμερα το Σίδνεϊ έχει τέσσερα εκατομμύρια κατοίκους (περίπου το 1/4 του συνολικού πληθυσμού της Αυστραλίας) και οι κάτοικοί του φαίνεται όχι μόνο να έχουν ξεπεράσει το σύμπλεγμα της (ταπεινής) καταγωγής τους, αλλά να επαίρονται κιόλας γι’ αυτήν.



Καταλύσαμε στο ξενοδοχείο Χίλτον, στην καρδιά της πόλης. Απέναντι ακριβώς βρίσκεται το Κτίριο της Βασίλισσας Βικτωρίας, ένα τεράστιο οικοδόμημα ρομανικού ρυθμού, το οποίο στεγάζει στις στοές και στους ορόφους του κάθε λογής μαγαζί και αποτελεί έναν επίγειο παράδεισο για κάθε ακόρεστο καταναλωτή.


Από το παράθυρο του δωματίου μας έβλεπα τον Πύργο του Σίδνεϊ, κάτι σαν τον Πύργο του ΟΤΕ στη Θεσσαλονίκη. Οταν αργότερα ανέβηκα στην κορόνα του, η οποία γυρίζει αργά, μπόρεσα να απολαύσω μια εκπληκτική θέα της πόλης, του λιμανιού, αλλά και των Γαλάζιων Βουνών στα δυτικά. Ο Πύργος έχει δύο εστιατόρια, ένα περιστρεφόμενο, γι’ αυτούς που έχουν βαρεθεί να κοιτούν συνέχεια τον απέναντι τοίχο, και ένα σταθερό για τους ερωτευμένους.


Οση ώρα η Δυσδεμόνα έκανε το μπάνιο της, εγώ είχα απλώσει στο κρεβάτι χάρτες και βιβλία ταξιδιωτικά προσπαθώντας να δω τι θα χωρέσω στις τέσσερις ημέρες που θα μέναμε εκεί. Να πήγαινα άραγε στα βροχοδάση τα οποία περιβάλλουν το Σίδνεϊ για να αντικρίσω από κοντά τα αλλόκοτα πουλιά της Αυστραλίας, το Κοοκαμπούρα που γελάει σαν άνθρωπος, το Εμου που δεν μπορεί να πετάξει, τους πολύχρωμους παπαγάλους, αλλά και το εθνικό δέντρο της ηπείρου, τον ευκάλυπτο;


Να έπαιρνα τον δρόμο για τα Γαλάζια Βουνά, να βίωνα από κοντά το θέαμα των κόκκινων και πορτοκαλιών αμμολίθων που σχηματίζουν πλαγιές και χαράδρες και λάμπουν απόκοσμα στο φως της δύσης ή της ανατολής;


Μήπως η ψυχή μου αποζητούσε τη γαλήνη που υποσχόταν το Βασιλικό Εθνικό Πάρκο, το οποίο βρίσκεται κάπου 30 χιλιόμετρα από την πόλη, πλάι στη θάλασσα, με όμορφη ακτογραμμή, λόφους δασωμένους και θαμνοτόπια;


Αν νοίκιαζα ένα αυτοκίνητο και όδευα προς την πρωτεύουσα Καμπέρα, 300 χιλιόμετρα μακριά από το Σίδνεϊ, θα άξιζε άραγε τον κόπο ή θα σπαταλούσα άδικα τον έτσι και αλλιώς ελάχιστο χρόνο μου;


Η φιλική πόλη


Ετσι δίβουλο να ξεφυσώ με βρήκε η Δυσδεμόνα σαν βγήκε από το μπάνιο. Ηταν τυλιγμένη σε ένα μπουρνούζι και είχε μαζέψει τα μαλλιά της κότσο. Με πήρε η μυρωδιά σαπουνισμένης σάρκας. Στάθηκα φιλοσοφικά απέναντι στο δίλημμα: τέσσερις ημέρες συνεχούς ακολασίας έγκλειστος στο ξενοδοχείο με τη Δυσδεμόνα ή εκδρομές και βόλτες σε έναν τόπο που επισκεπτόμουν για πρώτη φορά (και πιθανόν και τελευταία);


Από τη δύσκολη θέση με έβγαλε η φρεσκολουσμένη. «Πέφτω για ύπνο» μου λέει. «Είμαι πτώμα. Εσύ κάνε ό,τι θέλεις. Θα βάλω ωτοασπίδες. Δεν πρόκειται να με ενοχλήσεις».


Ούτε μασάζ να της προτείνω δεν πρόφτασα. Γλίστρησε κάτω από το σεντόνι και σε ένα λεπτό κοιμόταν βαθιά. Με τους χάρτες στο χέρι βγήκα στην πόλη. Υστερα από τόσες ώρες πτήσης ένιωθα διάθεση για περπάτημα. Κατέβηκα την οδό Πιτ προς το λιμάνι. Η Πιτ είναι κάτι σαν την Ερμού ­ ένας μεγάλος πεζόδρομος με εμπορικά, κόσμο πολύ, ιθαγενείς που παίζουν όργανα πνευστά για πενταροδεκάρες, γυναίκες του Φιλοπτώχου. Φιλοξενεί επίσης το μεγάλο κατάστημα των Ολυμπιακών Αγώνων, ένα τετραώροφο κτίριο με οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί ανθρώπου νους σχετικά με την Ολυμπιάδα. Από μασκότ ως αθλητικές φόρμες, από μπρελόκ ως βάρκες κωπηλασίας, από βίντεογουόλ με διάφορα αθλήματα ως στολές ιππασίας.


Αντίθετα με το Τόκιο στο Σίδνεϊ φαντάζει τρομερά δύσκολο να χαθεί κανείς. Πινακίδες σε κάθε γωνιά των δρόμων σε πληροφορούν για σημαντικές κατευθύνσεις. Χάρτες αναρτημένοι κάθε δύο στενά σε ενημερώνουν για το πού βρίσκεσαι. Το σύνδρομο του Κοντορεβιθούλη.


Στους δρόμους σύγχρονοι ουρανοξύστες, αλλά και κτίρια ρυθμού αποικιακού. Η αίσθηση που έχεις όταν περπατάς είναι του άπλετου χώρου. Τίποτε δεν σε πνίγει, υπάρχουν αλσύλλια με σκιές και παγκάκια, τα πεζοδρόμια είναι φαρδιά και η άσφαλτος φαίνεται να χωράει πάντα περισσότερα αυτοκίνητα. Κάτι άλλο που παρατήρησα στην πόλη εκείνες τις τέσσερις ημέρες ήταν πόσο γρήγορα ο καιρός αλλάζει διάθεση. Ενώ χαίρεσαι τον ήλιο ξαπλωμένος στην πισίνα, νεροποντή αιφνίδια σε λούζει. Τα σύννεφα πότε τρέχουν βιαστικά, πότε αιωρούνται συλλογισμένα, πότε αποσύρονται εντελώς για ώρες. Αυτό ωστόσο δεν δείχνει να πτοεί τους κατοίκους, που συνεχίζουν να βολτάρουν εύθυμοι και ξεμανίκωτοι βρέξει – λιάσει.


Ενα εικοσάλεπτο αργότερα βρισκόμουν στο λιμάνι. Μύρισα τον Ειρηνικό Ωκεανό. Είδα στο βάθος την περίφημη Γέφυρα του Σίδνεϊ όμοια μεταλλικό ουράνιο τόξο, και στα δεξιά μου, στην άκρη του λιμενοβραχίονα, την Οπερα. Από το λιμάνι έφευγαν διαρκώς πλοιάρια που μετέφεραν επιβάτες σε διάφορα σημεία της πόλης. Γιατί το Σίδνεϊ είναι έντονα δεμένο με τη θάλασσα, κυριολεκτικά ζει αγκαλιά με το υγρό στοιχείο.


Καθώς η βόλτα μού είχε ανοίξει την όρεξη, προχώρησα σε ένα υπαίθριο μαγαζάκι με θαλασσινά. Εκεί συνάντησα και τους πρώτους Ελληνες της παροικίας. Ιδιοκτήτρια ήταν μια Κρητικιά, που με τράβηξε κοντά της και με μύρισε καλά καλά όταν της είπα ότι μόλις είχα έρθει από την πατρίδα. Περιέργως δεν με κέρασε τον φτωχικό βακαλάο μου.


Η βόλτα στα βράχια



Από το λιμάνι είχα να διαλέξω ανάμεσα στον σκεπαστό πεζόδρομο, ο οποίος οδηγούσε ως την Οπερα, ή να στραφώ αριστερά, με κατεύθυνση τη Γέφυρα, και να βρεθώ στο παλιό Σίδνεϊ, γνωστό και ως «Τα Βράχια». Η περιοχή ονομάστηκε έτσι από τις βραχώδεις αμμολιθικές πλαγιές, όπου έστησαν τις τέντες τους σαν έφθασαν από μακριά οι πρώτοι κατάδικοι-έποικοι. Σήμερα η γειτονιά αυτή έχει αναπλαστεί και βρίσκεται κανείς σε μια άλλη Πλάκα, με μικρά σπίτια χτισμένα από αμμόλιθο, τα περισσότερα από τα οποία έχουν γίνει εστιατόρια, καφέ και κοσμηματοπωλεία οπαλίων αφού το οπάλιο είναι το κύριο πετράδι που εξάγει η Αυστραλία. Εστιατόρια κάθε λογής, με τραπεζάκια έξω ή σε κήπους εσωτερικούς, με κουζίνα ιαπωνική ή ιταλιάνικη, ινδική ή τεξάνικη, του κρέατος ή του ψαριού, του φθηνού ή του ακριβού, πάντως του αισθητικά ωραίου.


Αν θέλει να μιλήσει κανείς για αυστραλέζικη κουζίνα, είναι κυρίως «ψαρική», αυτό όμως που τη χαρακτηρίζει είναι η αμαγαλματική υφή της, ο συνδυασμός των υλικών και των γεύσεων, ο πειραματικός χαρακτήρας και η εγχειρηματική μορφή της. Βεβαίως και θα φάτε καγκουρό, κρέας ζουμερό και εύγευστο, αλλά και στρουθοκάμηλο ή κροκόδειλο ­ που είναι είδη που πλεονάζουν στη χώρα. Αντίθετα τα τόσο μελαγχολικά κοάλα είναι υπό υψηλή προστασία, κινδυνεύουν, μην απορήσετε λοιπόν που δεν βρίσκονται στους καταλόγους των εστιατορίων. Θα τα δείτε ωστόσο ζωντανά στον ζωολογικό κήπο (υπάρχουν συγκεκριμένες ώρες που τα ταΐζουν οι φύλακες, οπότε, αν είστε τυχεροί, θα τα απολαύσετε).


Αφού περιπλανήθηκα αρκετά μέσα στα στενά δρομάκια των Βράχων, πήρα τον δρόμο για το ξενοδοχείο. Είχε ήδη σουρουπώσει από ώρα και τα μάτια μου βάραιναν από τη νύστα.


Την άλλη ημέρα, όταν ξύπνησα, η Δυσδεμόνα έλειπε. «Πάω για ψώνια» έγραφε στο σημείωμα που μου είχε αφήσει. Τόσο το καλύτερο, σκέφθηκα. Πάντα μου άρεσε να τριγυρίζω μόνος. Και είχα σπουδαία πλάνα για εκείνη την ημέρα.


Είχα διαβάσει στα κιτάπια μου για έναν εναέριο σιδηρόδρομο, τον Μονορέιλ, που έκανε τον γύρο μιας συγκεκριμένης περιοχής του Σίδνεϊ, έναν γύρο που περιελάμβανε πολλά αξιοθέατα τα οποία σκόπευα να επισκεφθώ. Το τρένο περνούσε κάπου πέντε μέτρα πάνω από τα κεφάλια των πεζών. Ανέβηκα τη μεταλλική σκάλα και επιβιβάστηκα σε ένα πεντακάθαρο διαστημικό βαγόνι, το οποίο άρχισε να κυλάει αθόρυβα στις ράγες του. Περάσαμε πλάι από τους Κινέζικους Κήπους, την Τσάινατάουν, το Εκθεσιακό Κέντρο του Σίδνεϊ, το Κέντρο Διασκέψεων, το Ναυτικό Μουσείο και το Ακουάριουμ στο λιμάνι Ντάρλινγκ. Κάτι σαν μια διάθεση ταο-βουδιστική με είχε καταλάβει και συνέχισα ως τους Κινέζικους Κήπους.


Εφθασα πριν από την ώρα μου, οι Κήποι άνοιγαν στις δέκα. Κάθησα να καπνίσω ένα τσιγάρο. Ψηλοί τοίχοι περιέβαλλαν τους κήπους εμποδίζοντας το βέβηλο βλέμμα, ενώ μια πύλη παγόδας εκτελούσε χρέη εισόδου. Κάποτε η πύλη άνοιξε και τράβηξα προς τα εκεί. Το εισιτήριο περιελάμβανε και ένα φλιτζάνι τσάι στο περίπτερο των Κήπων.


Οι κινέζικοι κήποι


Πέρασα μέσα και βρέθηκα ξαφνικά να ζω μες στις σελίδες του Γιούκιο Μισίμα από το βιβλίο του Ο ναός του χρυσού περιπτέρου. Μονάχα που ο κήπος εδώ δεν φιλοξενούσε κάποιο βουδιστικό μοναστήρι ούτε περιφέρονταν εκεί μοναχοί του Ζεν. Για την ακρίβεια δεν υπήρχε ψυχή. Μια λίμνη με νούφαρα δέσποζε στη μέση. Γύρω γύρω πυκνή βλάστηση. Και πέρα από τους ψηλούς τοίχους, να τέμνουν το γαλάζιο του ουρανού, οι ουρανοξύστες της πόλης. Εκεί όμως βρισκόσουν σε ένα κουκούλι που σε απομόνωνε από το βουητό του αστικού τοπίου. Σε ένα ρυάκι έβλεπες παχιά κοκκινόψαρα να κινούνται νωχελικά. Ολα ήταν σε κανονικό μέγεθος, αλλά σε περιορισμένη κλίμακα. Υπήρχε, π.χ., το μονοπάτι του βουνού, που αντιστοιχούσε σε πέντε μέτρα ανάβαση. Ή το δάσος των μπαμπού, που ήταν μια συστάδα καλαμιών όχι περισσότερο από δύο τετραγωνικά μέτρα. Ή ακόμη ο καταρράκτης της ψυχής, που έπεφτε από μισό μέτρο ύψος.


Ακολούθησα το φιδίσιο μονοπάτι, που με έφερε μπροστά στο Περίπτερο της Γαλήνης. Κάθησα σταυροπόδι στη σκιά της χρυσαφιάς στέγης του. Χρόνια πολλά είχα να βρεθώ σε τόπο που να με γεμίζει τέτοια εσωτερική ηρεμία. Από το Αγιο Ορος (όσο βέβηλο και αν ακούγεται).


Οταν την ησυχία τάραξε μια παρέα τουριστών, σηκώθηκα και πήγα να πιω το τσάι μου. Από τα παράθυρα του τεϊοποτείου έβλεπα έναν νεαρό άντρα να βασανίζεται με κάτι φυτά. Σαν τέλειωσα, πήγα κοντά του. Ηταν Αυστραλός και είχε σπουδάσει στο Κιότο την τέχνη του μπονζάι. Πώς να φιμώνει δηλαδή την ανάπτυξη των βρεφών δενδρυλλίων, φτιάχνοντας έτσι τις γνωστές μινιατούρες φυτών, που ωστόσο μάτωνε η ψυχή σου βλέποντας σε τι συρμάτινους νάρθηκες έμπαιναν τα κλαδάκια και ο κορμός τους για να στρεβλωθεί εσαεί. Οπως οι Κινέζες, που ως έναν αιώνα πριν έδεναν σφιχτά τα πόδια τους για να μη μεγαλώσουν.


Η βιτρίνα της ζωής


Αφησα πίσω μου τους Κήπους και περιπλανήθηκα στις αποβάθρες του Ντάρλινγκ Χάρμπορ ώσπου έφθασα μπροστά στο Ακουάριουμ. Ομολογώ ότι το μόνο ενυδρείο που είχα επισκεφθεί ως τότε ήταν εκείνο της Ρόδου. Μια σκοτεινή ανάμνηση, με μυρωδιές σάπιου αλατιού και γέρικων θαλάσσιων χελωνών. Μιζέρια δηλαδή.


Το Ενυδρείο του Σίδνεϊ όμως με κράτησε αιχμάλωτο επί ώρες. Χιλιάδες είδη από τις κοραλλιογενείς ζώνες, ψάρια πολύχρωμα και αγκαθωτά, πρώτη φορά ιδωμένα, πλάσματα σχεδόν προϊστορικά όπως ο πλατύπους, κροκόδειλοι να λιάζονται σε ανοιχτές λιμνούλες, όντα του σκοτεινού βυθού σε αίθουσες ειδικές, ο μαγικός κόσμος της φύσης σε κάθε ανάπτυξη. Μήπως από το νερό δεν βγήκε η ζωή;


Πάντως το μεγάλο σόου με περίμενε στα υπόγεια του Ακουάριουμ. Εκεί, ουσιαστικά μέσα στη θάλασσα του λιμανιού, σε χώρους τεράστιους που περιβάλλονται από γυαλί, πάνω από το κεφάλι σου και δίπλα από το πρόσωπό σου περνούσαν ξυστά καρχαρίες χαμογελώντας σαρδόνια και σαλάχια ζοφώδη που, αν σε σκέπαζαν με τα πτερύγιά τους, θα χανόταν το στίγμα σου και θαλάσσιοι ελέφαντες παρέα με φώκιες και έφευγες από εκεί μέσα έκθαμβος και πλήρης δόξης και γεμάτος σκέψεις για το τυχαίο και την αναγκαιότητα.


Εξω από το Ενυδρείο πήρα ένα καραβάκι που με άφησε κοντά στη Γέφυρα που ενώνει το Βόρειο με το Νότιο Σίδνεϊ. Σκοπός μου ήταν να ανεβώ όχι στη Γέφυρα, αλλά στον λόφο του Αστεροσκοπείου. Το Αστεροσκοπείο έχει σήμερα μεταφερθεί κάπου αλλού, το παλιό κτίριο όμως παραμένει στη θέση του, στην κορυφή ενός χαμηλού λοφίσκου και στην καρδιά ενός καταπράσινου πάρκου, το οποίο διασχίζουν τρέχοντας οι αθλούμενοι της περιοχής.


Μέσα στο κτίριο, που τώρα λειτουργεί ως Μουσείο Αστρονομίας, τα παιδιά θα μπορέσουν να αγγίξουν και να δοκιμάσουν πολλά από τα εκθέματα καθώς η διεύθυνση του Μουσείου είναι της λογικής τού… «Επιτρέπεται το αγγίζειν». Οσοι εξάλλου από εμάς τους ενηλίκους του βορείου ημισφαιρίου ενδιαφέρονται να κοιτάξουν βαθύτερα τον ουρανό του Νότου ας επισκεφθούν το Παρατηρητήριο νύχτα, κατόπιν τηλεφωνικής συνεννόησης. Πότε θα ξαναβρεί κανείς την ευκαιρία να ατενίσει το Αλφα του Κενταύρου, τον Ινδό ή τον Σταυρό του Νότου;


Κάθησα σε ένα παγκάκι στο πάρκο του Αστεροσκοπείου και άναψα τσιγάρο. Ενα ελαφρό αεράκι θα μου ανακάτωνε τα μαλλιά αν είχα. Οι φυλλωσιές ενός ευκαλύπτου θρόιζαν νανουριστικά. Απέναντί μου υψωνόταν η Κρεμάστρα, όπως αποκαλούν χαϊδευτικά οι κάτοικοι του Σίδνεϊ τη διάσημη Γέφυρά τους. Είναι καταχωρισμένη στο Βιβλίο Γκίνες ως η πιο μακριά γέφυρα του κόσμου. Φυσικά όχι για πολύ ακόμη αφού έρχεται η Ζεύξη Ρίου – Αντιρρίου. Το ωραίο είναι ότι οργανώνονται ειδικές εκδρομές στην πιο ψηλή αψίδα της γέφυρας, κάτι σαν ορειβασία στα μεταλλικά πλέγματα, ενώ κάτω από τα πόδια των τολμηρών, 130 μέτρα χαμηλότερα, απλώνονται τα γκρίζα νερά του λιμανιού. Παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο!


Αργότερα, φιλοπερίεργος, πήρα ένα ταξί με κατεύθυνση τη συνοικία της ελληνικής παροικίας. Ενας Θεός ξέρει γιατί, αντί να ονομάζεται Αστόρια ή Ιθάκα, λέγεται Σαν Σουσί (μήπως το Αγιο Σουσάκι;). Στον δρόμο είχε κίνηση πολλή, ο ταξιτζάκος έβριζε μετριοπαθώς, ήταν ολοφάνερο ότι γίνονταν έργα διαπλάτυνσης του οδοστρώματος. «Ολη αυτή η ταλαιπωρία για τους Ολυμπιακούς Αγώνες!» γκρίνιαξε ο οδηγός. «Εδώ και έναν χρόνο υποφέρουμε». Αείκλαυτοι ταξιτζήδες.


Το ελληνικό Σαν Σουσί



Το Σαν Σουσί βρίσκεται κάπου είκοσι χιλιόμετρα από το κέντρο του Σίδνεϊ, στον μυχό του Βοτανικού Κόλπου, εκεί όπου κάποτε προσόρμισε ο Κουκ. Πρόκειται για μια μακριά ακτογραμμή, στη μια μεριά η θάλασσα, στην άλλη τα σουβλατζίδικα και οι ντάινες. Οι Ελληνες, σεμνοί, περιπατούν στην Εσπλανάντ αυτή ανακαλώντας μνήμες νυφοπάζαρου. Σε ένα πεζοδρόμιο δύο κορίτσια και ένα αγόρι έπαιζαν κουτσό. Θα ήταν δεκατριών χρόνων ως δεκαπέντε. «Πώς περνάτε εδώ;» ρώτησα. «Εδώ είναι η πατρίδα μας» μου αποκρίνονται. Και συνεχίζει το αγόρι: «Ομως μέσα στην καρδιά μας είναι η Ελλάδα». (Οπως πάντα, τα αγόρια διακρίνονται για τον συναισθηματισμό τους.) Λίγο πιο μέσα από τον παραλιακό δρόμο, σπιτάκια μικρά, μονοκατοικίες με κηπάρια, ήχος τηλεόρασης από ανοιχτά παράθυρα. Μια ξαφνική μπόρα μού έκοψε την περιήγηση στη μέση. Ημουν και κουρασμένος.


Στο ξενοδοχείο με περίμενε άλλο σημείωμα από τη Δυσδεμόνα: «Εχω βγει με συναδέλφους για φαγητό. Πού τριγυρνάς όλη μέρα;». Το ενδιαφέρον της με συγκίνησε. Κοιμήθηκα με τη σκέψη ότι το φλερτ μου με την πολυπόθητη εξελισσόταν κατ’ ευχήν.


Το άλλο πρωί με περίμενε μία έκπληξη. Εμβρόντητος συνειδητοποίησα ότι η Δυσδεμόνα δεν είχε κοιμηθεί εκείνο το βράδυ στο δωμάτιό μας. Την είχαν απαγάγει; Είχε πέσει θύμα τροχαίου ή τροφικής δηλητηρίασης; Είχε κατρακυλήσει αναίσθητη από το μεθύσι σε κάποιο συνοικιακό μπαρ; Ή μήπως απλώς είχε πλαγιάσει με τον πιλότο; Καθώς το τελευταίο ήταν και το πιθανότερο, ησύχασα εν μέρει και πήρα αποφασιστικά τους δρόμους.


Πέρασα το Χάιντ Παρκ, που είναι ο ομφαλός της πόλης, ψάχνοντας τη Μακουάρι Στριτ ­ ουσιαστικά λεωφόρο ­, από τις λιγοστές γειτονιές του Σίδνεϊ που διατηρούν ατόφια την ατμόσφαιρα της γεωργιανής φινέτσας. Περπατώντας σε αυτόν τον δρόμο, με τους ευκαλύπτους να τον προφυλάσσουν από τον ήλιο, ο ξένος έχει να δει συγκεντρωμένα πολλά μνημεία της πόλης.


Στην άκρη του Χάιντ Παρκ, εκεί που ξεκινάει η Μακουάρι Στριτ, η οποία καταλήγει στο λιμάνι, βρίσκεται η εκκλησία του Σεν Τζέιμς, ο πιο παλιός ναός του Σίδνεϊ, σε αποικιακό γεωργιανό ρυθμό, με το ξακουστό του καμπαναριό. Απέναντι σχεδόν στέκονται οι Στρατώνες, ένα άλλο δείγμα γεωργιανού ρυθμού, οι οποίοι στην αρχή φιλοξενούσαν καταδίκους και αργότερα άπορες γυναίκες. Στις αίθουσές τους σήμερα εκτίθενται απομεινάρια εκείνης της εποχής, όπως αλυσίδες, στολές και υπνωτήρια των καταδίκων, λείψανα αρουραίων και φωτογραφίες πατιναρισμένες από τον χρόνο.


Πιο κάτω στον ίδιο δρόμο δύο κτίρια βικτωριανού ρυθμού: η Βουλή, που είναι ανοικτή στο κοινό, και το Νοσοκομείο του Σίδνεϊ (μακριά από μας). Δυο βήματα πιο πέρα η Βιβλιοθήκη, παλιά και νέα. Η νέα Βιβλιοθήκη είναι ένα σύγχρονο κτίριο με αίθουσες ανάγνωσης βουτηγμένες στο άπλετο φως του ήλιου, οι οποίες δημιουργούν στον μελετητή αίσθηση χαλάρωσης και οικειότητας. Μπροστά σε ένα ανοιχτό βιβλίο ένας νεαρός Αυστραλός έπλεκε αρειμάνια ένα πουλόβερ από χοντρό μαλλί…


Ο κήπος στη θάλασσα


Στο προαύλιο της παλιάς Βιβλιοθήκης ένας ευειδής Ιταλός σερβίρει καφέ σε ένα κιόσκι με τα τραπεζάκια έξω. Ξαποσταίνεις κάτω από τα δέντρα φουμάροντας καπνό και άρωμα από καφέ και δεν ξεχνάς να ευχαριστήσεις τη ζωή που είναι τόσο ωραία.


Ανανεωμένος, εισέρχεσαι στον παρακείμενο Βοτανικό Κήπο. Αδυνατώντας ­ λόγω του μεγέθους του ­ να τον διασχίσεις με τα πόδια, επιβιβάζεσαι σε όχημα οιονεί τρενάκι, το οποίο ξεναγεί τους επισκέπτες μες στα θαύματα της φύσης. Το παρτέρι των κάκτων. Η σέρα των ψυχανθών. Η δενδροστοιχία των κακαοδέντρων. Η αλτάνα των πυρακάνθων. Ο ροδώνας πλάι στη θάλασσα. Γιατί ο συγκεκριμένος κήπος όντως έμπαινε στη θάλασσα. Γλάροι αιωρούντο πάνω από τα σφεντάμια και τα παλίσανδρα. Το κύμα έσβηνε ήσυχα πλάι στα ρείκια.


Δεν άντεξα όμως για πολύ τη βλάστηση. Ξεπέζεψα από το τρενάκι μπροστά στην Οπερα. Χρειάστηκαν δεκατέσσερα χρόνια για να χτιστεί αυτό το οστρακοειδές αρχιτεκτόνημα του Δανού Γιορν Γιούτσον. Η σκεπή του απαίτησε πάνω από ένα εκατομμύριο σουηδικά κεραμικά πλακάκια, ενώ η πέτρινη βάση και τα σκαλοπάτια είναι εμπνευσμένα από ναούς των Μάγια και των Αζτέκων. Το οικοδόμημα υπήρξε αντικείμενο εντονότατων διχογνωμιών, όμως σήμερα είναι το σύμβολο της πόλης. Αν καταφέρναμε και εμείς να φτιάχναμε το Μουσείο της Ακρόπολης… Για το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης δεν συζητάμε. Το έφαγε η μαρμάγκα.


Επέστρεψα στο ξενοδοχείο για έναν απογευματινό υπνάκο. Στο κομοδίνο, πλάι μου, ένα σημείωμα της Δυσδεμόνας: «Είμαι στην πισίνα. Εσύ;» Ξάπλωσα και έκλεισα τα μάτια ονειρευόμενος τη βραδινή μας έξοδο. Είχα σχέδια για να γνωρίσουμε το νυχτερινό Σίδνεϊ.


Το οποίο πράγματι υφίσταται. Θα βρείτε από τζαζ στο Basement ως ροκιές στο Scruffy Murphy’s και από ντίσκο στο Kinselas ως φάνκι στο Banta Room. Διάσημος δρόμος για το τρίτο φύλο είναι η Οξφορντ Στριτ, με κάθε λογής μπαρ ένθεν και ένθεν της οδού. Καζίνο και Κουλοχέρηδες υπάρχουν διάσπαρτα στην πόλη, ενώ το νεανικό κοινό τιμά δεόντως και τους κινηματογράφους. Ιδιαιτερότητα αποτελούν τα μπαρ των ξενοδοχείων, όπου συγκεντρώνεται μεγάλο μέρος της νυχτερινής ζωής, μερικά μάλιστα με εξαιρετικό ντεκόρ και μουσική, όπως το Woolloomooloo Bay στην Bourke Str. ή το Mercantile στα Βράχια.


Για κακή μου τύχη η Δυσδεμόνα είχε πάθει ηλίαση από τη συνεχή έκθεση στον ήλιο πλάι στην πισίνα και έμεινε στο ξενοδοχείο με ένα στεφάνι από παγάκια στο κεφάλι της. Ετσι, αφού κυκλοφόρησα κάμποσες ώρες σαν την άδικη κατάρα μες στη νύχτα, απορρίπτοντας κάθε τρεις και λίγο ερωτικές προσφορές υπό μορφή ενημερωτικών φυλλαδίων για στριπτiζάδικα, αποσύρθηκα κατάκοπος στο ενδιαίτημά μου, πίνοντας πρώτα ένα τελευταίο σφηνάκι στο Marble Bar του Χίλτον παρέα με μια θορυβώδη δράκα Ιαπώνων.


Ο ζωολογικός κήπος


Το άλλο πρωί, τελευταία ημέρα μας στο Σίδνεϊ, η Δυσδεμόνα βγήκε για να ξοδέψει σε ψώνια όσα λεφτά τής είχαν περισσέψει, ενώ εγώ περί άλλων ετύρβαζα. Θα περνούσα με καραβάκι στην αντίπερα όχθη του Σίδνεϊ με σκοπό να επισκεφθώ τον Ζωολογικό Κήπο, για τον οποίο πολλά είχα ακούσει.


Περίπου μία ώρα διαρκεί το θαλάσσιο ταξίδι ως τον Ζωολογικό Κήπο Ταρόνγκα (λέξη αβοριγινή, η οποία σημαίνει «όμορφη θαλάσσια θέα»). Το καραβάκι περνάει μπροστά από την Οπερα και ξανοίγεται στον μεγάλο κόλπο. Αγναντεύει κανείς βίλες σε δασοφυτεμένες πλαγιές και παραλίες με λευκή άμμο. Οταν ρώτησα τον καμαρότο για εκείνα τα μεταλλικά πλέγματα στο νερό που εμπόδιζαν την είσοδο σε κάθε ορμίσκο, με πληροφόρησε πως ήταν για να μην καταβροχθίζουν τους λουομένους οι καρχαρίες!


Σίγουρα δεν υπάρχει άλλος ζωολογικός κήπος στον κόσμο σε τόσο ωραία τοποθεσία. Στην πλαγιά ενός λόφου που φτάνει ως τη θάλασσα, τα ζώα βρίσκονται σε απολύτως φυσικό περιβάλλον. Συνεχείς πινακίδες, λεωφορειάκια, ακόμη και τελεφερίκ βοηθούν τον επισκέπτη. Βλέπει κανείς σχεδόν τα πάντα, από τίγρεις της Σουμάτρας ως ινδικούς ελέφαντες, από τον δαίμονα της Τασμανίας ως τα μάμαλ, θηλαστικά μαστοφόρα που δεν συναντώνται πουθενά αλλού στον πλανήτη.


Ωστόσο το πιο σπάνιο για εμένα είδος, αυτό που έψαχνα πριν από χρόνια στην Ινδονησία και το οποίο ζει μόνο σε ένα νησί στον κόσμο, στο Κόμοντο του ινδονησιακού αρχιπελάγους, ήταν ο δράκος του Κόμοντο. Σαύρα βαράνος για τους επιστήμονες, αυτό το ερπετό μπορεί να φτάσει τα δύο μέτρα μήκος. Καμιά σχέση με την ιγκουάνα, μοιάζει ίσως με τις σαύρες που τεμπελιάζουν στη δική μας Δήλο, μονάχα που μπορεί να κάνει μια μπουκιά ολόκληρη κατσίκα. Ομοιο με απολίθωμα προϊστορικό, φέρνει ρίγος στη ραχοκοκαλιά του παρατηρητή, ιδίως αν ο τελευταίος γνωρίζει ότι μπορεί να τον ρίξει κάτω με ένα χτύπημα της ουράς του και να τον καταπιεί στη συνέχεια χωρίς δυσκολία.


Στο νησί Κόμοντο δεν είχα καταφέρει να φτάσω τότε, τώρα όμως είχα μπροστά μου αυτή τη σαύρα, η οποία σίγουρα ξεπερνούσε το ενάμισι μέτρο και με κοιτούσε πίσω από έναν χαμηλό φράχτη, ο οποίος ήταν το μόνο πράγμα που μας χώριζε. Την κοίταζα και με κοίταζε επί ώρα και, καθώς είχα διαβάσει πρόσφατα το βιβλίο Αλλοτινές ζωές. Τωρινά όνειρα, σκεφτόμουν μπας και ήμουν σαυροειδές σε κάποια προηγούμενη ζωή μου για να κολλήσω έτσι. Ή μήπως είχα υπάρξει κάποιος από εκείνους τους πρώτους περιηγητές που είχαν φτάσει παλιότερα στο Κόμοντο και είχαν γίνει λουκούλλειο γεύμα των σαυρών.


Με αυτά και με άλλα η ώρα πέρασε και η διεύθυνση του κήπου κάλεσε ευγενικά για την έξοδο τους τελευταίους επισκέπτες.


Πήδηξα στο καραβάκι της επιστροφής σιγοσφυρίζοντας μέσα από τα δόντια το τραγούδι των τίτλων της τελευταίας ταινίας του Τζέιμς Μποντ: «The World is not Enough». Ή μήπως είναι;


Οσο για τη Δυσδεμόνα, ξαναγύρισε στον Οθέλλο της.


Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.


Πώς θα φθάσετε: Με την Ολυμπιακή. Επιβάλλεται. Αστε που έχει τα καλύτερα φαγητά.


Πού θα μείνετε: Αν θέλετε θέα του λιμανιού, στο Park Hyatt. Εξαιρετική τοποθεσία, στην άκρη των Βράχων και προ των πυλώνων της Γέφυρας, είναι ένα δώρο στον εαυτό σας. Κοστίζει βέβαια 100.000 δρχ. το δίκλινο, αλλά τι στην οργή, μαζί μας θα τα πάρουμε;


Αν πάλι είστε των δέντρων και του γρασιδιού, εγκατασταθείτε στο Sheraton on the Park, μπροστά ακριβώς από το Χάιντ Παρκ. Αν επιζητείτε την παρέα με Ιάπωνες, στο City Crown Lodge ­ πού ξέρετε; μπορεί να γίνετε ένας άλλος Λευκάδιος Χερν.


Πού θα δειπνήσετε: Στο απόλυτο Darling Mills. Οίκημα του 19ου αιώνα, πνιγμένο στο πράσινο. Στη γραφική συνοικία του Glebe, που έτσι κι αλλιώς αξίζει να περπατήσετε.


Στο Boulders στα Βράχια. Περιβάλλον υψηλής αισθητικής με αυστραλέζικη κουζίνα και πλούσια κάβα κρασιών.


Πιο ρομαντικά στο ρεστοράν του Βοτανικού Κήπου με θέα τη λίμνη.


Για ψάρι στο Balkan, στην Οξφορντ Στριτ, για να μην ξεχνάμε και την καταγωγή μας.


Τι θα αγοράσετε: Οπάλια. Δερμάτινα των ανθρώπων της ενδοχώρας. Ρούχα με σχέδια των Αβοριγίνων. Χειροτεχνήματα των ιθαγενών. Σανίδες σερφ. Και βέβαια πανέμορφα κουκλάκια κοάλα για τις κόρες σας.


Ο κ. Αρης Σφακιανάκης είναι συγγραφέας.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version