Εϊτάν Σαμίρ: «Σε περιφερειακή αναδιάταξη στοχεύουν ΗΠΑ και Ισραήλ»

Ο ισραηλινός ειδικός εξηγεί τα σχέδια και τις στρατηγικές των τριών εμπόλεμων πλευρών, τις κόκκινες γραμμές και τους κινδύνους και εκτιμά ότι είναι πιθανή η κλιμάκωση των συγκρούσεων

Εϊτάν Σαμίρ: «Σε περιφερειακή αναδιάταξη στοχεύουν ΗΠΑ και Ισραήλ»

Συνέντευξη στον Στρατή Αγγελή

Η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να αγνοήσει τις κόκκινες γραμμές του Ισραήλ δήλωσε στο Βήμα ο Εϊτάν Σαμίρ, διευθυντής του Κέντρου Μπέγκιν Σαντάτ (BESA) και καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο πανεπιστήμιο Bar Ilan του Τελ Αβίβ, εκτιμώντας ότι είναι πιθανή η κλιμάκωση του πολέμου παρά τις επίμονες αναφορές του Ντόναλντ Τραμπ για πρόοδο στις συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Ο καθηγητής Σαμίρ έχει διατελέσει επικεφαλής του τμήματος για το στρατηγικό δόγμα στο πρωθυπουργικό γραφείο του Ισραήλ.

ΕΡ- Μήπως οι «συνομιλίες» μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν αποτελούν προπέτασμα καπνού για περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση;

ΑΠ- Ναι, οπωσδήποτε είναι πιθανό. Θα ταίριαζε με την γενικότερη τακτική διαπραγμάτευσης του Τραμπ, να παραμένουν ανοιχτές όλες οι επιλογές ενώ διατηρείται η ισχυρή πίεση επί του αντιπάλου. Με αυτή την έννοια, οι συνομιλίες δεν αποτελούν εναλλακτική στη στρατιωτική δράση, αλλά λειτουργούν παράλληλα με αυτήν. Βλέπουμε μια σημαντική ενίσχυση των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή, που περιλαμβάνει πεζοναύτες και αλεξιπτωτιστές.

Αυτό υποδηλώνει μια διττή στρατηγική: Διπλωματία που υποστηρίζεται από αξιόπιστη στρατιωτική ετοιμότητα. Αν η Ουάσιγκτον καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι συνομιλίες δεν αποδίδουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, οι δυνάμεις θα βρίσκονται σε θέση για ραγδαία κλιμάκωση. Υπό αυτή την έννοια, η διπλωματική οδός ίσως λειτουργεί εν μέρει ως προπέτασμα καπνού, διατηρώντας ανοιχτά όλα τα στρατιωτικά ενδεχόμενα.

ΕΡ-Ποιος είναι ο ρόλος του Ισραήλ σε αυτές τις συνομιλίες και ποιες οι κόκκινες γραμμές του;

ΑΠ- Το Ισραήλ δεν έχει επίσημο, άμεσο ρόλο στις συνομιλίες- οι ΗΠΑ ηγούνται αυτής της διαδικασίας. Όμως το Ισραήλ παραμένει ένας σημαντικός, αν και έμμεσος παίκτης. Ο πρόεδρος Τραμπ ακούει προσεκτικά τις θέσεις του πρωθυπουργού Νετανιάχου, όμως επηρεάζεται επίσης από σημαντικούς εταίρους όπως η Σαουδική Αραβία η οποία σύμφωνα με πρόσφατες αναφορές έχει σκληρύνει τη στάση της έναντι του Ιράν.

Το Ισραήλ έχει ξεκάθαρες και σταθερές κόκκινες γραμμές. Πρώτα από όλα, να εμποδίσει το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Να περιορίσει τα επίπεδα εμπλουτισμού ουρανίου, να εξασφαλίσει μηχανισμούς ενδελεχούς επαλήθευσης με επιθεωρήσεις. Δεύτερον, επιδιώκει να περιορίσει δραστικά το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων, ειδικότερα των συστημάτων μεγάλου βεληνεκούς και υψηλής ακρίβειας. Τρίτον, αξιώνει να τερματιστεί η υποστήριξη στο δίκτυο των πληρεξουσίων (Χαμάς, Χεζμπολάχ κ.α.) που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της στρατηγικής του Ιράν για περιφερειακή περικύκλωση (του Ισραήλ).

ΕΡ- Θα μπορούσε να παραγκωνιστεί ο Νετανιάχου από τον Τραμπ, εάν ο Αμερικανός πρόεδρος αποφασίσει ότι θέλει μια διέξοδο από τον πόλεμο;

ΑΠ- Ναι, τουλάχιστον σε επίσημο επίπεδο. Αν οι ΗΠΑ αποφασίσουν να ακολουθήσουν μια διπλωματική «διέξοδο», είναι σε θέση να το πράξουν μόνες τους. Όμως, ο παραγκωνισμός του Ισραήλ εμπεριέχει σημαντικούς κινδύνους. Το Ισραήλ διατηρεί την ικανότητα να δράσει μονομερώς, ειδικά στο πυρηνικό ζήτημα, και οποιαδήποτε συμφωνία δεν απαντά στις βασικές ανησυχίες του θα αύξανε τις πιθανότητες ανεξάρτητης ισραηλινής δράσης. Η Ουάσιγκτον ηγείται, όμως δεν μπορεί να αγνοήσει τις κόκκινες γραμμές του Ισραήλ, γιατί κάτι τέτοιο ενδεχομένως θα υπονόμευε τη σταθερότητα στην οποία αποβλέπει μια τέτοια συμφωνία.

ΕΡ- Είναι στόχος ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ ή είναι κάποιος που θα μπορούσε να ανεχθεί το Ισραήλ και να κάνει μια συμφωνία;

ΑΠ- Ο Γκαλιμπάφ είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν του ιρανικού καθεστώτος, παρά μια εναλλακτική σε αυτό. Πρώην διοικητής των Φρουρών της Επανάστασης, κατόπιν δήμαρχος της Τεχεράνης, αποτελεί επί μακρόν τμήμα του συστήματος ασφαλείας και της πολιτικής ελίτ, συνδυάζοντας τα στρατιωτικά διαπιστευτήρια με πραγματιστική πολιτική εμπειρία. Από ισραηλινής πλευράς το ζήτημα έχει να κάνει λιγότερο με τις προσωπικότητες και περισσότερο με τη συμπεριφορά. Όσο ο Γκαλιμπάφ λειτουργεί στο πλαίσιο του πυρήνα της πολιτικής του καθεστώτος (πυρηνικό πρόγραμμα, ανάπτυξη πυραύλων, υποστήριξη πληρεξούσιων), θα θεωρείται μέρος του προβλήματος, όχι ένας εταίρος για οποιαδήποτε ουσιαστική συμφωνία. Αν υποστήριζε ουσιαστικές αλλαγές στα παραπάνω, ίσως να υπήρχε περιθώριο για εμπλοκή, όμως προς το παρόν είναι λίγες οι ενδείξεις για τέτοια αλλαγή στάσης.

ΕΡ- Μετά από τέσσερις εβδομάδες πολέμου το Ιράν διατηρεί την ικανότητα να πλήττει με πυραύλους τις πόλεις του Ισραήλ. Σας εκπλήσσει αυτό; Έγινε λάθος στον σχεδιασμό;

ΑΠ-Δεν με εκπλήσσει καθόλου. Το Ιράν προετοιμαζόταν για αυτό το σενάριο επί πολλά χρόνια. Φαίνεται πως το αρχικό σχέδιο προέβλεπε ομοβροντίες της τάξεως των 100-200 πυραύλων ημερησίως. Χάρις στις ισραηλινές και αμερικανικές επιχειρήσεις μπόρεσαν να εκτοξεύουν μόνο 60-70 στην αρχική φάση και έκτοτε ο ρυθμός μειώθηκε σε 10-15 πυραύλους την ημέρα εναντίον του Ισραήλ. Πριν από τον πόλεμο υπήρχαν εκτιμήσεις ότι το ιρανικό οπλοστάσιο διέθετε περίπου 2.500 πυραύλους. Επένδυσαν στη διασπορά δυνάμεων και στην αποκέντρωση των δομών διοίκησης. Ωστόσο, το στρατηγικό αποτέλεσμα είναι περιορισμένο. Παρότι υπήρξαν ορισμένα επιτυχή πλήγματα, το Ιράν δεν κατάφερε να προκαλέσει σημαντικές ζημιές σε καίριες υποδομές. Και αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αποτελεσματικότητα της αεράμυνας πολλαπλών επιπέδων του Ισραήλ και στην αμερικανική υποστήριξη.

ΕΡ- Φαίνεται πως το Ισραήλ, με την εισβολή στο Λίβανο και το σχέδιο για μια «ζώνη ασφαλείας» μέχρι τον ποταμό Λιτάνι, ετοιμάζεται για ακόμα έναν πόλεμο φθοράς με τη Χεζμπολάχ. Πόσο θα διαρκέσει και πως θα τελειώσει;

ΑΠ- Υπάρχουν ορισμένες ομοιότητες μεταξύ των μετώπων στο Λίβανο και στο Ιράν. Και στις δύο περιπτώσεις, το Ισραήλ δύναται να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ για να μειώσει την απειλή και να δημιουργήσει καλύτερες συνθήκες για μια πολιτική λύση, αλλά δεν μπορεί από μόνο του να δημιουργήσει την πολιτική λύση. Στο Ιράν, αυτό εγείρει το ζήτημα της αλλαγής καθεστώτος ή έστω μιας μεγάλης στροφής στη συμπεριφορά του καθεστώτος. Στο Λίβανο, το ζήτημα είναι κατά πόσο το λιβανέζικο κράτος έχει τη θέληση και την ικανότητα να ανακτήσει τον έλεγχο στην επικράτειά του και να διαλύσει την ανεξάρτητη στρατιωτική υποδομή της Χεζμπολάχ. Κατά συνέπεια, η στρατηγική του Ισραήλ θα συνεχίσει να βασίζεται στη διαρκή στρατιωτική πίεση, τόσο από αέρος όσο και στο έδαφος, προκειμένου να αποδυναμώσει τη Χεζμπολάχ όσο το δυνατόν περισσότερο, ακόμα και αν δεν μπορεί να την εξαλείψει πλήρως.

Στην Ιερουσαλήμ ελπίζουν πως η αποδυνάμωση του Ιράν και της Χεζμπολάχ θα ενισχύσει την αυτοπεποίθηση της κυβέρνησης και του στρατού του Λιβάνου ώστε να αντιπαρατεθούν πιο σοβαρά με την Χεζμπολάχ. Αν δεν συμβεί αυτό, το Ισραήλ ίσως βρεθεί σε έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς προκειμένου να κρατήσει τη Χεζμπολάχ μακριά από τα σύνορα και να την εμποδίσει να ανακτήσει τις δυνάμεις της. Το πόσο θα διαρκέσει (ο πόλεμος φθοράς) εξαρτάται λιγότερο από την στρατιωτική αντοχή του Ισραήλ που είναι σημαντική, και περισσότερο από το αν θα αναδυθεί ένας αξιόπιστος πολιτικός μηχανισμός στην πλευρά του Λιβάνου. Χωρίς αυτόν (τον μηχανισμό) η σύγκρουση θα συνεχιστεί για πολύ καιρό, με το Ισραήλ να μην αναζητεί ένα αποφασιστικό τέλος, αλλά ένα αποδεκτό επίπεδο ανάσχεσης.

ΕΡ- Θεωρείται πιθανή την πλήρη προσάρτηση της Δ. Όχθης μετά το τέλος του πολέμου με το Ιράν; Και τι θα γίνει στη Γάζα;

ΑΠ- Δεν πιστεύω ότι η πλήρης προσάρτηση της Δυτικής Όχθης είναι πιθανό αποτέλεσμα. Ούτε η κυβέρνηση Τραμπ, ούτε η κυβέρνηση του Ισραήλ φαίνεται να έχουν γνήσιο ενδιαφέρον για τέτοια κίνηση σε αυτό το στάδιο. Για την Ουάσιγκτον, η προσάρτηση θα προκαλούσε σημαντικές περιφερειακές και διεθνείς αντιδράσεις, περιπλέκοντας τους ευρύτερους στρατηγικούς στόχους της. Για το Ισραήλ, η προσάρτηση εμφανίζεται μεν στην πολιτική ρητορική, ιδιαίτερα καθώς πλησιάζουν οι εκλογές, όμως δεν φαίνεται ότι υπάρχει συγκεκριμένη πρόθεση για την εφαρμογή της στο κοντινό μέλλον. Ακόμα σημαντικότερο είναι ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θέλουν να προωθήσουν μια περιφερειακή αναδιάταξη μετά τον πόλεμο, να ενισχύσουν τις σχέσεις με σημαντικές χώρες του Κόλπου, όπως η Σαουδική Αραβία. Η προσάρτηση θα αποτελούσε ένα σημαντικό εμπόδιο σε αυτή τη διαδικασία, καθώς θα ήταν πολύ δύσκολο για εκείνες τις χώρες να αποδεχτούν την ομαλοποίηση των σχέσεων κάτω από τέτοιες συνθήκες. Για αυτό το λόγο εκτιμώ ότι η προσάρτηση δεν βρίσκεται σοβαρά στο τραπέζι.

Στη Γάζα η κατάσταση είναι ακόμα πιο περίπλοκη. Όταν καταλαγιάσει ο πόλεμος με το Ιράν, πιθανώς θα επανέλθει η προσοχή στη Γάζα, όμως οποιαδήποτε κίνηση προς τα εμπρός θα εξαρτηθεί από το κεντρικό ζήτημα, που είναι οι στρατιωτικές ικανότητες της Χαμάς. Όσο η Χαμάς διατηρεί τον οπλισμό και τη δυνατότητα διακυβέρνησης είναι δύσκολο να δω πως θα μπορούσε να προχωρήσει ουσιαστικά οποιοδήποτε πολιτικό σχέδιο ή σχέδιο ανοικοδόμησης, αμερικανικό ή οτιδήποτε άλλο. Ίσως γίνουν απόπειρες για να αναπτυχθεί εναλλακτική διακυβέρνηση ή ζώνες ανοικοδόμησης, πιθανώς σε περιοχές υπό ισραηλινό έλεγχο κοντά στα σύνορα με την Αίγυπτο, ως ένα είδος πιλοτικού προγράμματος. Όμως η επέκταση τέτοιων διευθετήσεων στην ευρύτερη Λωρίδα της Γάζας, όπου η Χαμάς παραμένει ριζωμένη και όπου ζει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, θα αποτελούσε μια πολύ μεγαλύτερη πρόκληση.

Ο Εϊτάν Σαμίρ, είναι διευθυντής του Κέντρου Μπέγκιν Σαντάτ (BESA) και καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο πανεπιστήμιο Bar Ilan του Τελ Αβίβ.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version