Με το σύνθημα «Αφήστε τον λαό να με κρίνει» ξεκίνησε η κατηγορούμενη για υπεξαίρεση ευρωπαϊκών κονδυλίων Μαρίν Λεπέν την επίσημη προεκλογική εκστρατεία της για τη γαλλική προεδρία. Στην ίδια λογική κινείται και ο Νάιτζελ Φάρατζ, ο οποίος, κατηγορούμενος για αδήλωτες δωρεές εκατομμυρίων, θέτει εκ νέου υποψηφιότητα για την κοινοβουλευτική του έδρα προκειμένου να αποφασίσουν για την τύχη του οι βρετανοί ψηφοφόροι. Και οι δύο πολιτικοί, παρά τα σκάνδαλα γύρω από το όνομά τους, παραμένουν από τους πιο δημοφιλείς στη χώρα τους. Κατά συνέπεια, αναρωτιέται κανείς, μήπως οι ψηφοφόροι στη Δύση έχουν πάθει ανοσία στη διαφθορά;
Η γραμμή Τραμπ για «ξέπλυμα» μέσω κάλπης
Η απάντηση αποκαλύπτει μια βαθιά θεσμική ρωγμή στη Δύση. Η στρατηγική των Λεπέν και Φάρατζ δεν είναι πρωτότυπη. Ακολουθούν πιστά το «εγχειρίδιο» που τελειοποίησε ο Ντόναλντ Τραμπ, μετατρέποντας τη δικαστική αίθουσα σε πολιτικό θέατρο. Προτάσσοντας τη λαϊκή ετυμηγορία ως ανώτερη από την κρίση των δικαστών, οι ηγέτες αυτοί επιδιώκουν να «ξεπλύνουν» τις κατηγορίες μέσω της κάλπης. Αυτή η τακτική πείθει εκατομμύρια πολίτες ότι το δικαστικό σύστημα είναι απλώς ένας πολιτικός παίκτης που προσπαθεί να ανακόψει έναν ηγέτη τον οποίο το σύστημα φοβάται. Χαρακτηριστικά, το 2024 το 25% των Ρεπουμπλικανών δήλωσε ότι η καταδίκη του Τραμπ από ένα σώμα ενόρκων θα τους έκανε ακόμη πιο πρόθυμους να τον ψηφίσουν.
Τα δεδομένα από τις έρευνες επιβεβαιώνουν ότι αυτή η προσέγγιση αποδίδει. Σύμφωνα με μια εκτενή διαχρονική μελέτη του δρα Μπράντον Ρότινγκχαους, καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Χιούστον, τα σκάνδαλα δεν πλήττουν πλέον τους πολιτικούς με την ίδια ένταση που συνέβαινε στο παρελθόν. Μιλώντας στο «Βήμα», ο δρ Ρότινγκχαους επισημαίνει ότι «η κομματική ταύτιση έχει καταστεί ισχυρότερη πολιτική ταυτότητα από την αξιολόγηση της ηθικής ή της ικανότητας». Οι ψηφοφόροι ερμηνεύουν τις καταγγελίες ως επιθέσεις με πολιτικά κίνητρα παρά ως αποδείξεις εγκλήματος. Οπως σημειώνει χαρακτηριστικά, «τα σκάνδαλα τείνουν να ενισχύουν τις ήδη υπάρχουσες απόψεις αντί να μεταβάλλουν τη στάση των πολιτών».
Οι ρίζες στην ακραία πολιτική πόλωση
Η ρίζα αυτής της ανοχής βρίσκεται στην ακραία πολιτική πόλωση, η οποία προκαλείται από έναν συνδυασμό τεχνολογικών μεταβολών, οικονομικής ανισότητας, πολιτικής που βασίζεται στην ταυτότητα και πολιτικών συστημάτων που επιβραβεύουν τη σύγκρουση. Οι πολιτικοί επιστήμονες διακρίνουν αυτό το φαινόμενο σε δύο τύπους: την ιδεολογική πόλωση, δηλαδή τη διαφωνία ως προς τις πολιτικές, και τη συναισθηματική πόλωση.
Μελέτες κοινής γνώμης που μετρούν το «θερμόμετρο των συναισθημάτων» στις ΗΠΑ δείχνουν ότι το 1978 μόλις το 9% των Δημοκρατικών και το 7% των Ρεπουμπλικανών είχαν πολύ αρνητική άποψη για το αντίπαλο κόμμα, ενώ το 2024 το ποσοστό αυτό σκαρφάλωσε στο 64%. Το αποτέλεσμα είναι ότι όταν ο πολιτικός αντίπαλος δεν είναι απλώς ένας διαφωνών αλλά μια υπαρξιακή απειλή, ο διεφθαρμένος πολιτικός της «δικής μας» πλευράς φαντάζει ως το «λιγότερο κακό».
Ο δρ Ρότινγκχαους μας επισημαίνει ότι «η λογοδοσία δεν έχει εκλείψει, αλλά εξαρτάται όλο και περισσότερο από το αν ένας αξιωματούχος χάνει τη στήριξη εντός του ίδιου του κόμματός του, παρά από τη στάση του εκλογικού σώματος». Το κλειδί της αλλαγής δεν είναι ότι οι πολιτικοί συμπεριφέρονται χειρότερα, αλλά ότι «οι ψηφοφόροι και οι ελίτ είναι πολύ πιο πρόθυμοι να δικαιολογήσουν ανάρμοστες συμπεριφορές όταν διακυβεύεται ο πολιτικός έλεγχος» συμπληρώνει.
Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και το σημερινό οικοσύστημα των μέσων ενημέρωσης διότι «επιτρέπει στους ψηφοφόρους να λαμβάνουν πληροφορίες που επιβεβαιώνουν τις ήδη υπάρχουσες πεποιθήσεις τους. Οι πολιτικοί μπορούν να παρακάμπτουν τους παραδοσιακούς διαμεσολαβητές της ενημέρωσης και να επικοινωνούν απευθείας με τους υποστηρικτές τους. Η ύπαρξη ανταγωνιστικών αφηγημάτων σημαίνει ότι σπάνια υπάρχει μια ενιαία, κοινά αποδεκτή εκδοχή των γεγονότων» επεξηγεί ο δρ Ρότινγκχαους.
Η πεποίθηση ότι το σύστημα είναι στημένο
Παράλληλα, ο κυνισμός των πολιτών ενισχύεται από την πεποίθηση ότι το σύστημα είναι «στημένο». Μια πρόσφατη έρευνα της Ipsos σε εννέα δυτικές χώρες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας, αποκάλυψε ότι περίπου το 45% των πολιτών πιστεύει ότι η δημοκρατία στη χώρα τους είναι «ραγισμένη». Στις ΗΠΑ, ενώ το 92% των ψηφοφόρων θεωρεί τη διαφθορά σοβαρό πρόβλημα, το 65% πιστεύει ότι είναι βαθιά ριζωμένη στους θεσμούς και δεν εξαρτάται από ατομικές επιλογές. Αυτή η αντίληψη καθιστά τη διαφθορά «ενδημική» και οδηγεί στην αποδυνάμωση του ίδιου του όρου, καθώς χρησιμοποιείται συστηματικά ως πολιτικό εργαλείο, προκαλώντας σχετική απάθεια στο κοινό. Επίσης, δεν έχουν όλα τα σκάνδαλα τις ίδιες επιπτώσεις. Ερευνες υποστηρίζουν ότι η εκλογική τιμωρία εξασθενεί πολύ γρήγορα με το πέρασμα του χρόνου και μόνο τα σκάνδαλα που ξεσπούν μέσα στο έτος των εκλογών επηρεάζουν συστηματικά τα ποσοστά των υποψηφίων. Οι γυναίκες ψηφοφόροι τείνουν να είναι πιο αυστηρές απέναντι στη διαφθορά και εγκαταλείπουν πιο εύκολα το κόμμα τους, όπως αναλύεται στη μελέτη «Διαφθορά, Λογοδοσία και Φύλο» (2018). Καταλυτικό ρόλο παίζει και η πηγή των κατηγοριών, καθώς οι καταγγελίες από θεσμικά όργανα έχουν πολύ ισχυρότερο αρνητικό αντίκτυπο στην πρόθεση ψήφου από ό,τι αν προέρχονται από την πολιτική αντιπολίτευση.
Τα σκάνδαλα διαφθοράς προκαλούν μεν πτώση στα εκλογικά ποσοστά, αλλά αυτή η «τιμωρία» είναι συχνά πολύ μικρή για να επιφέρει πραγματικές αλλαγές. Σε ένα έντονα διχασμένο εκλογικό σώμα, με ασφαλείς κομματικές περιφέρειες, μια πτώση 1,5-3 μονάδων δεν αρκεί για να οδηγήσει σε ήττα, καθιστώντας τη διαφθορά ένα «διαχειρίσιμο» πολιτικό κόστος. Ολα αυτά οδηγούν σε ένα «συναλλακτικό» μοντέλο εκλογών. Πολλοί σύγχρονοι ψηφοφόροι προτιμούν έναν μαχητικό ηγέτη που υπόσχεται αποτελέσματα στην οικονομία, τη μετανάστευση ή την ασφάλεια, ακόμη και αν έχει λερωμένο μητρώο, από κάποιον «καθαρό» πολιτικό, ο οποίος όμως μπορεί να φαίνεται αδύναμος και αναποτελεσματικός.
Αυτή η τοξική ανάμειξη πόλωσης, κυνισμού και θεσμικής απαξίωσης έχει οδηγήσει σε ένα σύστημα που λειτουργεί μεν, αλλά έχει χάσει την ηθική του πυξίδα. Αν σήμερα έχουμε φτάσει στο σημείο ο πρόεδρος των ΗΠΑ να είναι καταδικασμένος για 34 κακουργήματα και η πιο δημοφιλής πολιτικός για τη γαλλική προεδρία να βρίσκεται αντιμέτωπη με το ηλεκτρονικό βραχιολάκι, τι θα γίνει αύριο; Το σενάριο φαντάζει δυστοπικό.