Τζόναθαν Κόου: «Είναι πιο ενδιαφέρον να επιτρέπεις στους χαρακτήρες σου να σε εκπλήσσουν»

Το πρώτο βιβλίο του αγαπημένου βρετανού συγγραφέα κυκλοφορεί στα ελληνικά 40 χρόνια μετά την παρθενική του έκδοση στο Ηνωμένο Βασίλειο, αποκαλύπτοντας τα πρώτα λογοτεχνικά βήματά του.

Εχει άραγε ενδιαφέρον να επιστρέφουμε στο πρώτο βιβλίο ενός συγγραφέα γνωρίζοντας ήδη τη διαδρομή που ακολούθησε η γραφή του; Να αναζητούμε στις σελίδες ενός πρώιμου έργου τα αρχικά ίχνη μιας φωνής η οποία αργότερα θα εξελισσόταν, θα ωρίμαζε και θα αποκτούσε τα χαρακτηριστικά που σήμερα αναγνωρίζουμε; Ή μήπως ένα πρώτο βιβλίο έχει τη δική του αξία ακριβώς επειδή διατηρεί κάτι από την αβεβαιότητα και την ελευθερία τού ξεκινήματος; Οταν πρόκειται για τον Τζόναθαν Κόου, τα ερωτήματα αυτά ίσως περνούν σε δεύτερο πλάνο.

Το ελληνικό αναγνωστικό κοινό έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τον βρετανό συγγραφέα, τον ακολουθεί εδώ και χρόνια και είναι βέβαιο ότι στο «Μαρία, η γυναίκα των συμπτώσεων» (The Accidental Woman, 1987) θα αναζητήσει τα πρώτα ψήγματα της γραφής που τόσο αγάπησε. «Με τιμά ιδιαίτερα η σκέψη ότι μπορεί να υπάρχουν κάποιοι αναγνώστες στην Ελλάδα που ενδιαφέρονται για αυτό το βιβλίο, γραμμένο πριν από 40 χρόνια, και που τους αρέσει η γραφή μου αρκετά ώστε να θέλουν να ανακαλύψουν πώς ξεκίνησε η συγγραφική μου πορεία» θα πει ο ίδιος στο BHΜΑgazino. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις, τον εκδοτικό οίκο που έχει συστήσει στο ελληνικό κοινό το έργο του Κόου.

Η επιστροφή σε αυτό το πρώτο ολοκληρωμένο μυθιστόρημα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για έναν ακόμη λόγο: το «Μαρία, η γυναίκα των συμπτώσεων» δεν ήταν στην πραγματικότητα το πρώτο βιβλίο που επιχείρησε να γράψει ο Κόου. Hταν το πρώτο που εκδόθηκε αλλά το πέμπτο που ξεκίνησε και το τρίτο που κατάφερε να ολοκληρώσει. Τα προηγούμενα μυθιστορήματά του είχαν άνδρες πρωταγωνιστές που βασίζονταν σε μεγάλο βαθμό στον ίδιο του τον εαυτό, μια τάση που σταδιακά άρχισε να του φαίνεται περιοριστική και χωρίς φαντασία. Η επιλογή μιας γυναίκας ως κεντρικής ηρωίδας προέκυψε ακριβώς ως προσπάθεια να απομακρυνθεί από αυτή την ημι-αυτοβιογραφική κατεύθυνση και να δοκιμάσει μια διαφορετική αφηγηματική προοπτική.

Hταν, ωστόσο, ένα τολμηρό βήμα, αν αναλογιστεί κανείς ότι το βιβλίο γράφτηκε από έναν συγγραφέα ο οποίος, όπως ο ίδιος παραδέχεται σήμερα, «δεν γνώριζε ακόμη πολλά για τις γυναίκες». Είκοσι χρόνια αργότερα, στο «Σαν τη βροχή πριν πέσει» (2007), η προσέγγισή του στους γυναικείους χαρακτήρες θα άλλαζε σημαντικά: οι ηρωίδες του θα αποκτούσαν μεγαλύτερη πολυπλοκότητα και πιο έντονη εσωτερική ζωή. Στο «Μαρία, η γυναίκα των συμπτώσεων», όμως, διατηρείται η γοητεία του έργου ενός συγγραφέα που δοκιμάζει τα όριά του και ανακαλύπτει σταδιακά τον τρόπο με τον οποίο θέλει να αφηγείται τον κόσμο, μέσα από την ιστορία μιας γυναίκας αναποφάσιστης, η οποία νιώθει ότι η ζωή της καθορίζεται περισσότερο από τις συμπτώσεις παρά από τις δικές της επιλογές.

Η πρωταγωνίστρια του βιβλίου ονομάζεται Μαρία. Γιατί επιλέξατε αυτό το όνομα και τι είδους ταυτότητα ή αίσθηση του χρόνου κουβαλούσε για εσάς όταν διαμορφώνατε τον χαρακτήρα; Υπήρχε η σκέψη ότι λειτουργεί ως ένα σκόπιμα «ουδέτερο» όνομα, κάτι που θα μπορούσε να ανήκει οπουδήποτε;

«Την εποχή που έγραφα το μυθιστόρημα ήμουν απορροφημένος από τα έργα τού Σάμιουελ Μπέκετ. Ολοι οι πρωταγωνιστές του φαίνονταν να έχουν ονόματα που ξεκινούσαν από Μ (Murphy, Molloy, Malone), οπότε αποφάσισα να κάνω το ίδιο, ως ένα είδος φόρου τιμής. Αυτός ήταν πραγματικά ο μοναδικός λόγος που την ονόμασα Μαρία. Δεν υπέβαλλε κάποια συγκεκριμένη ταυτότητα και αυτό μου ταίριαζε απόλυτα, γιατί ήθελα η ίδια η Μαρία να είναι ένα είδος λευκού καμβά».

Ηταν πρόθεσή σας από την αρχή να γράψετε για την τύχη ως έναν θεμελιώδη μηχανισμό διαμόρφωσης της ταυτότητας;

«Ναι, απολύτως. Φυσικά, οι ζωές διαμορφώνονται από μια σειρά συνειδητών και συχνά προσεκτικών επιλογών – αυτές οι επιλογές μάς προσφέρονται μέσα σε ένα σύνολο συνθηκών που είναι εντελώς τυχαίες και συμπτωματικές. Πιστεύω ότι συνήθως αποφεύγουμε να το σκεφτόμαστε πολύ, επειδή πρόκειται για μια τόσο τρομακτική προοπτική. Εδώ ακριβώς γίνεται τόσο σημαντικό το χιούμορ. Δεν υπάρχει τίποτα που μπορούμε να κάνουμε απέναντι στην εγγενή τυχαιότητα και την έλλειψη νοήματος της ύπαρξης, παρά μόνο να γελάσουμε, γιατί το γέλιο μάς προσφέρει έναν τρόπο να μετατρέπουμε τον πόνο σε απόλαυση».

Κοιτάζοντας πίσω όλα αυτά τα χρόνια, βλέπετε τη συγγραφή ως μια πράξη ελέγχου ή ως μια πράξη παράδοσης;

«Τι ενδιαφέρουσα ερώτηση! Νομίζω ότι η άποψή μου επάνω σε αυτό έχει αλλάξει πολύ με τα χρόνια. Οταν έγραψα το “Μαρία, η γυναίκα των συμπτώσεων”, σίγουρα έβλεπα τη συγγραφή ως μια πράξη ελέγχου. Στην πραγματικότητα, μπορεί κανείς να ερμηνεύσει ολόκληρο το μυθιστόρημα ως την ιστορία ενός αβοήθητου φανταστικού χαρακτήρα που βασανίζεται από τον ελεγκτικό αφηγητή του – κάτι σαν διάγραμμα ενός μυθιστορήματος και όχι ένα πραγματικό μυθιστόρημα. Ωστόσο, μετά από ένα διάστημα η γραφή δεν προσφέρει ικανοποίηση αν απλώς τοποθετείς τον εαυτό σου στη θέση εκείνου που μετακινεί τους χαρακτήρες σαν πιόνια επάνω σε μια σκακιέρα. Εχω μάθει ότι είναι πιο ενδιαφέρον να επιτρέπεις στους χαρακτήρες σου να σε εκπλήσσουν. Για παράδειγμα, όταν ολοκλήρωσα το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά μου, “Lessons  in Harmony”, διάβασα ξανά τα τελευταία κεφάλαια και μόνο τότε συνειδητοποίησα ποιο ήταν πραγματικά το θέμα του βιβλίου. Δεν ήταν αυτό που νόμιζα!».

Πώς έχει αλλάξει η ίδια η διαδικασία της γραφής για εσάς όλα αυτά τα χρόνια; Γράφετε πλέον μέσα από έναν διαφορετικό εσωτερικό ρυθμό;

«Νομίζω ότι όσο μεγαλώνεις καταλήγεις να διαμορφώνεις διάφορους ρυθμούς και συνήθειες. Ανακαλύπτεις τι λειτουργεί για εσένα και τι όχι, και αυτό μπορεί να σου εξοικονομήσει πολύ χρόνο. Οταν ξεκίνησα να γράφω, κάθε βιβλίο ήταν διαφορετικό και η σύνθεση κάθε έργου είχε τον δικό της ξεχωριστό ρυθμό. Μπορεί να χρειάζονται από μερικούς μήνες (“Οι νάνοι του θανάτου”) μέχρι τρία χρόνια (“Τι ωραίο πλιάτσικο!”). Τώρα τα πράγματα είναι κάπως πιο προβλέψιμα. Σκέφτομαι κάθε νέο βιβλίο για περίπου δεκαοκτώ μήνες, κρατώντας μόνο λίγες σελίδες σημειώσεων, και στη συνέχεια η ίδια η συγγραφή μπορεί να ολοκληρωθεί αρκετά γρήγορα, μέσα σε περίπου έξι μήνες. Αυτός είναι ο ρυθμός μου στα τελευταία τρία ή τέσσερα μυθιστορήματα, τουλάχιστον. Φυσικά, την επόμενη φορά όλα μπορεί να αλλάξουν».

Τι πιστεύετε ότι χάνει η λογοτεχνία σε έναν κόσμο όπου η παραγωγή κειμένου γίνεται όλο και περισσότερο αυτοματοποιημένη μέσω της Τεχνητής Νοημοσύνης και όπου στοιχεία όπως το λάθος, η αβεβαιότητα ή η αποτυχία, που συχνά θεωρούνται θεμελιώδη στη διαδικασία της γραφής, δεν μπορούν να αναπαραχθούν με τον ίδιο τρόπο;

«Είμαι βέβαιος ότι τα προγράμματα και οι αλγόριθμοι θα γίνονται όλο και πιο εξελιγμένα, αλλά αυτή τη στιγμή είναι πολύ εύκολο να εντοπίσεις ένα κείμενο που έχει παραχθεί από Τεχνητή Νοημοσύνη. Είναι φλύαρο, γεμάτο κοινοτοπίες, χωρίς ρυθμό και χωρίς αποχρώσεις. Μπορείς να το ξεχωρίσεις τόσο εύκολα όσο τη διαφορά ανάμεσα σε μια σοκολάτα Hershey’s και μια χειροποίητη βελγική σοκολάτα. Για εμένα, η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν παίζει απολύτως κανέναν ρόλο στη συγγραφική διαδικασία, εκτός ίσως από το πολύ βασικό επίπεδο της έρευνας, όταν αναζητώ κάτι στο Google και λαμβάνω μια απάντηση που έχει δημιουργηθεί από AI (την οποία πάντα θα ελέγξω ξανά, γιατί συχνά μπορεί να είναι λανθασμένη). Αν παρατηρήσω ότι το πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένου προσπαθεί να συμπληρώσει αυτόματα τις προτάσεις μου ή να μου προτείνει λέξεις, σταματώ να γράφω μέχρι να βρω τρόπο να απενεργοποιήσω αυτές τις λειτουργίες. Για εμένα, η ίδια η διαδικασία της γραφής – το να παίρνω αποφάσεις, να αναζητώ τις κατάλληλες λέξεις, να βρίσκω τον σωστό ρυθμό και την υφή κάθε πρότασης – είναι μια βαθιά ικανοποιητική και ανταποδοτική εμπειρία (ακόμη και όταν για ένα διάστημα δεν πηγαίνει καλά). Γιατί να θέλω να αφήσω μια μηχανή να μου αφαιρέσει όλη αυτή την απόλαυση;».

Τι πιστεύετε ότι μπορεί να θεωρηθεί «πρωτότυπη λογοτεχνική φωνή» σήμερα;

«Πιθανότατα πολύ λίγα πράγματα, αλλά αυτό στην πραγματικότητα δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Η πρωτοτυπία στη λογοτεχνία, με την έννοια της νεωτερικότητας ή της καινοτομίας, είναι υπερεκτιμημένη. Το σημαντικό είναι ότι κάθε συγγραφέας έχει μια μοναδική φωνή και μια μοναδική οπτική απέναντι στον κόσμο».

Το βιβλίο φαίνεται να αποφεύγει μια άμεση πολιτική διάσταση. Ηταν αυτή μια συνειδητή επιλογή εκείνη την εποχή ή απλώς δεν είχε ακόμη γίνει κεντρικό στοιχείο της γραφής σας;

«Ξεκίνησα το βιβλίο όταν ήμουν 23 ετών. Ενδιαφερόμουν για την πολιτική εκείνη την περίοδο, αλλά δεν είχα βρει έναν τρόπο να την ενσωματώσω στη γραφή μου και κανένας από τους συγγραφείς που μιμούμουν τότε (Μπέκετ, Φλαν Ο’Μπράιαν, Μπ. Σ. Τζόνσον) δεν έγραφε επίσης πολιτική λογοτεχνία. Η συγγραφή τού μυθιστορήματος συνέπεσε σε μεγάλο βαθμό με ένα καθοριστικό γεγονός της βρετανικής πολιτικής ιστορίας, την απεργία των ανθρακωρύχων του 1984-85, όμως το γεγονός αυτό δεν αναφέρεται καθόλου στο βιβλίο. Μάλιστα, νομίζω ότι δεν υπάρχουν καν συγκεκριμένες ημερομηνίες μέσα στο κείμενο, επομένως δεν μπορείς να γνωρίζεις ακριβώς πότε τοποθετείται η ιστορία. Πρέπει να πω ότι όταν ξαναδιαβάζω σήμερα το βιβλίο, απολαμβάνω αυτή την καθαρότητα, αυτή την ελευθερία από την πολιτική. Αποτελεί μια ευχάριστη αλλαγή σε σχέση με τα υπόλοιπα μυθιστορήματά μου».

Μπορεί τελικά ένα πρώτο μυθιστόρημα να είναι πιο «αληθινό» από τα μεταγενέστερα, πιο ώριμα έργα, ακριβώς επειδή δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί από την αυτολογοκρισία τού συγγραφέα και την εμπειρία του;

«Πιστεύω σίγουρα ότι, παρ’ όλο που δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση ένα σκόπιμο αυτοπορτρέτο, διαβάζοντας το “Μαρία, η γυναίκα των συμπτώσεων” μπορεί κανείς να σχηματίσει μια αρκετά καθαρή εικόνα για το είδος του νέου ανθρώπου που ήμουν στα 23 μου. Αυτό μπορεί να το κάνει πιο “αληθινό” από τα μεταγενέστερα βιβλία μου, με μια πολύ περιορισμένη έννοια, αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι το κάνει μια πιο ικανοποιητική αναγνωστική εμπειρία. Η προσοχή, η επιμέλεια και η αυτολογοκρισία είναι όλα σημαντικά στοιχεία για τη δημιουργία ενός ώριμου και καλοδουλεμένου έργου τέχνης: δεν πρέπει απαραίτητα να εξισώνονται με ανειλικρίνεια ή απόκρυψη. Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι, αν θέλετε, ένα έργο ναΐφ τέχνης ή art brut, και ελπίζω να μπορεί να το απολαύσει κανείς ακριβώς με αυτόν τον τρόπο. Ομως πιστεύω ότι στερείται την πολυπλοκότητα και την εκλέπτυνση ορισμένων από τα μεταγενέστερα μυθιστορήματά μου».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version