Υπάρχει μια παράδοξη ειρωνεία στο καλλιτεχνικό πατινάζ. Είναι το μόνο άθλημα όπου η σχεδόν βίαιη αμφισβήτηση των νόμων της Φυσικής – η κεντρομόλος δύναμη που τσακίζει κόκαλα, η λεπίδα που χαράζει τον πάγο με ταχύτητα αυτοκινήτου – πρέπει να μεταμφιεστεί σε ποίηση.
Στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες Μιλάνο Κορτίνα 2026, κάτω από τους προβολείς της Milano Ice Skating Arena που κάνουν τις στολές των μνηστήρων των ολυμπιακών μεταλλίων να μοιάζουν με αστερόσκονη, δεν βλέπουμε απλώς πρωταθλητές. Βλέπουμε τους τελευταίους αριστοκράτες ενός κόσμου που καταρρέει και αναγεννιέται, πρωταγωνιστές σε μια όπερα χωρίς λόγια, αλλά με πολλές, πάρα πολλές κραυγές στη σιωπή των αποδυτηρίων.
Η ιστορία του αθλήματος, άλλωστε, ήταν ανέκαθεν μια ισορροπία τρόμου ανάμεσα στην τέχνη και την επιβίωση. Για την ιστορία, οι καταβολές εκείνου που σήμερα γνωρίζουμε ως καλλιτεχνικό πατινάζ – και στην Ελλάδα έχουμε συνδέσει παβλοφικά με τη φωνή του Αλέξη Κωστάλα – είναι μάλλον ταπεινές. Ξεκίνησε από τις παγωμένες λίμνες της Σκανδιναβίας και τα κανάλια της Ολλανδίας του 13ου ή 14ου αιώνα. Αρχικά όχι σαν χορός, αλλά ως ανάγκη μετακίνησης.
Χρειάστηκε να πατήσει το πόδι του στη γη ένας Αμερικανός, ο Τζάκσον Χέινς, στα μέσα του 19ου αιώνα, για να παντρέψει το ατσάλι με το μπαλέτο. Ο Χέινς, ένας χορευτής που οι Αμερικανοί απέρριψαν ως «υπερβολικά θεατρικό», βρήκε το κοινό του στη Βιέννη των βαλς. Εκεί, με σκηνικό τις τελευταίες αναλαμπές του μεγαλείου των Αψβούργων, το πατινάζ ξεκίνησε να σμιλεύει την αίγλη του.
Από τότε μέχρι σήμερα, από την αυστηρότητα των υποχρεωτικών φιγουρών που καταργήθηκαν το 1990 μέχρι τη σημερινή εποχή που σφραγίζεται από σχεδόν υπεράνθρωπα τετραπλά άλματα, το άθλημα παραμένει ένας καθρέφτης της ανθρώπινης ματαιοδοξίας: πόσο ψηλά μπορείς να πετάξεις προτού η βαρύτητα – αλλά και οι δαίμονές σου – σε τραβήξουν πίσω στη γη;
Στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες, όπου η OMEGA ως επίσημος χρονομέτρης διασφαλίζει την ακρίβεια σε βαθμό υποδιαίρεσης του δευτερολέπτου, αδιαφιλονίκητος βασιλιάς αναδεικνύεται για μία ακόμα φορά το καλλιτεχνικό πατινάζ. Δικαίως, όπως προσυπογράφουν όχι μόνο οι επιδόσεις και τα άλματα, αλλά και οι ιστορίες τριών πρωταγωνιστών του αθλήματος.
Iλια Μαλίνιν
Ο μοναχικός θεός της αντι-βαρύτητας
Αν το καλλιτεχνικό πατινάζ ήταν θρησκεία, ο Iλια Μαλίνιν θα ήταν ο αιρετικός προφήτης της. Στα 21 του χρόνια, ο Αμερικανός με τις ουζμπεκικές ρίζες – γιος πρωταθλητών με ολυμπιακές συμμετοχές – επιβεβαιώνει πως από τη γέννησή του ήταν προγραμματισμένος να φοράει παγοπέδιλα. Hδη χρυσός ολυμπιονίκης στο ομαδικό των ανδρών πριν από λίγα 24ωρα, ο δις παγκόσμιος πρωταθλητής αποφάσισε να αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού.

Τον αποκαλούν «Quad God» και εκείνος φροντίζει να υπερασπίζεται σθεναρά το προσωνύμιό του. Είναι ο πρώτος και ο μόνος άνθρωπος στην ιστορία που έχει προσγειώσει καθαρά το τετραπλό άξελ σε διεθνείς αγώνες – ένα άλμα που για δεκαετίες θεωρούνταν φυσικώς αδύνατο. Στο Μιλάνο, ο δρόμος του προς την κορυφή δεν ήταν περίπατος. Στο Σύντομο Πρόγραμμα, ο Μαλίνιν ένιωσε την ανάσα του Γιούμα Καγκιγιάμα. Ο Ιάπωνας κατέθεσε μια εμφάνιση τεχνικής αρτιότητας και απαράμιλλης ροής, πιέζοντας τον Μαλίνιν στα όρια. Η «μονομαχία» στο Σύντομο ήταν μια σπουδή στις αντιθέσεις: από τη μία η εκρηκτική δύναμη των αλμάτων του Μαλίνιν και από την άλλη η «βελούδινη» λεπίδα του Καγκιγιάμα.
Ο Μαλίνιν, όμως, απάντησε όπως μόνο εκείνος ξέρει. Ξεπερνώντας το άγχος της πρεμιέρας, προσγείωσε τα άλματά του με μια αποφασιστικότητα που έκοψε τον βήχα στους αμφισβητίες και έβαλε πλώρη για το Ελεύθερο Πρόγραμμα, προκειμένου να σφραγίσει τον μύθο του.
Οταν βλέπεις τον Μαλίνιν στον πάγο, νιώθεις μια παράξενη μοναξιά. Δεν χορεύει για το κοινό, ούτε για τους κριτές. Χορεύει για να νικήσει τη Φυσική. Είναι ένας σύγχρονος Ικαρος που έχει εξοπλίσει τα φτερά του με τιτάνιο – όπως τις λεπίδες των πανάκριβων skates του – για να μη λιώσουν ποτέ.
Αμπερ Γκλεν
Εύθραυστη; Οχι πια
Στην άλλη όχθη, μακριά από την ψυχρή τελειότητα του Μαλίνιν, βρίσκεται η Αμπερ Γκλεν. Αν ο Μαλίνιν μοιάζει να έχει βγει από τα σπλάχνα της ΑΙ, η Γκλεν προσωποποιεί την αναλογική νοσταλγία. Εκείνη του ακατέργαστου, ενίοτε επώδυνου, τελικά λυτρωτικού συναισθήματος. Στα 26 της χρόνια, η Γκλεν ζει την απόλυτη ακμή της στο Μιλάνο.
Είναι ανοιχτά queer, μια ταυτότητα που στο συντηρητικό οικοσύστημα του καλλιτεχνικού πατινάζ απαιτεί θάρρος. Εχει μιλήσει δημόσια για τις μάχες της με την ψυχική υγεία, για τις κρίσεις πανικού που την έκαναν να θέλει να εγκαταλείψει. Κι όμως, αυτή η «φυλακή» έγινε πριν από λίγα 24ωρα το σκηνικό του μεγαλύτερου θριάμβου της. Το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο που κρέμεται ήδη στον λαιμό της από το Ομαδικό δεν ήρθε με τη γλυκιά γεύση της καθολικής αποδοχής. Ηρθε βουτηγμένο στο δηλητήριο των social media, με τις φωνές για «εύνοια» των κριτών προς την Team USA έναντι της ιαπωνικής ομάδας να κυριαρχούν, ενώ δεν έλειψαν οι υβριστικοί χαρακτηρισμοί και οι απειλές στον απόηχο δηλώσεών της, όπου φωτογράφιζε την εχθρική στάση της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στα μέλη της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας των ΗΠΑ.
Αλλά η Γκλεν του 2026 δεν είναι το εύθραυστο κορίτσι του παρελθόντος. Σε μια κίνηση που αιφνιδίασε το «καθωσπρέπει» πρωτόκολλο, έσπασε τη σιωπή της στη μεικτή ζώνη. Δεν απολογήθηκε. Ξεκαθάρισε πως «αυτό το μετάλλιο δεν είναι δώρο, είναι επιβίωση», υπενθυμίζοντας ότι η αξία ενός αθλητή δεν μετριέται μόνο με την καθαρότητα της προσγείωσης. Τώρα, οδεύοντας προς το ατομικό αγώνισμα, η Γκλεν αντιπαραθέτει το συναίσθημα και την οργή της απέναντι στην αλάνθαστη μηχανή που λέγεται Καόρι Σακαμότο.
Γκιγιόμ Σιζερόν
Ο πρίγκιπας στη σκιά των αποκαλύψεων
Και φθάνουμε στην τρίτη πράξη του «δράματος» επί πάγου, εκεί που η πραγματικότητα ξεπερνά κάθε σενάριο. Γκιγιόμ Σιζερόν. Ενα όνομα που για πάνω από μία δεκαετία ήταν συνώνυμο της απόλυτης αρμονίας στον χορό επάνω στον πάγο. Μαζί με την Γκαμπριέλα Παπαδάκη ήταν ένα σώμα, μια ψυχή, μια ανάσα. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε.

Το 2026 βρίσκει τον Σιζερόν στο Μιλάνο με νέα παρτενέρ, τη Λορνς Φουρνιέ Μποντρί, ενώ η Παπαδάκη αποπέμφθηκε από τον σχολιασμό του NBC Sports λίγο πριν από την τελετή έναρξης των Αγώνων. Η αιτία; Η αυτοβιογραφία της Παπαδάκη, «Pour ne pas disparaître» («Για να μην εξαφανιστώ»), που κυκλοφόρησε τον περασμένο Ιανουάριο και αποδομεί τον μύθο του «τέλειου ζευγαριού». Περιγράφει μια σχέση τοξική και ελεγκτική, ένα κλίμα φόβου όπου η ίδια ένιωθε απλώς ένα εργαλείο για την επίτευξη της τελειότητας.
Οι λέξεις της ήταν πιο κοφτερές κι από λεπίδα. Απέναντι στον θόρυβο, ο Σιζερόν – υπερήφανο μέλος της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας όπως και η Αμπερ Γκλεν – επέλεξε να απαντήσει επιστρατεύοντας τη νομική του ομάδα, αρνούμενος τις αιτιάσεις και κάνοντας λόγο για εκστρατεία συκοφάντησης. Στον πάγο, η χημεία του με τη νέα του παρτενέρ είναι τεχνική, ψυχρή, σχεδόν κλινική. Είναι η απάντηση ενός ανθρώπου που θέλει να αποδείξει ότι το ταλέντο του είναι αυθύπαρκτο. Ομως, το κοινό δυσκολεύεται να χειροκροτήσει με την ίδια θέρμη. Ο 31χρονος Σιζερόν μπορεί να φύγει από το Μιλάνο με ένα ακόμα μετάλλιο στο στήθος, αλλά έχει χάσει κάτι πολύ πιο πολύτιμο: το άσπιλο του μύθου του.