Μαρινέλλα 1938-2026

Ενα αντίο σε μια τραγουδίστρια που αγαπήθηκε από ολόκληρη την Ελλάδα

Μαρινέλλα 1938-2026

«Μπορεί να είμαι στο καμαρίνι και να πονάω, να είμαι άρρωστη, μόλις όμως βγω στην κουίντα τα ξεχνάω όλα. Στη σκηνή δεν περπατάω. Αιωρούμαι, υπερίπταμαι. Είναι φοβερό αυτό που μου συμβαίνει, νιώθω σαν να βρίσκομαι σε μαγικό χαλί. Δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να νιώσει εκεί αδυναμία, αυτή είναι η δική μου φιλοσοφία». Αυτά έλεγε η Μαρινέλλα σε συνέντευξή της στο BHMAgazino τον Ιανουάριο του 2020, και είναι χαρακτηριστικά μιας στάσης ζωής που πάντα υπάκουε στην πεποίθηση «the show must go on». Εξ ου και μοιάζει σαν ηρωική έξοδος ο πρόσφατος θάνατός της μετά το σοβαρό αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη στις 25 Σεπτεμβρίου του 2024, κατά τη διάρκεια συναυλίας της στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού. Κατέρρευσε επί σκηνής, καθώς τραγουδούσε το τρίτο τραγούδι της βραδιάς, και σίγουρα κάποια στιγμή στη ζωή της θα είχε αναλογιστεί αν ταυτίζεται καθόλου με τον στίχο της γαλλίδας ντίβας Νταλιντά (την οποία αποκλείεται να μη θαύμαζε), που έλεγε «Moi je veux mourir sur scène» («Εγώ θέλω να πεθάνω επάνω στη σκηνή»).

Η Κυριακή Παπαδοπούλου, όπως ήταν το πραγματικό όνομά της, θεωρείται αναμφίβολα μία από τις πιο άρτιες τεχνικά τραγουδίστριες που πέρασαν από το ελληνικό πεντάγραμμο, όμως ήταν και μια ιδιαιτέρως εκφραστική ερμηνεύτρια, μια καλλιτέχνιδα με σκηνικό εκτόπισμα και ακαταμάχητο star quality. Φεύγοντας από τη ζωή, αφήνει πίσω της μια σπουδαία κληρονομιά που θα αντηχεί για πάντα στις καρδιές των Ελλήνων. Η Μαρινέλλα έγραψε ιστορία όχι μόνο για το ταλέντο της αλλά και για την αφοσίωσή της στη μουσική, τη διαχρονικότητα της λάμψης της, τον αντισυμβατικό βίο της και τη larger than life προσωπικότητά της.

Η αγάπη της για τη μουσική εκδηλώθηκε από πολύ νεαρή ηλικία. Η πορεία της ξεκίνησε από τη γενέτειρά της, τη Θεσσαλονίκη, όμως γνωστή έγινε στα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν συνεργάστηκε με τον Στέλιο Καζαντζίδη. Οι δυο τους αποτέλεσαν ένα θρυλικό καλλιτεχνικό δίδυμο, προσφέροντας ανεπανάληπτες ερμηνείες. Στη Μαρινέλλα δεν αρκούσε να κάνει μόνο σεγκόντο και άρχισε να χτίζει τη δική της ταυτότητα.

YouTube video player

Η σόλο καριέρα της δεν απογειώθηκε αμέσως. Χρειάστηκε να τραγουδήσει (μοναδικά, ομολογουμένως) το «Σταλιά σταλιά» του Γιώργου Ζαμπέτα (ένα τραγούδι που εκείνος το προόριζε αρχικά για την Αλίκη Βουγιουκλάκη) και το «Ανοιξε πέτρα» στο κινηματογραφικό μιούζικαλ «Γοργόνες και Μάγκες» για να πατηθεί το γκάζι στην προσωπική της πορεία. Ακολούθησαν πολλές μεγάλες επιτυχίες. Η Μαρινέλλα ήταν άλλωστε μια καλλιτέχνιδα που μπορούσε να κάνει κάθε κομμάτι δικό της.

Η δική της ερμηνεία στην «Ομορφη πόλη» των Μίκη και Γιάννη Θεοδωράκη, τραγούδι που σπάνια συμπεριλάμβανε στις συναυλίες της, στέκει ακόμη απόρθητη, ο θεατράλε τρόπος της στο «Ελα γι’ απόψε» του Χρήστου Χαιρόπουλου (το οποίο είπε πρώτη η Δανάη Στρατηγοπούλου) πάντα καθήλωνε το κοινό (όπως στη συναυλία «Η Μαρινέλλα τραγουδά και θυμάται» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το 1998). Η συνεργασία της με τον Ακη Πάνου γέννησε δύο από τα καλύτερά της τραγούδια, τα διαμάντια «Πυρετός (Κάθε γνωριμία)» και «Κοίτα με στα μάτια».

YouTube video player

Υπήρξε πρωτοπόρος σε πολλά επίπεδα. Καινοτόμησε στην Ελλάδα, τολμώντας να ανεβάσει ολόκληρες μουσικές παραστάσεις, εμπλουτισμένες με θεατρικά στοιχεία, χορογραφίες και εξαιρετική αισθητική. Με έμπνευση από τις διεθνείς μουσικές σκηνές, κατάφερε να φέρει μια νέα πνοή στην εγχώρια διασκέδαση, κάνοντας κάθε εμφάνισή της ένα ολοκληρωμένο θέαμα. Η Μαρινέλλα μπορούσε να αποπνέει ταυτόχρονα δύναμη και ευαισθησία, μπορούσε να μεταδώσει με τη φωνή της το πιο βαθύ συναίσθημα αλλά και την πιο ανάλαφρη χαρά. Ηταν η πρώτη ελληνίδα τραγουδίστρια που έκανε ζωντανή ηχογράφηση του προγράμματός της και την κυκλοφόρησε σε δίσκο.

Και είναι αλήθεια πως χάρη σε κάποιες ανατρεπτικές κινήσεις της προέκυψαν διάφορες χρυσές σελίδες της μουσικής ιστορίας μας. Το «Ρεσιτάλ», η κλασική πλέον σύμπραξή της με τον Κώστα Χατζή, συγκαταλέγεται σίγουρα σε αυτές. Η φωνή της έχει ταξιδέψει φυσικά και εκτός ελληνικών συνόρων, εκπροσωπώντας τη χώρα μας σε διεθνείς διαγωνισμούς. «Είμαι ανήσυχο πνεύμα» έλεγε στο πλαίσιο της συνέντευξης που αναφέραμε και στην αρχή. «Οποτε ένιωθα στάσιμη, αναζητούσα κάποια αλλαγή. Είχα ένα ένστικτο που δεν με πρόδωσε ποτέ, με καθοδήγησε σωστά. Οποτε κάτι μέσα μου μού έλεγε “κάν’ το αυτό”, το έκανα. Ο,τι ωραίο προέκυπτε στη ζωή μου ήθελα να το δοκιμάζω. Αισθάνομαι καμιά φορά σαν ένα δέντρο που τα κλαδιά του έχουν μεγαλώσει προς πολλές κατευθύνσεις και ρίχνει ωραία, βαριά σκιά».

«Ακτινοβολούσε φως»

Από τον επιστήθιο φίλο και στενό συνεργάτη της Σταμάτη Φασουλή σκηνοθετήθηκε για πρώτη φορά το 1985, στις «Αδελφές Τατά», ένα εντελώς γυναικείο – προχωρημένο για την εποχή του – σόου που παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη με τη Βίκυ Μοσχολιού, την Αννα Βίσση, την Κωνσταντίνα και την Ντίνα Καμπάκη (μια τραγουδίστρια που έκανε στη συνέχεια μια βραχύβια καριέρα εκτός Ελλάδας με το ψευδώνυμο Tina Selini). Πριν από περίπου έντεκα χρόνια έλαμψε και σε μια πραγματικά ξεχωριστή παράσταση, κάτι εντελώς διαφορετικό σε σχέση με ό,τι είχε κάνει έως τότε. Ο Σταύρος Ξαρχάκος είχε συνθέσει ένα νέο μουσικό έργο για τη φωνή της, μελοποιώντας την περίφημη «Σονάτα του σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου, και η Μαρινέλλα το παρουσίασε σε σκηνοθεσία του Γιώργου Νανούρη στις 15, 16 και 17 Ιουλίου, 2015, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών στην Πειραιώς 260.

Ο Νανούρης, με τον οποίο έμελλε μετέπειτα να συνεργαστεί κι άλλες φορές, μίλησε στο ΒΗΜΑgazino με βαθιά συγκίνηση: «Η Μαρινέλλα ήταν ένας άνθρωπος με σαρωτική ενέργεια. Αυτή η γυναίκα ακτινοβολούσε φως, χαρά, θετική ενέργεια, αγάπη. Ηταν πολύ έντονα όλα τα χρόνια που έζησα μαζί της γιατί, πέρα από τις δουλειές, ήρθαμε και πολύ κοντά, τρώγαμε μαζί, βγαίναμε, βρισκόμασταν, μιλούσαμε πολύ στο τηλέφωνο. Την αγαπούσα και θα την αγαπώ πάρα πολύ. Η πιο σημαντική περίοδος ήταν οι έξι μήνες κατά τους οποίους βρισκόμουν καθημερινά στο σπίτι της, όταν κάναμε πρόβα οι δυο μας μόνο, για την προετοιμασία της “Σονάτας του σεληνόφωτος”.

Ξεκινήσαμε και οι δυο μας πολύ διστακτικά. Είχα πολύ μεγάλη αγωνία για αυτή τη δουλειά και εκείνη στην αρχή προσπαθούσε να καταλάβει ποιος είμαι. Είχε δει μία δουλειά μου μόνο, την “Κατερίνα”, με είχε εμπιστευθεί, αλλά πηγαίναμε και οι δύο ψαχτά, πολύ δειλά, αναγνωριστικά. Οταν κατάλαβε τι έχω σκοπό να κάνω και της άρεσε, όταν τη γνώρισα κι εγώ καλύτερα, χαλαρώσαμε και μετά το πράγμα απογειώθηκε. Αυτό το στοιχείο της “μάνας”, που αναφέρεται πολύ, το εξέπεμπε έντονα η Μαρινέλλα. Δηλαδή, πήγαινες στην πρόβα και σου είχε κάθε μέρα ένα τραπέζι γεμάτο φαγητά και γλυκά, ήθελε να σε περιποιηθεί, να σε φροντίσει. Υπήρξε τρομερή προσωπικότητα. Αυτή η προσωπικότητα θεωρώ ότι γέννησε και την καλλιτεχνική της περσόνα. Ηταν ακούραστη. Ποτέ δεν μου είπε “κουράστηκα”, ποτέ δεν είπε να σταματήσουμε. Λαχταρούσε την πρόβα. Αυτή τη λαχτάρα δεν τη βλέπεις συχνά, ειδικά από έναν άνθρωπο με τόσο μεγάλη πορεία».

Του λέω ότι έχω την αίσθηση πως η Μαρινέλλα επέλεγε για συνεργάτες ανθρώπους που θα αναδείκνυαν τα χαρίσµατά της, αλλά που δεν θα της χαρίζονταν. «Θα πω κάτι πάνω σε αυτό ακριβώς που λέτε» αποκρίνεται και περιγράφει: «Με πήρε τότε που ετοιµάζαµε τη “Σονάτα” µια µέρα η Ολγα Παυλάτου για να μου πει ότι μίλησε με τη Μαρινέλλα, η οποία της εξομολογήθηκε το εξής: “Εντάξει, εγώ έχω συνηθίσει που μου λένε “αγάπη μου, είσαι θεά, είσαι φοβερή, μπράβο”. Και δεν μου αρέσει αν μου το λένε συνέχεια, γιατί καταλαβαίνω όταν είναι ψεύτικο. Αλλά αυτό το παιδί δεν μου έχει πει ακόμα ούτε ένα μπράβο. Μήπως δεν τα κάνω καλά;”. Μου λέει λοιπόν η Ολγα: “Ε, πες της κι εσύ ένα μπράβο. Επειδή ακριβώς φοβόμουν μη γίνω πάρα πολύ δοτικός και δεν έχω τρόπο να το μαζέψω μετά, κρατιόμουν, και ο καημένος, προκειμένου να το τηρήσω αυτό, δεν της έλεγα καλή κουβέντα. Η αλήθεια είναι όμως ότι αυτό το πράγμα το ήθελε κιόλας. Της άρεσε που δεν το έκανα. Γιατί είχε συνηθίσει όλα τα χρόνια στις κολακείες. Και τώρα που είχε έναν άνθρωπο με ένα συγκεκριμένο όραμα για το πώς θα είναι αυτή η παράσταση, ήταν πολύ πιστή σε αυτό και το ακολούθησε. Ηταν σαν μαθήτρια, πραγματικά».

«Μοναδική περίπτωση»

Η σπουδαία στιχουργός Λίνα Νικολακοπούλου είχε συνεργαστεί δύο φορές με τη Μαρινέλλα. Η πρώτη έλαβε χώρα το 2000 και αφορούσε την τηλεοπτική µεταφορά του µυθιστορήµατος του συγγραφέα Γιάννη Ξανθούλη «…ύστερα, ήρθαν οι µέλισσες», για την οποία έγραψε μουσική ο Σταμάτης Κραουνάκης. Η δεύτερη και τελευταία συνάντηση της Νικολακοπούλου με τη μεγάλη τραγουδίστρια πραγματοποιήθηκε τέσσερα χρόνια μετά, συγκεκριμένα τον Μάρτιο του 2004, σηματοδοτώντας την επιστροφή της στο ελληνικό τραγούδι έπειτα από επτά χρόνια δισκογραφικής απουσίας. Ο λόγος για το άλμπουμ «Αμμος ήτανε…» σε μουσική Νίκου Αντύπα.

Μιλώντας με τη Λίνα τώρα, της λέω ότι τη θυμάμαι παλαιότερα να λέει πόσο της άρεσε όταν ήταν μικρή το «Πάρε με μαζί σου τσιγγάνε» από το «Ρεσιτάλ». «Μάλλον πρέπει να ήταν όταν πήγαινα Γυμνάσιο, όχι πιο μικρή. Το είχα μάθει απ’ έξω αυτό το τραγούδι. Μ’ άρεσε, με γοήτευε πολύ. Οταν πήγα στη σχολή θεάτρου του Πέλου Κατσέλη να παρακολουθώ μαθήματα – όχι με σκοπό να γίνω ηθοποιός, πιο πολύ με αφορούσε να γίνω σκηνοθέτης τότε –, με έβαζε ο Κατσέλης να κάθομαι κοντά του, με ρωτούσε τι παρατηρώ, τι νομίζω. Ηταν μια εμπειρία υπέροχη. Κάποια στιγμή κάτι έπρεπε να κάνω κι εγώ στη σκηνή, γιατί όλα τα παιδιά κάτι κάνανε – απήγγελλαν ένα ποίημα, ερμήνευαν έναν μονόλογο και τα λοιπά –, και είπα: “Εγώ θα σας τραγουδήσω ένα τραγούδι”. Και τραγούδησα το “Πάρε με μαζί σου τσιγγάνε”. Και από τότε, πολλές φορές όταν πήγαινα στη σχολή, μου έλεγε: “Πες μου το πάλι”. Ηταν το παιχνίδι μας, ήθελε να του λέω αυτό το τραγούδι» θυμάται.

Της αναφέρω ότι μου έκανε εντύπωση που διάβασα πως τον δίσκο με τον Νίκο Αντύπα για τη Μαρινέλλα τον δούλευαν οκτώ μήνες: «Αυτή ήταν μια συνθήκη πολύ παράδοξη. Η συνεργασία μας με τον Νίκο και η δημιουργία μας ήταν σε τελείως άλλα χωράφια. Οταν, λοιπόν, την πλησίασε για να γίνει αυτός ο δίσκος, δεν ξέρω με ποια λογική το έκανε αυτό. Στην ουσία, πάντως, δεν ήταν τα χωράφια του Νίκου Αντύπα. Και γι’ αυτό είχα παραξενευτεί πάρα πολύ. Τον αγαπούσα και ήξερα ότι είχαμε κάνει σημαντικά πράγματα. Οταν μου το πρότεινε, λοιπόν, τον κοίταξα λίγο περίεργα. Πάντοτε θαύμαζα τη Μαρινέλλα. Τη θεωρούσα μια μοναδική περίπτωση. Η ευκαιρία που ήρθε, όμως, μέσω του Νίκου ήταν τελείως αλλόκοτη. Γιατί ο Νίκος δεν έγραφε λαϊκά τραγούδια, ούτε και τα bel canto, να το πω, που έγραφε ο Γιώργος Χατζηνάσιος. Εκείνος έφερε μια άλλη μουσική γλώσσα. Οπότε ήμουν μέσα στην περιέργεια, να δω τι είναι αυτό και πώς θα προχωρήσει. Επίσης, να θέσω κι άλλο ένα ζήτημα: στα περισσότερα πράγματα που έκανα με τον Νίκο, έγραφα εγώ πάνω στις μουσικές του – δεν με μελοποιούσε αυτός. Σε τούτο εδώ, λοιπόν, νομίζω έγιναν μεικτά. Δηλαδή, κάποιες μουσικές μού έδωσε, αλλά και κάποιον λόγο τού έδωσα πρώτα.

Η γυναίκα αυτή, ωστόσο, τα έδινε όλα. Οταν ετοίμαζε τα τραγούδια και τα μελετούσε, και μετά στο στούντιο, θυμάμαι ότι τα υπερασπιζόταν με όλη της την ψυχή. Και τα πιο κοινώς αποδεκτά, αλλά και κάποια πιο παράξενα πράγματα που είχε μέσα. Με λίγα λόγια, ήταν ικανή να υπερασπιστεί πάρα πολλά διαφορετικά είδη. Η ίδια όμως ήταν αυστηρή με τον εαυτό της. Τη θυμάμαι συχνά να με ρωτάει χρόνια μετά: “Εγώ καλά δεν τα είπα;”. Σαν να ήθελε να τη βεβαιώσω ότι αν κάτι δεν έγινε μεγάλη επιτυχία δεν ήταν δική της ευθύνη. Δεν ήξερα τι γίνεται με αυτό που τελικά βγήκε. Δεν είχα απόλυτη βεβαιότητα, δηλαδή, ότι άξιζε. Αξιζε βεβαίως μέσα μου, διότι σε μερικά από τα κομμάτια την αισθανόμουν σπουδαία» σχολιάζει.

YouTube video player

Υπάρχει μια στιγμή στο κομμάτι «Γυάλινη καρδιά», εκεί που λέει στο δεύτερο κουπλέ: «Μα τα έχει αυτά ο έρωτας, σαν έρωτας να ‘ρθει και να περάσει/ μια πρόσθεση, μια αφαίρεση, ας έκανε μια εξαίρεση, μια στάση», που η ερμηνεία βγάζει ένα φοβερό παράπονο, μια αυθεντική παράκληση. «Μα είχε έναν τρόπο τρομερό να τα εκφράζει τόσο φυσικά αυτά τα συναισθήματα, να μην τα ντρέπεται, να είναι τρυφερή και να είναι διάφανη εκείνη την ώρα, δηλαδή να μη φοβάται να είναι ευάλωτη ή να παρακαλέσει. Αυτές είναι αρετές μεγάλες. Για να το κάνει κάποιος ερμηνευτής – ακόμα και ηθοποιός – αυτό πρέπει να είναι λυτρωμένος. Αυτές οι πλευρές της, οι οποίες ερχόντουσαν από το αισθητήριό της για το πώς πατάει ο λόγος πάνω στη μουσική, αλλά και σχετικά με την ανθρώπινη ψυχολογία. Αυτά ήταν χαρίσματά της που τη βοήθησαν και υποκριτικά – μπορούσε να δανείσει τον εαυτό της στους ρόλους» σημειώνει η Λίνα Νικολακοπούλου.

Αναρωτιέμαι αν θυμήθηκε κάποιο περιστατικό αυτές τις ημέρες: «Αξίζει να πω κάτι σχετικό με το τραγούδι “Κι ύστερα ήρθαν οι μέλισσες” – το τραγούδι των τίτλων της σειράς. Κάποια στιγμή, μέσα στους στίχους, έλεγε: “και φυσαλίδα τη φυσαλίδα, πως δεν ξημέρωνε πρωί εγώ το είδα”. Η φυσαλίδα ήταν από τον ναργιλέ που αναφερόταν αμέσως πριν. Εμαθα, λοιπόν, ότι δεν της άρεσε η λέξη “φυσαλίδα”. Δεν είπε τίποτα – ούτε αρνήθηκε να την τραγουδήσει. Ερμήνευσε το τραγούδι και τελείωσε η υπόθεση. Αλλά εγώ έμαθα ότι δεν της άρεσε. Μετά από χρόνια, πήγα και την είδα στη “Σονάτα του σεληνόφωτος” του Ρίτσου, όπου η λέξη “φυσαλίδα” ακουγόταν πενήντα φορές. Και όταν κατέβηκα κάτω στα παρασκήνια, της λέω: «Δεν σ’ άρεσαν οι δύο φυσαλίδες οι δικές μου και ο Ρίτσος σε έχει λούσει στις φυσαλίδες!». Κατουρήθηκε στα γέλια. “Σε προπόνησα εγώ για τη φυσαλίδα!”.

Εχω πάντως τώρα ένα ανεξήγητο συναίσθημα που είναι ανάμεσα σε χαρά και λύπη, γιατί είναι και λύτρωσή της το ότι έφυγε από αυτή τη διάσταση. Κάθε μέρα μού περνούσε από το μυαλό όλο αυτό το διάστημα, ρωτούσα, ήθελα να καταλάβω τι γίνεται, αν υπάρχει περίπτωση να θεραπευτεί. Δηλαδή, με απασχολούσε. Και όσο περνούσε ο χρόνος, λοιπόν, σαν να ευχόμουν μέσα μου να λυτρωθεί. Την είδα στον ύπνο μου πριν από λίγο καιρό. Χαρούµενη, πολύ ενεργητική – όχι πολύ νέα, αλλά όταν ακόµα ήταν θηρίο. Ηρθε στο όνειρό µου µέσα στη φόρα, έτοιµη για πρόβες, για να κάνει πράγµατα. Και όταν ξύπνησα, λέω: “Θα φύγει”. Αισθάνθηκα, δηλαδή, ότι αυτή η χαρά που ήρθε, σαν πληροφορία μέσα μου, δήλωνε κάτι τέτοιο. Και γι’ αυτό, την ώρα που άκουσα το νέο του θανάτου της, µου κόπηκε η αναπνοή – αλλά θυµήθηκα γρήγορα ότι το ήξερα. Δηλαδή, µέσα µου το είχα πει».

Μητρική φιγούρα με κοριτσίστικη ζωντάνια

Η Μαρινέλλα δεν υπήρξε μόνο μια σπουδαία τραγουδίστρια. Οσοι είχαμε την τύχη και τη χαρά να τη συναναστραφούμε, σε επαγγελματικό έστω πλαίσιο, έχουμε γίνει μάρτυρες του δυναμισμού της: υποστήριζε τους φίλους της, ήταν μπεσαλού, όποτε διαφωνούσε με κάποιον άνδρα ξεκινούσε τη δική της τοποθέτηση λέγοντας «άκου να σου πω, φίλε μου» με μια απροσποίητη μαγκιά. Ηταν τρυφερή και ευγενής, μια μητρική φιγούρα, όμως ταυτόχρονα ακόμη και προς το τέλος της ζωής της διακρινόταν από μια κοριτσίστικη ζωντάνια. Υπήρξε τετραπέρατη, δεν της ξέφευγε τίποτα, τα τελευταία χρόνια αυτοσαρκαζόταν όσον αφορά την ηλικία της, όμως δεν ένιωθες να το εννοεί, καταλάβαινες πως το έβλεπε σαν έναν ρόλο που απλώς περίμεναν οι άλλοι από εκείνη να παίξει και απλώς είχε τη γενναιοδωρία να το κάνει. Η αστείρευτη περιέργειά της την κράτησε ακμαία μέχρι το τέλος. Υπήρχαν στιγμές που ένιωθε την ανάγκη να φανεί κάπως σεμνή και ταπεινή δημοσίως.

Δεν θα ξεχάσω όμως μια φορά που την επισκέφθηκα στο σπίτι της για μια συνέντευξη, όταν τη ρώτησα αν όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί που της αποδίδουν – οι λέξεις «ντίβα», «θεά», «μύθος», «θρύλος» – έχουν κάτι υπερβολικό. Απάντησε σχεδόν αμέσως, λίγο διπλωματικά, αλλά και με ειλικρίνεια: «Ναι. “Μαρινέλλα, ο μύθος”. Φαίνεται κάπως υπερβολικό; Δεν νομίζω». Ποιος θα μπορούσε να της φέρει αντίρρηση; Το 2013, όταν συναντηθήκαμε πρώτη φορά, ξεκινούσα έτσι το κείμενο μου: «”Πώς θα με σκέφτεται ο κόσμος άμα πεθάνω δηλαδή;”. Αυτή είναι η Μαρινέλλα. Εκεί που εσύ, εγκλωβισμένος στην ευγένειά σου, προσπαθείς να της το φέρεις μαλακά, να τη ρωτήσεις πόσο την απασχολεί η υστεροφημία της χωρίς να αναφέρεις τη λέξη “θάνατος”, εκείνη διαλέγει τον πιο σύντομο δρόμο, τον πιο ευθύ: “Αντε καλέ, σώπα. Δεν έχω τέτοιες βλέψεις αθανασίας, θέλω και μου αρέσει να εισπράττω τώρα ό,τι μου ανήκει. Αν με θυμούνται οι δικοί μου, εντάξει, και εγώ θα τους βλέπω και θα τους θυμάμαι ίσως, από όπου κι αν βρίσκομαι”». Δεν θα τη θυμούνται φυσικά μόνο οι δικοί της, αλλά ένας ολόκληρος λαός.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version